Ενδιαφέρουσες επανεκδόσεις και νέες ταινίες τρόμου που τείνουν προς το αδιάφορο αλλά και ένα ξεχωριστό animation, συνθέτουν το μωσαϊκό στις ταινίες της εβδομάδας που αρχίζει σήμερα και ολοκληρώνεται την ερχόμενη Πέμπτη με κινηματογραφικές προβολές σε θερινά σινεμά αλλά και χειμερινές αίθουσες.
Βαθμολογία
5: εξαιρετική
4: πολύ καλή
3: καλή
2: ενδιαφέρουσα
1: μέτρια
0: απαράδεκτη
«Toy Story 5»
Παραγωγή: ΗΠΑ, 2026
Σκηνοθεσία: Άντριου Στάντον και Μακένα Χάρις – Κινούμενα σχέδια
Mια ακόμη επιστροφή στις αίθουσες του animation κόσμου που λέγεται «Toy Story» με μια πέμπτη ταινία, από μόνο του δηλώνει την επιτυχία αυτής της «σειράς» που ξεκίνησε το 1995 αγκαλιάζοντας εν μία νυκτί, μικρούς και μεγάλους. Βέβαια, έχοντας παρακολουθήσει όλη αυτή την πορεία των 30 τελευταίων ετών, κάπου μέσα σου, νιώθεις την επανάληψη και το ότι ο κύκλος έχει πια κλείσει.
Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, το νεότερο κοινό που ίσως δεν ξέρει ακόμα τον καουμπόι Γούντι (φωνή Τομ Χανκς/ Άλκις Κούρκουλος) τον αστροναύτη Μπαζ (φωνή Τιμ Αλεν/ Γιώργος Λιάντος) και την υπόλοιπη παρέα των πάνινων κούκλων, καλό είναι να ανακαλύψει τον κόσμο τους που για μια ακόμη φορά ζωντανεύει στη μεγάλη οθόνη, με τη σφραγίδα της εμβληματικής PIXAR.
Και πάλι, οι κούκλες δε λένε να το βάλουν κάτω μπροστά στην τεχνολογική εξέλιξη που απειλεί να τις στείλει στην απομόνωση. Εδώ, το μερίδιο του λέοντος έχει η ατίθαση Τζέσι (φωνή Τζόαν Κιούζακ/ Άριελ Κωνσταντινίδη), η σερίφης των κουκλών που παρέα με το άλογό της, τον Άπαιχτο (φωνή Ηλίας Φουντούλης) θα προσπαθήσει να «σώσει» την «αφεντικίνα» της την Μπόνι (φωνή Σκάρλετ Σπίαρς/ Μυρτώ Φαραζή).
Γιατί η Μπόνι, δείχνει και αυτή παρασυρμένη πια από τη γοητεία των ψηφιακών παιχνιδιών, για την ακρίβεια μιας ταμπλέτας, της Λίλιπαντ (φωνή Γκρέτα Λι/ Αφροδίτη Κατσαρού). Η απαξία των κουκλών που τόσο αγαπούσε σπαράζει την καρδιά τους, όπως άλλωστε και τη δική μας.
Οπότε θα αρχίσει μια περιπέτεια ακριβώς στο ύφος των προηγούμενων ταινιών και όπως πάντα δε θα λείπει το μήνυμα της συντροφικότητας, της ομαδικότητας και της αγάπης. Αυτά τα στοιχεία που έκαναν τη σειρά τόσο αξιαγάπητη σε τόσες και τόσες γενιές λειτουργούν ακόμη αποτελεσματικά σε μια ταινία που δεν κατακρίνει τα παιχνίδια της προηγμένης τεχνολογίας αλλά λέει ότι μπορούν να συνυπάρξουν με τα άλλα.
Βαθμολογία: 3
Προβάλλεται σε 215 ανοιχτές και κλειστές αίθουσες σε όλη την Ελλάδα
————————————
«Θανάσιμα πλούσιος» (How to Make a Killing)

Παραγωγή: HΠΑ/ Γαλλία, 2026
Σκηνοθεσία: Τζον Πάτον Φορντ
Ηθοποιοί: Γκλεν Πάουελ, Μάργκαρετ Κουόλεϊ, Εντ Χάρις κ.α.
