Πώς η μίνι φούστα έγινε σύμβολο γυναικείας απελευθέρωσης

Από τις λονδρέζικες μπουτίκ του 1964 στις σελίδες του «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ» - Η καθιέρωση της μίνι φούστας και ο ηθικός πανικός που προκάλεσε ένα ρούχο-σύμβολο της δεκαετίας του ’60.

Πώς η μίνι φούστα έγινε σύμβολο γυναικείας απελευθέρωσης

Το καλοκαίρι του 1964 η μίνι φούστα βγαίνει από τις λονδρέζικες μπουτίκ και μετατρέπεται σταδιακά σε παγκόσμιο σύμβολο μιας νέας εποχής. Στο επίκεντρο αυτής της αλλαγής βρίσκεται η Μαίρη Κουάντ, η σχεδιάστρια που συνέδεσε τον κοντό ποδόγυρο με τη νεότητα, την κίνηση και την άνεση, αναδεικνύοντας τη μίνι φούστα σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της γυναικείας απελευθέρωσης της δεκαετίας του ’60.

Από την μπουτίκ Bazaar στην King’s Road, η Κουάντ σχεδίαζε οικονομικά και πρακτικά ρούχα για τα κορίτσια που εργάζονταν, οδηγούσαν, χόρευαν και κινούνταν γρήγορα μέσα στη σύγχρονη πόλη.

Η μίνι φούστα λειτούργησε ως στολή μιας γενιάς που ήθελε να απομακρυνθεί από τους κανόνες, τις κοινωνικές διακρίσεις και την αυστηρή ηθική του μεταπολεμικού κόσμου.

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 24.4.1970, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

«Οι καινούργιες μόδες πάντα προκαλούν πανικό»

Δύο χρόνια αργότερα, η Οριάνα Φαλλάτσι θα συναντούσε τη Μαίρη Κουάντ και τον σύζυγο και συνεργάτη της, Αλεξάντερ Πλάνκετ Γκριν σε μια αποκλειστική συνέντευξη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» στις 6 Αυγούστου 1966.

«Η Μαίρη Κουάντ, η δημιουργός της κοντής φούστας, με τον σύζυγό της Αλεξάντερ Γκρήν». «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 6.8.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Καθώς η συζήτηση εξελισσόταν, η Φαλλάτσι αντιλαμβανόταν ότι πίσω από τον προκλητικό ποδόγυρο κρυβόταν κάτι πολύ ευρύτερο. Όπως έγραφε, επρόκειτο για «τη μαρτυρία μιας εποχής που θέλει να κόψει τις γέφυρες με ολόκληρο το παρελθόν».

Η ίδια η Κουάντ αντιμετώπιζε τις αντιδράσεις ως αναπόφευκτο μέρος κάθε μεγάλης αλλαγής:

«Οι καινούργιες μόδες πάντα προκαλούν πανικό. Μήπως δεν σημειώθηκε πανικός και όταν, πριν 40 χρόνια, εγκαταλείψαμε τις μακριές μέχρι τον αστράγαλο φούστες; Το να δείξεις τους αστραγάλους εθεωρείτο απρεπές, ενώ να δείξεις τη γάμπα μέχρι το γόνατο, σκανδαλώδες.

»Ωστόσο κοντήναμε τις φούστες μέχρι το γόνατο και […] ξεπεράσαμε τους δισταγμούς για τις γάμπες μας: Χοντρές, αδύνατες, μακριές, κοντές, όλες τις δείχνουμε. Και έπειτα γιατί δισταγμούς; Μήπως στις πλαζ δεν χρησιμοποιούμε ανύπαρκτα μπικίνι; Πού είναι η διαφορά; […]

Η Μαίρη Κουάντ το 1966, την περίοδο που το όνομά της είχε ήδη ταυτιστεί με τη νεανική μόδα και τα μίνι.

