Η πόλωση ως πολιτική στρατηγική. Αποδίδει πάντα;

Η δημοκρατία δεν χρειάζεται κοινωνίες χωρίς συγκρούσεις. Οι συγκρούσεις είναι η ουσία της πολιτικής. Χρειάζεται όμως συγκρούσεις που οργανώνονται γύρω από πραγματικά πολιτικά διλήμματα και όχι γύρω από την ηθική απαξίωση του αντιπάλου.

Η πόλωση ως πολιτική στρατηγική. Αποδίδει πάντα;

Κάθε φορά που ένα πολιτικό σύστημα εισέρχεται σε περίοδο αβεβαιότητας, η πόλωση επιστρέφει στο προσκήνιο. Δεν πρόκειται για σύμπτωση. Η πόλωση δεν είναι μόνο αποτέλεσμα των συγκρούσεων· είναι και εργαλείο πολιτικής στρατηγικής. Διαχωρίζει, κινητοποιεί, συσπειρώνει και οργανώνει πολιτικές ταυτότητες. Δημιουργεί ένα σαφές «εμείς» απέναντι σε ένα εξίσου σαφές «αυτοί». Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι αν η πόλωση χρησιμοποιείται. Είναι αν εξακολουθεί να αποδίδει.

Η πολιτική επιστήμη έχει πάψει εδώ και χρόνια να αντιμετωπίζει την πόλωση ως ένα ενιαίο φαινόμενο. Διακρίνει μεταξύ ιδεολογικής και θεματικής πόλωσης, όταν τα κόμματα συγκρούονται γύρω από διαφορετικά πολιτικά προγράμματα και συναισθηματικής πόλωσης, όταν ο πολιτικός αντίπαλος παύει να αντιμετωπίζεται ως νόμιμος ανταγωνιστής και μετατρέπεται σε ηθικό εχθρό. Η σημαντικότερη εξέλιξη των τελευταίων δεκαετιών είναι η μετάβαση από την ιδεολογική στη συναισθηματική πόλωση όπου η πολιτική αντιπαράθεση παύει να αφορά αποκλειστικά τις πολιτικές επιλογές και μετατρέπεται σε σύγκρουση ταυτοτήτων.

Ο αντίπαλος παρουσιάζεται όχι ως φορέας διαφορετικών ιδεών αλλά ως απειλή για το έθνος, τη δημοκρατία ή την κοινωνία. Οι συγκρούσεις δεν οργανώνονται πλέον μόνο γύρω από διαφορετικές προτάσεις πολιτικής αλλά γύρω από την ηθική απαξίωση του αντιπάλου. Αμφισβητείται η δημοκρατική του νομιμοποίηση, τα κίνητρά του, ακόμη και η θέση του μέσα στην πολιτική κοινότητα. Το άμεσο αποτέλεσμα είναι η ανάδυση μορφών πολιτικού φυλετισμού, όπου η πολιτική ταυτότητα λειτουργεί σχεδόν όπως η οπαδική ή η φυλετική ταυτότητα: η πίστη στη δική μας ομάδα αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την αξιολόγηση των ίδιων των πολιτικών επιλογών.

Με αυτή την έννοια, η πόλωση δεν είναι στρατηγική για να αλλάξεις γνώμη στον αντίπαλο. Είναι στρατηγική για να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες βλέπουν τον αντίπαλο.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η πόλωση αποτελεί πάντοτε αποτελεσματική στρατηγική. Και αυτό για τρεις λόγους.

Ο πρώτος λόγος είναι ότι η πόλωση αποδίδει μόνο όταν πατά πάνω σε υπαρκτές κοινωνικές διαιρέσεις. Το Brexit, η εκλογή του Donald Trump λειτούργησαν επειδή εξέφρασαν πραγματικές κοινωνικές και αξιακές συγκρούσεις. Αντίθετα, όταν επιχειρείται να κατασκευαστούν τεχνητές διαιρέσεις ή να αναβιώσουν παλιές αντιθέσεις που δεν αντιστοιχούν πλέον στις κυρίαρχες ανησυχίες της κοινωνίας, η στρατηγική της πόλωσης χάνει την αποτελεσματικότητά της.

