Σε πολιτικά περιβάλλοντα, όπου η κοινωνική αμφισβήτηση αγγίζει ζητήματα νομιμοποίησης, η εξουσία δεν επιχειρεί πάντοτε να απαντήσει ευθέως στα αιτήματα που διατυπώνονται. Συχνά επιδιώκει να μεταβάλει το ίδιο το πλαίσιο, μέσα στο οποίο αυτά γίνονται αντιληπτά. Μια διαμαρτυρία που ξεκινά από συγκεκριμένες κοινωνικές, θεσμικές ή περιβαλλοντικές αιτίες, μπορεί να επανερμηνευθεί ως έκφραση εξωτερικής υποκίνησης, ξένης επιρροής ή απειλής κατά της εθνικής κυριαρχίας.
Η διαδικασία αυτή δεν ταυτίζεται μόνο με τη λογική του αποδιοπομπαίου τράγου, αν και την εμπεριέχει. Αποτελεί ταυτόχρονα μηχανισμό πολιτικής αναπλαισίωσης, ασφαλειοποίησης της κοινωνικής σύγκρουσης και μετατόπισης της ευθύνης, από το εσωτερικό πεδίο της διακυβέρνησης σε έναν εξωτερικό ή εσωτερικά κατασκευασμένο «άλλο».
Η περίπτωση της Σβέρνιτσας στην Αλβανία αναδεικνύει με ιδιαίτερη καθαρότητα αυτή τη διαδικασία. Οι κινητοποιήσεις δεν ξεκίνησαν ως γενική άρνηση των επενδύσεων, ούτε ως αφηρημένη αντίθεση στην ανάπτυξη. Η αφετηρία τους υπήρξε συγκεκριμένη: κάτοικοι, περιβαλλοντικές οργανώσεις και τοπικοί φορείς αντέδρασαν στο σχέδιο μεγάλης τουριστικής επένδυσης στην προστατευόμενη περιοχή Αώος–Νάρτα, θέτοντας ζητήματα ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, περιβαλλοντικών επιπτώσεων, δημόσιας διαβούλευσης, διαφάνειας και σχέσης κράτους–τοπικών κοινωνιών. Το αντικείμενο της διαμαρτυρίας, επομένως, δεν ήταν η επένδυση ως τέτοια, αλλά οι όροι, οι διαδικασίες και οι συνέπειες μιας αναπτυξιακής επιλογής σε μια περιοχή με ιδιαίτερη οικολογική και κοινωνική σημασία.
Η κρίσιμη μεταβολή συντελείται όταν το κέντρο βάρους της δημόσιας συζήτησης αρχίζει να απομακρύνεται από τα ίδια τα αιτήματα. Το ερώτημα δεν αφορά πλέον πρωτίστως το κατά πόσο οι κάτοικοι έχουν βάσιμες ανησυχίες, εάν η διαβούλευση υπήρξε επαρκής ή αν τα ιδιοκτησιακά και περιβαλλοντικά ζητήματα έχουν αντιμετωπιστεί θεσμικά. Σταδιακά, το ερώτημα μετατρέπεται σε κάτι διαφορετικό: ποιοι βρίσκονται πίσω από τη διαμαρτυρία, ποιοι τη στηρίζουν, ποιοι την προβάλλουν και ποιοι ενδεχομένως την αξιοποιούν πολιτικά. Η μετατόπιση αυτή δεν ακυρώνει ευθέως τα κοινωνικά αιτήματα• τα καθιστά όμως δευτερεύοντα, διότι η προσοχή στρέφεται, από το περιεχόμενό τους στην υποτιθέμενη προέλευσή τους.