Πίσω από το σενάριο αυτής της ταινίας κρύβεται μια παλιά «μαύρη» κωμωδία και μάλιστα κλασική: η βρετανική «Ο 13ος κληρονόμος» (Kind Hearts and Coronets, 1949) του Ρόμπερτ Χάμερ με τον Άλεκ Γκίνες σε οκτώ διαφορετικούς ρόλους: εκείνους των θυμάτων ενός αδικημένου κληρονόμου που αποσκοπεί στην περιουσία των προγόνων του.
Στον «Θανάσιμα πλούσιο», ο Γκλεν Πάουελ υποδύεται έναν παρόμοιο ήρωα αλλά στο σήμερα: ο Μπέκετ (Πάουελ) γεννήθηκε παρά τη θέληση του παππού του (Εντ Χάρις) και μόνος πια, δείχνει αποφασισμένος να παλέψει για όσα πιστεύει ότι του ανήκουν. Ο Μπέκετ θα μπει στη διαδικασία εξολόθρευσης των συγγενών του σε μια αλληλουχία δολοφονιών.
Kαι αυτό θα σημάνει τη δημιουργία ευφάνταστων επεισοδίων μακάβριας λογικής όπου όμως το στοιχείο του χιούμορ δείχνει να έχει τον πρώτο λόγο, κάτι σαν μια κωμική εκδοχή του Τομ Ρίπλεϊ, του αδίστακτου αντιήρωα των μυθιστορημάτων της Πατρίσια Χάισμιθ και των ταινιών που τα ακολούθησαν. Επίσης, η ταινια αναδεικνύει το ταλέντο της νεαρής ηθοποιού Μάργκαρετ Κουάλεϊ («The substance: Το ελιξίριο της νιότης») που υποδύεται τη «μοιραία» γυναίκα της ιστορίας.
Αν και δε θα την έλεγες σπουδαία ταινία, δεν μπορείς να πεις ότι δεν είναι μια πραγματικά πολύ διασκεδαστική μαύρη κωμωδία που δε σταματάει πουθενά, έχει καλούς ρυθμούς και αφήνει πίσω της μια αίσθηση πληρότητας.
Βαθμολογία: 3
ΑΘΗΝΑ: ΣΙΝΕ ΠΑΡΙ (ΠΕΜ-ΤΡΙ) – ΔΕΞΑΜΕΝΗ – ΨΥΧΙΚΟ – ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΧΑΛΑΝΔΡΙ – ΧΛΟΗ – ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ – ΑΜΥΝΤΑΣ – ΑΚΤΗ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ – ΑΕΛΛΩ – ΟΛΑ ΤΑ VILLAGE – ΟΛΑ ΤΑ OPTIONS κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: ΑΛΕΞ (ΠΕΜ-ΤΡΙ) – VILLAGE COSMOS κ.α.
«Εμμονή» (Obsession)

Παραγωγή: ΗΠΑ, 2025
Σκηνοθεσία: Κέρι Μπάρκερ
Ηθοποιοί: Μάικλ Τζόνσον, Ιντι Ναβαρέτι κ.α.
Υποτίθεται ότι αυτή η ταινία ανήκει στις πρόσφατες μεγάλες επιτυχίες του είδους τρόμου (έκανε θραύση στην Αμερική), όμως ομολογώ ότι προσωπικά με άφησε παγερά αδιάφορο, τόσο η ίδια όσο και η είδηση για την επιτυχία της.
Συνειδητά ή όχι, ο σκηνοθέτης Κέρι Μπάρκερ δείχνει να βασίζεται κυρίως στην ασφάλεια των επιρροών του από εικόνες ταινιών του Ντέιβιντ Λιντς και δεν κάνει κάποια προσπάθεια ώστε να βρει τη δική του φωνή και εδώ πιστεύω ότι την ευθύνη έχει το σενάριο του ιδίου. Γιατί το βασικό πρόβλημα της ταινίας είναι ότι δε «κινείται».
