Διασχίζει τα σκαλιά της κερκίδας προς τη σκηνή, κραδαίνοντας τα κλειδιά και σιγοτραγουδώντας. Σταματάει. Γυρίζει προς τους θεατές. «Εγώ; Δασκάλα είμαι». Παύση. Βάζει κόκκινο κραγιόν. Φοράει ένα αυστηρό μαύρο φόρεμα, πάνω από την κρεμ πουκαμίσα και παντελόνι. Η μεταμόρφωση έχει συντελεστεί ενώπιόν μας. Ο Θέμης Πάνου είναι η Δασκάλα. Χωρίς όνομα.
«Στην Κοζάνη γεννήθηκα το 1930, σ’ ένα χωριό κοντά στην Κοζάνη, έγινα δασκάλα το 1950, διορίστηκα σε ένα νησί στις Κυκλάδες. […] Τον Σεπτέμβριο του 1950, η μάνα μου τ άφησε όλα πίσω για να πάμε στο νησί να με τακτοποιήσει. Κοζάνη, Αθήνα, Πειραιάς, Κυκλάδες, Νησί, μεγάλο ταξίδι, πρώτη φορά με καράβι. […] Όταν φτάσαμε, μας περίμενε ο ταχυδρόμος και ο παπάς. Πήγα κατευθείαν στο σχολείο. Ήτανε στη Χώρα ψηλά, έβλεπα θάλασσα, θάλασσα παντού. […] Έπρεπε τώρα να γίνω δασκάλα, να μάθω γράμματα στα παιδιά, αλλά κι εγώ παιδί ήμουνα, τι ήμουνα, δασκάλα-παιδί. […] Ο ταχυδρόμος και ο παππάς είχαν υποσχεθεί στη μάνα μου να με προσέχουν. Οι γριές με συμβούλευαν αυστηρές πάντα και σοβαρές».

Φωτό: Απόστολος Κουτσιανικούλης
Η ασφυκτική κοινωνική πραγματικότητα της ελληνικής επαρχίας, ηπειρωτικής και νησιωτικής, της δεκαετίας του ’50. Η οικογένεια που δεν αντιμετωπίζει μια νεαρή, μορφωμένη γυναίκα ως ενήλικο άνθρωπο, το κοινωνικό περιβάλλον που κρυφοκοιτά καχύποπτα και σχολιάζει ανελέητα οποιαδήποτε «ελευθεριάζουσα» συμπεριφορά, ο παπάς – ηθικός κριτής των πάντων, οι ταλαιπωρημένες και στερημένες ηλικιωμένες γυναίκες που δεν έχουν καμία χαρά στη ζωή τους και φθονούν τα νιάτα και τον ερωτισμό των νέων. Και πέρα από όλα αυτά τα μικρόνοα και τετριμμένα, η θάλασσα και η απελευθερωτική απεραντοσύνη της.
«Εδώ η θάλασσα ήτανε παντού. […] Κολυμπούσα, ο καιρός δε με σταματούσε, κολυμπούσα με αέρα με βροχή, κολυμπούσα αλλά δεν τους άρεσε, με κοιτούσαν καχύποπτα, με παρακολουθούσαν. […] Ένας μαθητής μου το είπε μου είπε οι γριές με ξεμάτιαζαν μήπως δεν είμαι στα καλά μου».
Το σώμα που είναι ελεύθερο και ενώνεται με το υγρό στοιχείο γίνεται σχεδόν επαναστατική πράξη σε μια συντηρητική κοινωνία στερημένων ερωτικά ανθρώπων. Γίνεται ηχηρή, παρότι σιωπηλή, δήλωση αυτοδιάθεσης.
Το κείμενο της Βίλιας Χατζοπούλου «Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα», σε σκηνοθεσία της ιδίας και του Θέμη Πάνου, γίνεται ο καμβάς τον οποίο ο εξαίρετος ηθοποιός χρωματίζει και ζωντανεύει με την ακριβή ερμηνευτική παλέτα του. Λαγαρές αφηγήσεις, μαστόρικες εναλλαγές τονικότητας που σημαίνουν διαφορετικά πρόσωπα της ιστορίας, εύγλωττες παύσεις, απρόσμενες εκρήξεις, ο Θέμης Πάνου ξεπερνά τα όρια του ρόλου του και -για άλλη μια φορά- δωρίζει στο κοινό του μια πυκνή συναισθηματικών δονήσεων ερμηνεία.

Φωτό: Απόστολος Κουτσιανικούλης
Στα συν της παράστασης, το αέρινο και συνάμα χωμάτινο σκηνικό της Δήμητρας Λιάκουρα, στους τοίχους του οποίου οι βιντεοπροβολές του Αποστόλη Κουτσιανικούλη αναδεικνύουν λεπτομέρειες της αφήγησης, καθώς και οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί της Στέβη Κουτσοθανάση.
Εξαιρετική η πρωτοβουλία της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου να ξαναπαρουσιάσει τη συγκεκριμένη παράσταση στη θέση των ματαιωμένων «Βακχών» της Λένας Κιτσοπούλου και ταυτόχρονα να τη συμπεριλάβει στο πρόγραμμα προώθησης της σύγχρονης ελληνικής δημιουργίας στο εξωτερικό SYSTEMA – For the Greek Performing Arts.