Στο σημείο αυτό αποκτά κεντρική σημασία ο λόγος του βουλευτή του Σοσιαλιστικού Κόμματος Άρντιτ Μπίντο(Ardit Bido), ο οποίος εκπροσωπεί την ευρύτερη περιοχή, όπου εκδηλώνονται οι κινητοποιήσεις και έχει αναλάβει έναν από τους πλέον ενεργούς ρόλους στη διαμόρφωση του κυβερνητικού αφηγήματος. Οι παρεμβάσεις του δεν αποτελούν απλώς επιμέρους σχόλια ενός βουλευτή της περιοχής. Συγκροτούν μια συνεκτική προσπάθεια ερμηνείας της κρίσης, μέσα από το πρίσμα της εξωτερικής επιρροής. Ο Μπίντο δεν αρνείται κατ’ ανάγκην, ότι υπάρχουν τοπικά προβλήματα. Η λειτουργία του λόγου του είναι πιο σύνθετη: αναγνωρίζει ή παρακάμπτει τα κοινωνικά αίτια, αλλά τα εντάσσει σε μια ευρύτερη αφήγηση, στην οποία ο «ελληνικός παράγοντας» εμφανίζεται ως κεντρικός άξονας εξήγησης της διαμαρτυρίας. Η ιδιαιτερότητα αυτής της στρατηγικής είναι ότι δεν απονομιμοποιεί ευθέως όλους τους κατοίκους. Αντιθέτως, διαχωρίζει τη «γνήσια», τοπική ανησυχία από όσους παρουσιάζονται ως παρεισφρήσαντες, καθοδηγητές ή πολιτικοί εκμεταλλευτές της. Με τον τρόπο αυτό, η κοινωνική διαμαρτυρία δεν ακυρώνεται άμεσα• καθίσταται όμως ευάλωτη στην υποψία ότι αλλοιώνεται από δρώντες, που δεν εκφράζουν το πραγματικό συμφέρον της τοπικής κοινωνίας
Η στρατηγική αυτή δεν αναπτύσσεται μέσω μόνο μίας καταγγελίας. Οικοδομείται σωρευτικά, μέσα από τη σύνδεση προσώπων, οργανώσεων, μέσων ενημέρωσης, ψηφιακών εικόνων και διεθνών αναφορών. Ο Φρέντι Μπελέρης δεν παρουσιάζεται απλώς ως πολιτικός που τοποθετείται δημόσια για τις εξελίξεις. Στον λόγο του Μπίντο λειτουργεί ως τεκμήριο ότι η υπόθεση της Σβέρνιτσας υπερβαίνει τα όρια μιας τοπικής, κοινωνικής κινητοποίησης και εγγράφεται σε μια ευρύτερη ελληνική πολιτική ατζέντα. Η σύνδεση δε γίνεται υπαινικτικά. Είναι ρητή και πολιτικά φορτισμένη, ακριβώς επειδή το πρόσωπο του Μπελέρη έχει ήδη καταστεί σύμβολο μιας ευρύτερης ελληνοαλβανικής αντιπαράθεσης.
Η σημασία αυτής της σύνδεσης είναι μεγάλη. Ο Μπελέρης δεν εισέρχεται σε ένα ουδέτερο πολιτικό πεδίο. Η υπόθεσή του έχει ήδη συνδεθεί με τη Χειμάρρα, τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας, το κράτος δικαίου, την ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας και την αμοιβαία καχυποψία ανάμεσα στις δύο χώρες. Όταν, επομένως, ο Μπίντο εντάσσει τον Μπελέρη στην αφήγηση για τη Σβέρνιτσα, δεν προσθέτει απλώς ένα πρόσωπο στη δημόσια συζήτηση. Μεταφέρει στη νέα κρίση το πολιτικό και συμβολικό φορτίο της Χειμάρρας. Η διαμαρτυρία παύει να διαβάζεται αποκλειστικά ως τοπική διεκδίκηση και εγγράφεται σε μια ευρύτερη αλυσίδα ελληνοαλβανικών εντάσεων.
