Η απόρριψη της κλήσης είχε, υπογείως, προαναγγελθεί. Ακόμη και όσοι δε γνώριζαν ποιο ακριβώς επιχείρημα θα επιστρατευόταν για να μπλοκαριστεί το αίτημα της αντιπολίτευσης, παρακολουθώντας την πορεία της υπόθεσης, δεν έτρεφαν αυταπάτες. Ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένο ότι η κυβερνητική πλειοψηφία θα έκλεινε την πόρτα στην εξέταση του Γρηγόρη Δημητριάδη και του Ταλ Ντίλιαν για το σκάνδαλο των υποκλοπών.
Η στάση αυτή έχει, αν μη τι άλλο, μια κυνική ειλικρίνεια, καθώς η κυβερνητική πλειοψηφία κάνει ό,τι μπορεί, εδώ και καιρό, για να αποδυναμώσει κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να εισφέρει ουσιαστικά στη διαλεύκανση μιας υπόθεσης η οποία, μεγάλο πλέον διάστημα αφότου πρωτοακούσαμε γι’ αυτήν, αρνείται πεισματικά να εκκαθαριστεί. Κάθε ιστορία, όμως, που δεν εκκαθαρίζεται παράγει απόνερα. Το μαρτυρά τόσο η δικαστική προσφυγή του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος ζητεί επί λέξει την «πλήρη διαλεύκανση της παγίδευσής του από το κακόβουλο λογισμικό Predator», όσο και οι πρόσφατες αγωγές ακόμη οκτώ θυμάτων της ίδιας λίστας.
Το επιχείρημα ότι ο Ταλ Ντίλιαν, ο Ισραηλινός ιδιοκτήτης της Intellexa με την πρωτόδικη καταδίκη στην πλάτη, δεν αποτελεί «δημόσιο πρόσωπο», θα ακουγόταν ίσως πειστικό, αν η ίδια η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας δεν τον είχε καλέσει για ακρόαση το 2022. Τότε, προφανώς, η ιδιότητά του ήταν απολύτως επαρκής για όσους κινούσαν τα νήματα της διαδικασίας. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τον Γρηγόρη Δημητριάδη. Σήμερα αντιμετωπίζεται ως ιδιώτης, αλλά κυκλοφορεί με φρουρά δημοσίου προσώπου, την ίδια στιγμή που ο ίδιος, σε δημόσια παρέμβασή του, δήλωνε ότι τότε θυσιάστηκε, αναλαμβάνοντας την ευθύνη, ποια ακριβώς άραγε, για να προστατεύσει την κυβέρνηση και την παράταξη. Από ποιον, άραγε, και για ποιους λόγους;
Από το 2022, όμως, μεσολάβησαν πολλά. Η υπόθεση πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις, νέα δεδομένα ήρθαν στο φως με την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, ενώ και στην κοινή γνώμη άρχισε να κυριαρχεί η αίσθηση ότι πολλά κρίσιμα σημεία παραμένουν αδιευκρίνιστα. Ακόμη και ο Ντίλιαν, παρά τις επίμονες προσπάθειες υποβάθμισης του ρόλου του και εις πείσμα του γεγονότος ότι ακόμη και ο πρωθυπουργός μπέρδεψε το όνομά του, απέκτησε δημοσιότητα που πολλά «δημόσια πρόσωπα» θα ζήλευαν.
Όσο η υπόθεση αντιμετωπίζεται με αυτόν τον τρόπο, όσο μένει μισοειπωμένη και πολιτικά περιφραγμένη, θα αφήνει πίσω της μια διαρκή θεσμική φθορά. Θα εκθέτει όσους επιχειρούν να την υποβαθμίσουν, θα επιστρέφει ξανά και ξανά ως αναπάντητη εκκρεμότητα και, δυστυχώς για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, θα καλλιεργεί μια αίσθηση ενοχής για την κυβέρνηση που, όπως γνωρίζουμε καλά σε αυτή τη χώρα, δύσκολα αποτινάσσεται.