Σήμερα, οι περισσότεροι πολίτες αξιολογούν την πολιτική μέσα από το κόστος ζωής, τις ανισότητες, την αποτελεσματικότητα του κράτους, την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών και τη λειτουργία των θεσμών. Όταν αυτή η ιεράρχηση έχει ήδη εμπεδωθεί, δεν είναι εύκολο να μετατοπιστεί η δημόσια συζήτηση προς διαφορετικές, περισσότερο διχαστικές θεματικές. Η πόλωση δεν δημιουργεί από μόνη της πολιτικό ενδιαφέρον. Χρειάζεται να συνομιλεί με τα πραγματικά βιώματα της κοινωνίας. Αυτός είναι ίσως ο σημαντικότερος περιορισμός της ως στρατηγικής. Η ατζέντα δεν αλλάζει επειδή το επιθυμούν οι πολιτικοί. Αλλάζει όταν αλλάζει η κοινωνική εμπειρία.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η στρατηγική της πόλωσης δεν επιδιώκει μόνο να συσπειρώσει τους δικούς της ψηφοφόρους. Συχνά επιχειρεί να μειώσει τα κίνητρα πολιτικής συμμετοχής των ψηφοφόρων του αντιπάλου. Όταν η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε διαρκή σύγκρουση , ένα μέρος των πολιτών οδηγείται στην απογοήτευση και τελικά στην αποχή. Ωστόσο, η πόλωση είναι μια στρατηγική υψηλού ρίσκου.

Όταν συνομιλεί με υπαρκτές κοινωνικές διαιρέσεις, μπορεί να κινητοποιήσει και να αναδιατάξει το πολιτικό σκηνικό. Όταν όμως επιχειρεί να κατασκευάσει τεχνητούς εχθρούς ή να αναβιώσει διαιρέσεις που δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανησυχίες της κοινωνίας, κινδυνεύει να παράγει το αντίθετο αποτέλεσμα: όχι μεγαλύτερη συσπείρωση, αλλά μεγαλύτερη δυσπιστία, μεγαλύτερη αποχή και βαθύτερη κρίση αντιπροσώπευσης επηρεάζοντας τελικά και τους ίδιους τους υποστηρικτές της.

Ο τρίτος λόγος είναι ότι η πόλωση δεν αποτελεί ανεξάντλητο πολιτικό πόρο. Όσο περισσότερο χρησιμοποιείται, τόσο περισσότερο κανονικοποιείται. Οι πολίτες εξοικειώνονται με τους υψηλούς τόνους, οι δραματικές προειδοποιήσεις χάνουν την κινητοποιητική τους δύναμη και η διαρκής σύγκρουση μετατρέπεται σε μέρος της καθημερινότητας. Όταν κάθε πολιτική αντιπαράθεση παρουσιάζεται ως υπαρξιακή μάχη, η υπερβολή σταδιακά χάνει την αξιοπιστία της.

Η δημοκρατία δεν χρειάζεται κοινωνίες χωρίς συγκρούσεις. Οι συγκρούσεις είναι η ουσία της πολιτικής. Χρειάζεται όμως συγκρούσεις που οργανώνονται γύρω από πραγματικά πολιτικά διλήμματα και όχι γύρω από την ηθική απαξίωση του αντιπάλου. Γιατί από τη στιγμή που ο πολιτικός ανταγωνισμός παύει να αφορά τις ιδέες και μετατρέπεται σε αμφισβήτηση της ίδιας της νομιμότητας του αντιπάλου, η πόλωση δεν είναι πια εργαλείο δημοκρατικής αντιπαράθεσης και γίνεται μηχανισμός δημοκρατικής φθοράς.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version