Παρόμοια λειτουργία έχει και η αναφορά στην ΟΜΟΝΟΙΑ. Ως ιστορικός φορέας της ελληνικής εθνικής μειονότητας στην Αλβανία, η ΟΜΟΝΟΙΑ φέρει ήδη ένα βαρύ πολιτικό και συμβολικό φορτίο. Στο συγκεκριμένο αφήγημα, δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως μειονοτική οργάνωση, που παρεμβαίνει σε ένα δημόσιο ζήτημα. Παρουσιάζεται ως κρίκος, που συνδέει τη σημερινή κινητοποίηση με παλαιότερες εθνικές ευαισθησίες, με το ζήτημα της ελληνικής μειονότητας και με τον ευρύτερο λόγο περί ελληνικής επιρροής στη νότια Αλβανία. Με αυτόν τον τρόπο, η κοινωνική διαμαρτυρία αποκτά ιστορικό βάθος, όχι επειδή τα ίδια τα αιτήματά της το προϋποθέτουν, αλλά επειδή τοποθετείται μέσα σε ένα προϋπάρχον πλαίσιο εθνικής καχυποψίας.
Ανάλογη σημασία αποκτούν και οι αναφορές σε ελληνικά ή φιλελληνικά μέσα ενημέρωσης, στην ελληνική διασπορά, σε εικόνες λεωφορείων με ελληνικές πινακίδες ή σε διεθνή δίκτυα που παρουσιάζονται ως πολλαπλασιαστές της διαμαρτυρίας. Η ίδια λογική επεκτείνεται και προς τη δημοσιογραφία και την κοινωνία των πολιτών. Δημοσιογράφοι, ερευνητικά δίκτυα και πρόσωπα που παρεμβαίνουν δημόσια δεν αντιμετωπίζονται μόνο ως φορείς πληροφόρησης ή κριτικού λόγου, αλλά ως πιθανοί κόμβοι μιας ευρύτερης πολιτικής ατζέντας. Έτσι, η δημοσιογραφική έρευνα και η δημόσια κριτική μετακινούνται και αυτές από το πεδίο του θεσμικού ελέγχου στο πεδίο της εθνικής υποψίας. Τα στοιχεία αυτά δε χρειάζεται να συγκροτούν αποδεδειγμένο, ενιαίο σχέδιο για να λειτουργήσουν πολιτικά. Η ισχύς τους βρίσκεται στη διαδοχική τους παράθεση. Η συσσώρευση αναφορών δημιουργεί την εντύπωση δικτύου· η εντύπωση δικτύου παράγει υποψία· και η υποψία αναδιατάσσει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η κοινωνική κινητοποίηση. Η διαμαρτυρία δε χρειάζεται πλέον να απορριφθεί ως ψευδής. Αρκεί να καταστεί ύποπτη.
Η επιχειρηματολογία αυτή αντλεί την αποτελεσματικότητά της από το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο των ελληνοαλβανικών σχέσεων. Η σχέση Ελλάδας και Αλβανίας δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως σχέση δύο γειτονικών κρατών. Διαμορφώνεται από τη γεωγραφική εγγύτητα, τη μαζική αλβανική μετανάστευση στην Ελλάδα, μετά το 1990, την παρουσία της ελληνικής, εθνικής μειονότητας στην Αλβανία, τις διαρκείς ευαισθησίες γύρω από τη Χειμάρρα και την ιδιοκτησία, αλλά και από φορτισμένα ιστορικά ζητήματα, όπως η Βόρειος Ήπειρος και η Τσαμουριά.
Για την ελληνική πλευρά, η προστασία της μειονότητας, η πολιτική εκπροσώπηση των ομογενών και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα αποτελούν σταθερά πεδία ενδιαφέροντος. Για την αλβανική πλευρά, οι ελληνικές αναφορές στη Βόρειο Ήπειρο, οι φόβοι περί παρεμβατισμού και η ιστορική εμπειρία της αλβανικής μετανάστευσης στην Ελλάδα, τροφοδοτούν συχνά ένα υπόστρωμα επιφυλακτικότητας. Μέσα σε αυτό το φορτισμένο πεδίο, κάθε νέα τοπική κρίση μπορεί εύκολα να αποκτήσει σημασίες που υπερβαίνουν το άμεσο αντικείμενό της.