Με μια ανυπόφορη επαναληπτικότητα ο Μπάρκερ αναμοχλεύει πράγματα που έχουμε ήδη καταλάβει από πολύ νωρίς: για κάποιο λόγο, μια κοπέλα (Ιντι Ναβαρέτι) με την οποία ένας νεαρός είναι άσχημα «τσιμπημένος» (Μάικλ Τζόνστον) «δαιμονίζεται» και τον τρομάζει με τη weird, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά της.
Ένα μαγικό ραβδί ευχών που σπάζει ίσως κρύβει το μυστικό στην όλη κατάσταση όμως ο Μπάρκερ αρκείται στη λούπα αλλόκοτων αντιδράσεων και έξαλλης συμπεριφοράς της κοπέλας, στοιχεία που προκαλούν αμηχανία τόσο στην παρέα του φίλου της όσο και σε εκείνον, όπως και σε εμάς.
Ναι, το φιλμ αποφεύγει τα κλισέ με τους κουβάδες αίματος και τα μαχαίρια που πετιούνται από το πουθενά για να κατακρεουργήσουν σάρκες, όπως επίσης έχει μια ελαφριά διάθεση προσθέτοντας χιούμορ στην όλη «μαύρη» συνθήκη. Όλα αυτά όμως δε βοηθούν και τόσο την ταινία ώστε να αποκτήσει τον ρυθμό που ποτέ δεν έχει και να αποφύγει τη στατικότητα της.
Βαθμολογία: 1
Προβάλλεται σε 100 αίθουσες όλης της Ελλάδας
«Leviticus»

Παραγωγή: Αυστραλία, 2026
Σκηνοθεσία: Αντριάν Τσιαρέλα
Ηθοποιοί: Τζο Μπερντ, Στέισι Κλάουσεν, Μία Γουασικόφσκα κ.α.
Δεν βγάζουν και πολλά νόημα στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Αντριάν Τσιαρέλα που σκηνοθέτησε την ιστορία δύο Αυστραλών εφήβων, του Ναϊμ (Τζο Μπερντ) και του Ράιαν (Στέισι Κλάουσεν), με τον δεύτερο να «δαιμονίζεται» εξαιτίας του πρώτου (μάλλον), ο οποίος στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας τρέχει για να κρυφτεί από την απειλή του (εδώ η ταινία θυμίζει και λίγο ζόμπι movie).
Ο όρος «gay splatter» ακούγεται «πιασάρικο» pitch, όντως. Ομως αυτή η ταινία αρκείται μόνο στο… pitch. Το περιεχόμενο είναι ανύπαρκτο – υπάρχει μόνο μια ιδέα που δεν υλοποιείται ποτέ – και όσο για τις αναφορές στον «Εξορκιστή», τα κόκαλα του Γουίλιαμ Φρίντκιν θα πρέπει να τρίζουν ακόμα.
Το «Leviticus» είναι ένας τόσο μεγάλος σεναριακός αχταρμάς που τα όμορφα πλάνα που στήνει ο Τσιαρέλα (γιατί το κάδρο το έχει) σε αφήνουν (επιεικώς) αδιάφορο. Ακόμα και σαν αφαιρετική αλληγορία (τίνος πράγματος άραγε;) δεν μπορείς με τίποτα να χωνέψεις αυτήν την ταινία στην οποία, συν τοις άλλοις, οι δύο βασικοί ηθοποιοί (ιδίως ο Μπερντ που θυμίζει λίγο τον Ιλον Μασκ σε μεταεφηβική ηλικία) παίζουν τόσο ψεύτικα που αναρωτιέσαι για το πόσο νηφάλιος ήταν ο σκηνοθέτης όταν γύριζε την ταινία.
Ένα φιάσκο, με άλλα λόγια, στο οποίο η εκνευριστική μουσική του Τζεντ Κουρζελ, απλώς κάνει την εμπειρία ακόμα πιο επώδυνη από όσο θα ήταν αν η ταινία δεν είχε καθόλου μουσική.
Βαθμολογία: 1
ΑΘΗΝΑ: ΑΕΛΛΩ – ΗΛΕΚΤΡΑ – ΝΑΝΑ – ΦΛΕΡΥ – VILLAGE MALL κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ – OPTIONS κ.α.