»Μερικοί αντιλέγουν: δεν έχει σημασία ή ασχήμια, σημασία έχει η ευπρέπεια. Απαντώ: Ίσως είναι ευπρεπέστερο να φοράς εφαρμοστά παντελόνια που δείχνουν ολόκληρη την ανατομία ή ντεκολτέ που φθάνουν στον αφαλό; Άλλοι λένε: Δεν έχει σημασία η ευπρέπεια. Σημασία έχει η αισθητική. Απαντώ: Η μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών μπορούν να φορέσουν κοντές τις φούστες, φτάνει να ακολουθούν τις αναλογίες».

Από τη ζαρτιέρα στην ελευθερία της κίνησης

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 6.8.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Για τη σχεδιάστρια, το ζητούμενο δεν ήταν απλώς να αφαιρεθούν μερικά εκατοστά υφάσματος. Η μίνι φούστα αποτελούσε ένα ολοκληρωμένο ύφος:

«Δεν φτάνει να κοντήνεις τον ποδόγυρο. Το φουστάνι κάτω δεν πρέπει να είναι στενό, δεν πρέπει να έχει ντεκολτέ και πρέπει να ανοίγει λίγο, σε σχήμα πυραμίδας: αυτό που ονομάζουμε γράμμα Α. Έπειτα πρέπει να φοριέται με χαμηλό παπούτσι: όχι αυτά τα γελοία τακούνια σε σχήμα καρφίτσας που παραμορφώνουν τα πόδια για να δώσουν την ανόητη εντύπωση μερικών χιλιοστών ύψους. Ακόμα, η κοντή φούστα πρέπει να φοριέται με “καλσόν” και όχι με τις φοβερές αυτές κάλτσες που τις κρατούν ζαρτιέρες. Αυτό που ενοχλεί δεν είναι να φαίνονται οι γάμπες μα οι ζαρτιέρες: ιδίως όταν μια γυναίκα κάθεται […] Μόλις καταργηθεί η ζαρτιέρα, η κοντή φούστα γίνεται αμέσως αγνή, αθώα, σαν την ποδιά ενός παιδιού.

Η απόρριψη της ζαρτιέρας και του τακουνιού «βελόνα» δήλωνε την άρνηση ενός τρόπου ντυσίματος που περιόριζε τις κινήσεις και υποχρέωνε τη γυναίκα να παρουσιάζεται διαρκώς ως αντικείμενο θαυμασμού.

Μοντέλο σε επίδειξη μόδας της Μαίρη Κουάντ στην Ουτρέχτη, στις 24 Μαρτίου 1969.

Η ρήξη με την παλιά ταξική Αγγλία

Η Κουάντ απέδιδε την εμφάνιση της μίνι φούστας στη ρήξη μιας ολόκληρης γενιάς με τις παλαιότερες συντηρητικές. Η επανάσταση αυτή συνέβη στην Αγγλία, όπως έλεγε, «για τον απλό λόγο ότι είναι μια χώρα συντηρητική, συνεπώς υποκείμενη σε μεταβολές των άκρων. Η νέα αγγλική γενιά ξεχωρίζει εντονότερα από κάθε άλλη προηγούμενή της. Εξεγείρεται εναντίον του παλιού και δεν έχει πια τίποτε το κοινό με τους γονείς της. Μεγάλωσε σε μια χώρα χωρίς πια αυτοκρατορία, σε μια χώρα όπου το σύστημα των τάξεων κατέρρευσε η καταρρέει, σε μια χώρα όπου η παιδεία έγινε προσιτή σε όλους, όπου δεν πεινάει πια και όταν κάποιος δεν πεινάει γίνεται εξυπνότερος, σκέπτεται ευρύτερα και όταν σκέπτεται ευρύτερα ανακαλύπτει τα λάθη του παρελθόντος.