Ο λόγος του Μπίντο κινείται ακριβώς πάνω σε αυτό το υπόστρωμα. Δε χρειάζεται να αναπτύξει ένα πλήρες ιστορικό επιχείρημα για τη Βόρειο Ήπειρο ή την Τσαμουριά. Αρκεί να ενεργοποιήσει τις συμβολικές τους απολήξεις. Η Τσαμουριά, ειδικότερα, δε λειτουργεί μόνο ως ιστορική αναφορά. Μετατρέπεται σε κριτήριο πατριωτικής νομιμοφροσύνης: όποιος δεν τοποθετείται με τον αναμενόμενο τρόπο απέναντι στο ζήτημα, μπορεί ευκολότερα να παρουσιαστεί ως σιωπηλός, ύποπτος ή εξαρτημένος από άλλες εθνικές αφηγήσεις. Με αυτόν τον τρόπο, η ιστορική μνήμη δε χρησιμοποιείται απλώς για να ερμηνεύσει το παρόν, αλλά για να ταξινομήσει πολιτικά τους δρώντες του παρόντος. Οι αναφορές αυτές δε λειτουργούν ως εργαλεία ιστορικής κατανόησης, αλλά ως κώδικες πολιτικής μνήμης. Με ελάχιστες λέξεις μεταφέρουν τη σημερινή διαμαρτυρία σε ένα πεδίο εθνικής ευαισθησίας. Η ιστορία, σε αυτή την περίπτωση, δε χρησιμοποιείται για να φωτίσει το παρελθόν. Χρησιμοποιείται για να αναπλαισιώσει το παρόν.
Η πολιτική λειτουργία αυτής της στρατηγικής είναι σαφής. Όταν η κρίση παρουσιάζεται ως ζήτημα διαφάνειας, ιδιοκτησίας, περιβάλλοντος και θεσμικής λογοδοσίας, η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει σε συγκεκριμένα και ενδεχομένως δύσκολα ερωτήματα. Όταν όμως η ίδια κρίση παρουσιάζεται ως προϊόν εξωτερικής υποκίνησης, το πεδίο της αντιπαράθεσης αλλάζει. Η κυβέρνηση δεν εμφανίζεται πλέον, πρωτίστως ως φορέας που οφείλει να λογοδοτήσει για τις επιλογές του, αλλά ως θεματοφύλακας της εθνικής κυριαρχίας απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις. Η διαμαρτυρία μετατρέπεται, από κοινωνικό αίτημα σε ζήτημα εθνικής άμυνας, ενώ η αμφισβήτηση των κυβερνητικών αποφάσεων μπορεί να παρουσιαστεί ως μέρος μιας ευρύτερης αποσταθεροποιητικής δυναμικής.
Η ίδια μετατόπιση επηρεάζει και τη θέση των διαδηλωτών. Οι κάτοικοι δεν αντιμετωπίζονται πλέον μόνο ως πολίτες, που διεκδικούν δικαιώματα ή ζητούν διαφάνεια. Επανεγγράφονται σε ένα αφήγημα εξωτερικής επιρροής, μέσα στο οποίο μπορούν να εμφανιστούν ως φορείς, διαμεσολαβητές ή ακόμη και άθελα εργαλεία ενός ξένου σχεδίου. Με αυτόν τον τρόπο, η νομιμότητα της διαμαρτυρίας δεν αμφισβητείται, κυρίως, μέσω της αποδόμησης των αιτημάτων της, αλλά μέσω της αμφισβήτησης των υποκειμένων που τα διατυπώνουν. Το ερώτημα δεν είναι πια αν οι κάτοικοι έχουν λόγους να διαμαρτύρονται, αλλά αν η διαμαρτυρία τους εξυπηρετεί άλλους σκοπούς.