Επανεκδόσεις
«Ψυχώ» (Psycho, ΗΠΑ, 1960) του Άλφρεντ Χίτσκοκ

Μετά την επιτυχία της ταινίας «Στην σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων» (1959) και ενώ η τηλεοπτική σειρά «Alfred Hitchcock Presents» διένυε την πέμπτη σεζόν της, ο Αλφρεντ Χίτσκοκ σκηνοθέτησε την πιο εμβληματική ταινία της καριέρας του: η «Ψυχώ» που έκανε πρεμιέρα στις 16 Ιουνίου 1960 στη Νέα Υόρκη προκάλεσε θόρυβο όσο καμία άλλη ταινία του Χίτσκοκ, άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος παρακολουθούσε θρίλερ, και για χάρη της, 52 χρόνια αργότερα γυρίστηκε μια άλλη ταινία, το «Hitchcock», που εν ήδη μυθοπλασίας αναφέρεται στο παράξενο ιστορικό της (με πρωταγωνιστή τον Αντονι Χόπκινς στον ρόλο του Χίτσκοκ).
Η «Ψυχώ» στοίχισε πάμφθηνα, μόλις 800.000 δολάρια, εκ των οποίων τα 9.000 πήγαν στα δικαιώματα του μυθιστορήματος του Ρόμπερτ Μπλοχ στο οποίο στηρίχθηκε το σενάριο (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Public). Ο Χίτσκοκ την γύρισε με το συνεργείο της σειράς «Alfred Hitchcock Presents», ακολουθώντας τους ταχείς ρυθμούς γυρισμάτων για την τηλεόραση. Δεν είχε στην διάθεσή του ηθοποιούς σταρ και επίσης επέλεξε το ασπρόμαυρο φιλμ σε μια εποχή που το ασπρόμαυρο πέθαινε.
Και όμως αυτοί οι «περιορισμοί», με την βοήθεια ενός ευφυούς λανσαρίσματος που επέβλεψε ο ίδιος ο Χίτσκοκ (ηχογραφώντας ακόμα και δίσκους βινυλίου) αποδείχθηκαν άκρως λειτουργικοί. Η «Ψυχώ», ένα κλειστοφοβικό θρίλερ στο οποίο παρακολουθούμε την πορεία μιας κλέφτρας (Τζάνετ Λι) που καταλήγει στο απομονωμένο μοτέλ ενός παράξενου τύπου (Άντονι Πέρκινς) κέρδισε τον τίτλο της «σκοτεινότερης δημιουργίας του Χίτσκοκ» και υπήρξε η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία της καριέρας του αποφέροντας έσοδα της τάξεως των 13 εκατ. δολαρίων στην Α’ προβολή της. Περιέχει μια από τις πιο εμβληματικές κινηματογραφικές σεκάνς όλων των εποχών _ τη σκηνή μιας δολοφονίας στο μπάνιο _ και η ιδέα της διπλής προσωπικότητας του κεντρικού ήρωα, ενέπνευσε και εξακολουθεί να εμπνέει αμέτρητους σκηνοθέτες που μιμήθηκαν το στυλ του Χίτσκοκ χωρίς ποτέ να το φτάσουν.
Βαθμολογία: 5
ΑΘΗΝΑ:
«Αμελί»

(Le Fabuleux Destin d’Amélie Poulain, Γαλλία, 2001) του Ζαν Πιέρ Ζενέ
Σύγχρονο παραμύθι με την απόλυτη έννοια της λέξεως, η «Αμελί» με το αγγελικό πρόσωπο αλλά και την εμβληματική φιγούρα της Οντρεϊ Τοτού (στον ρόλο που θα την συνοδεύει για πάντα) ηλικιακά αλλά και ουσιαστικά βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην Ζαζί του Λουί Μαλ της ταινίας «Η Ζαζί στο Μετρό» και στην Βερόνικα του Κριστόφ Κισλόφσκι στην ταινία «Η διπλή ζωή της Βερόνικα». Κατ’ αρχάς, όπως στις δυο προγενέστερες ταινίες, η Αμελί είναι μια κοπέλα που κινείται μέσα στο Παρίσι, τον κρυφό- φανερό άσο του σεναρίου της «Αμελί» και ίσως την πραγματική αφορμή του Ζενέ για να γυρίσει την ταινία.