»Δεν πρόκειται για φαινόμενο αγγλικό, παρ’ όλο που στην Αγγλία είναι πιο έντονο. Παντού στον κόσμο ο πόλεμος εξήγησε στους νέους ότι μπροστά στον φόβο και το θάνατο όλοι είναι ίσοι. Τα μεταπολεμικά χρόνια δημιούργησαν ένα αναγκαστικό πλησίασμα των τάξεων, μια ανάμιξη.

»Όλοι, παιδιά δουκών η φαρμακοποιών, μιλούν την ίδια γλώσσα και για όλα, από τον κομμουνισμό στη θρησκεία, στην ομοφυλοφιλία, χωρίς να νοιάζονται για τις τάξεις από τις οποίες προέρχονται. Και είναι φυσικό αυτό να επηρεάζει και τον τρόπο του ντυσίματος. Κάποτε τη μόδα την έκαναν οι πλούσιοι και τα ρούχα έδειχναν τον βαθμό του πλούτου ή της κοινωνικής θέσης».

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 6.8.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Από την αποκλειστική μόδα στη μαζική παραγωγή

Οι τοποθετήσεις της σχεδιάστριας στη συνέντευξη του 1966 ακούγονται πιο επίκαιρες από ποτέ:

«Είναι αλήθεια. Την μεγάλη νίκη την σημείωσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η μόδα δεν υπήρξε ποτέ προνόμιο των ολίγων με πολλά χρήματα, μα ένα δικαίωμα των πολλών με λίγα χρήματα […] Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν ζούμε πια στην εποχή της αποκλειστικής μόδας. Ζούμε σε μια εποχή μαζικής παραγωγής, μαζικής απληστείας.

»Η μόδα είναι τώρα πια ένα μαζικό φαινόμενο και παράγεται όπως τα αυτοκίνητα της σειράς, τα μηχανήματα τηλεοράσεως, τα παπούτσια […] Οι γυναίκες εργάζονται, χρειάζονται περισσότερα φουστάνια, έχουν λιγότερο καιρό στη διάθεσή τους για να φτιάξουν φουστάνια».

«Μέρος των ηθών»

Δύο χρόνια αργότερα σε δημοσίευμα του «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ» της 1ης Μαρτίου 1968, με την υπογραφή του Harold S. Murray, το τρεντ της μίνι φούστας όχι μόνο δεν είχε ξεπεραστεί, αλλά είχε αρχίσει να εδραιώνεται:

«Μόλις η μίνι-φούστα έκανε την εμφάνισή της, πλήθος ήσαν εκείνοι που έσπευσαν αμέσως να αναγγείλουν τον γρήγορο αφανισμό της».

Οι προβλέψεις τους διαψεύστηκαν. Παρά τον χειμώνα και τις διαδοχικές αλλαγές της μόδας, οι γυναίκες που την υιοθετούσαν γίνονταν ολοένα περισσότερες:

«Η μίνι-φούστα αποβαίνει σχεδόν κλασσική. Γίνεται μέρος των ηθών μας», σημείωνε το δημοσίευμα.

«Παράγων νεότητος καί μέσον χειραφετήσεως»

Η επιτυχία της αποδιδόταν στη νεότητα που εξέπεμπε, αλλά και στην ελευθερία κινήσεων που προσέφερε. Η κοντή φούστα «ελευθερώνει το βήμα και τις κινήσεις» της σύγχρονης γυναίκας και τη βοηθά να προσαρμοστεί «στις ανάγκες και τους ρυθμούς των καιρών» – ακριβώς όπως οραματιζόταν η δημιουργός της, Μαίρη Κουάντ.

»Όσο για τα κυρίως ενδιαφερόμενα πρόσωπα, δηλαδή τις κοπέλλες που φορούν αυτά τα φορέματα, απαντούν τα ακόλουθα σε μια έρευνα:

“Είναι σέξυ και διασκεδαστικά, δηλαδή ακριβώς ό,τι πρέπει”. Και: “Ακολουθούν το κορμί στις κινήσεις του. Είναι ευχάριστο να τα φοράς”. Και: “Είναι σαν να μην έχεις τίποτε πάνω στο σώμα σου. Αισθάνεσαι ελεύθερη”.