Οι συνέπειες αυτής της διαδικασίας είναι διπλές. Στο εσωτερικό της Αλβανίας, μια κοινωνική κινητοποίηση εθνικοποιείται και, μέσω αυτής της εθνικοποίησης, αποδυναμώνεται η αυτονομία της. Η συζήτηση απομακρύνεται από τη διακυβέρνηση, τα δικαιώματα, την ιδιοκτησία και το περιβάλλον και μεταφέρεται στο πεδίο της εξωτερικής επιρροής. Στο επίπεδο των ελληνοαλβανικών σχέσεων, η Σβέρνιτσα προστίθεται σε μια ήδη επιβαρυμένη ακολουθία επεισοδίων και συμβολικών αντιπαραθέσεων: Χειμάρρα, Μπελέρης, μειονοτικά δικαιώματα, ευρωπαϊκή ένταξη, ελληνικές ευαισθησίες, αλβανικές αντιδράσεις, Βόρειος Ήπειρος, Τσαμουριά. Κάθε νέο επεισόδιο δεν αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένη υπόθεση, αλλά εγγράφεται σε μια συσσωρευμένη μνήμη δυσπιστίας.
Με αυτή την έννοια, η Σβέρνιτσα δεν είναι απλώς μια διαμάχη γύρω από μια τουριστική επένδυση. Γίνεται ακόμη ένας κρίκος στην αλυσίδα των πολιτικών και συμβολικών ανταγωνισμών ανάμεσα στις δύο χώρες. Από την αλβανική πλευρά, η επίκληση του ελληνικού παράγοντα προσφέρει έναν τρόπο εθνικής θωράκισης απέναντι σε μια εσωτερική κρίση. Από την ελληνική πλευρά, τέτοιες αναφορές ενδέχεται να ενισχύσουν την αίσθηση ότι ζητήματα μειονότητας, ιδιοκτησίας και πολιτικής εκπροσώπησης αντιμετωπίζονται στην Αλβανία, μέσα από ένα φίλτρο καχυποψίας. Η εσωτερική χρήση της εξωτερικής απειλής δεν παραμένει, επομένως, απολύτως εσωτερική. Παράγει διπλωματικό υπόλειμμα, τροφοδοτεί στερεότυπα και δυσχεραίνει την αποσύνδεση των επιμέρους κρίσεων από το ιστορικό βάρος των διμερών σχέσεων.
Η ουσία, συνεπώς, δε βρίσκεται μόνο στην ένταση του λόγου του Μπίντο, ούτε απλώς στην αντιπαράθεση με την Ελλάδα. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο λόγος αυτός ανασυντάσσει ολόκληρη την αλυσίδα νοημάτων: από το τοπικό στο εθνικό, από το κοινωνικό στο γεωπολιτικό, από την επένδυση στην ιστορική μνήμη, από τον κάτοικο στον Έλληνα. Όταν μια κοινωνία καλείται να δει τους κατοίκους, όχι ως φορείς αιτημάτων αλλά ως προέκταση ενός εξωτερικού παράγοντα, η δημόσια συζήτηση έχει ήδη απομακρυνθεί από την ουσία της κρίσης. Το ερώτημα δεν είναι πλέον τι συμβαίνει στη Σβέρνιτσα. Είναι ποιος κρύβεται πίσω από τη Σβέρνιτσα. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό αποτέλεσμα της αναπλαισίωσης — και ο λόγος για τον οποίο η υπόθεση αφορά, όχι μόνο την αλβανική, εσωτερική πολιτική, αλλά και την εύθραυστη αρχιτεκτονική των ελληνοαλβανικών σχέσεων.
Η κ. Βέρα Τίκα είναι συνεργάτης του Κέντρου Πολιτικών Ερευνών του Παντείου Πανεπιστημίου και μέλος του Far Right Analysis Network (FRAN)