Η Μονμάρτη της «Αμελί» είναι η Χώρα των Θαυμάτων της Αλίκης, εκεί όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν (διόλου τυχαία αυτή είναι η πρώτη ταινία που ο Ζενέ σκηνοθέτησε σε αυθεντικούς χώρους γυρισμάτων και όχι στο στούντιο). Επίσης, όπως η Ζαζί και η Βερόνικα, η Αμελί «χορεύοντας» πάνω στο διαχωριστικό νήμα πραγματικότητας -ονείρου, όχι μόνον απορροφάται από τον κόσμο της φαντασίας αλλά κατορθώνει να επιβάλλει τους «κανόνες» του αντιστρέφοντας τελικά την πραγματικότητα, προκαλώντας ανάταση ψυχική και πνευματική.
Ο Ζενέ των ταινιών «Ντελικατέσεν» και «Η πόλη των χαμένων παιδιών», μας προσκαλεί στον υπέροχο, πολύχρωμο κόσμο της φαντασίας της Αμελί και δεν σταματά ούτε στιγμή να παράγει τρυκ μέσα από το μαγικό καπέλο του. Η έμπνευσή του είναι αστείρευτη· σου δίνει πραγματικά την εντύπωση ότι αυτή την φορά θέλησε να ξεπεράσει κάθε όριο αλλά προς την ανάποδη, προς την αθωώτητα. Όχι όμως με ευκαιριακά βεγγαλικά του εύκολου εντυπωσιασμού. Κάθε τι στην «Αμελί», από την τελευταία λεπτομέρεια στο ντεκόρ μέχρι την τελευταία, απίστευτη ,φελινική φιγούρα, δικαιολογείται σεναριακώς και πιάνει τόπο.
Βαθμολογία: 4
ΑΘΗΝΑ: CINE PARIS – ΕΛΛΗΝΙΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ – ΛΑΟΥΡΑ – ΝΑΝΑ – ΣΙΝΕ ΚΗΠΟΣ – ΣΙΝΕ ΦΛΕΡΥ – ΒΑΡΚΙΖΑ – ΚΟΡΑΛΙ
«Η σκύλα»

(Scarlet Street, ΗΠΑ, 1946) του Φριτς Λανγκ
Ένα από τα πιο καταθλιπτικά μελοδραματικά νουάρ όλων των εποχών η «Σκύλα» είναι το χρονικό της απελπισίας μιας σχέσης που από την αρχή δείχνει καταδικασμένη. Στην μία πλευρά ο μεσήλικάς υπάλληλος τραπέζης, ερασιτέχνης ζωγράφος, ένας άνθρωπος από φύση του ευγενής που ζει μια ήσυχη, μοναχική ζωή, χωρίς να ενοχλεί κανέναν. Στην άλλη πλευρά μια νεότερή του γυναίκα, όμορφη, φιλόδοξη και εντελώς αδίστακτη, χωρίς κανέναν απολύτως φραγμό.
Το γεγονός ότι ο άντρας την ερωτεύεται πυροδοτεί μια σειρά από σκηνές ταπείνωσης και πλήρους εξευτελισμού του από την γυναίκα και είναι κάπως περίεργο να βλέπεις σε αυτόν τον ρόλο τον Εντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον, που είχε κάνει καριέρα παίζοντας σκληρούς άντρες του υποκόσμου (ανάμεσά τους και ο «Μικρός Καίσαρας», εμπνευσμένος από τον γκάνγκστερ Αλ Καπόνε). Στην ουσία, ο Λάνγκ έκανε μια παραλλαγή του «Γαλάζιου αγγέλου», της κλασικής ταινίας του Γιόζεφ Φον Στέρνμπεργκ με τον Εμίλ Γιάνινγκς πιασμενο στην φακα της Μαρλέν Ντίτριχ. Η Τζόαν Μπένετ στον ρόλο της γυναίκας – αράχνης φτιάχνει μια από τις πιο εντυπωσιακές femme fatales της ιστορίας του νουάρ
Βαθμολογία: 3
ΑΘΗΝΑ: ZEΦYΡOΣ