»Ελευθερία της γυναίκας, χειραφέτηση της γυναίκας είναι εκφράσεις που επανέρχονται αδιάκοπα στα χείλη των υπερασπιστών της νέας μόδας. Δεν πρόκειται πλέον για ραπτική αλλά για κοινωνιολογία. Και πραγματικά, κάτω από τη ματαιόσπουδη εμφάνισι αυτών των καινούργιων δημιουργημάτων, υπάρχει ίσως μιά βαθύτερη αλλαγή της γυναίκας».

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 18.9.1970, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Η ενοχοποίηση

Η κοινωνική αποδοχή της μίνι φούστας δεν υπήρξε, βεβαίως, ούτε άμεση ούτε καθολική. Το ένδυμα κατηγορήθηκε ότι προσβάλλει τα ήθη, γελοιοποιεί τις γυναίκες και καταργεί κάθε έννοια κομψότητας. Ακόμη και όταν είχε πλέον καθιερωθεί, συνέχιζε, όπως έγραφε ο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» της 22ας Μαΐου 1970, «να ζη την αντιφατική μοίρα της: να θριαμβεύη και να αναθεματίζεται».

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 3.1.1969, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Το πιο ακραίο παράδειγμα αυτού του ηθικού πανικού ήταν η προσπάθεια να συνδεθεί η μίνι φούστα με την αύξηση των σεξουαλικών εγκλημάτων. Το δημοσίευμα του 1970 παρουσίαζε έρευνες από την Αγγλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, υποστηρίζοντας ότι υπήρχε σχέση ανάμεσα στην εξάπλωση του μίνι και στην εγκληματικότητα.

Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ το μήκος της φούστας

Ωστόσο, ακόμη και στο ίδιο κείμενο αναγνωριζόταν τελικά ότι το ένδυμα δεν αποτελούσε την αιτία του εγκλήματος. Οι ειδικοί κατέληγαν ότι η κοινωνία δεν έπρεπε να στραφεί εναντίον της μόδας, αλλά να προστατεύσει τις γυναίκες από εκείνους που θα έβρισκαν ούτως ή άλλως μια αφορμή για να τους επιτεθούν:

«Δεν μπορούμε, λοιπόν, λένε οι επιστήμονες, να λάβουμε μέτρα εναντίον ενός κοινωνικού φαινομένου απολύτως φυσιολογικού και με τόσο μεγάλη ευρύτητα όπως είναι η μόδα, με τον σκοπό να προστατεύσουμε την κοινωνία από μερικά ανώμαλα στοιχεία […] Θα πρέπει να φροντίσουμε να περιφρουρήσουμε τις γυναίκες μας και τις κόρες μας από τους ανώμαλους, οι οποίοι πάντα θα βρίσκουν αφορμή για να τους επιτίθενται».

Οι σελίδες του «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ» καταγράφουν την πορεία της μίνι φούστας σχεδόν σε πραγματικό χρόνο: ως υπόσχεση νεότητας και ελευθερίας, ως κοινωνικό φαινόμενο, ως στόχο των φόβων μιας εποχής που δυσκολευόταν να παρακολουθήσει τις αλλαγές της. Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ το μήκος της φούστας, αλλά μια κοινωνία που προτιμούσε να περιορίζει τις γυναίκες αντί να τιμωρεί τους άνδρες που ασκούσαν βία.

Η Μαίρη Κουάντ είχε ήδη δώσει τη δική της εξήγηση: «Η μόδα γεννιέται μόνη της, από μια ανάγκη που υπάρχει ήδη στην ατμόσφαιρα». Η μίνι φούστα δε δημιούργησε την επανάσταση της δεκαετίας του ’60. Έγινε, όμως, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολά της.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version