Το πολιτικό καύσιμο του πατριωτισμού

... η προσπάθεια σύγκλισης με την Τουρκία έδωσε το χρόνο στη χώρα να ενδυναμωθεί τόσο επί του πεδίου όσο και στη διπλωματία. Αυτή, σύμφωνα με τους κυβερνώντες, είναι μια κατεξοχήν πατριωτική πολιτική

Το πολιτικό καύσιμο του πατριωτισμού

Εθνικό καθήκον ή μέθοδος εξασφάλισης του μέγιστου δυνατού εκλογικού οφέλους; Πώς προσλαμβάνει κάθε πολιτικός χώρος τον «πατριωτισμό» και σε τι βαθμό αυτή η- ευρύτατη στον ορισμό- έννοια επηρεάζει τα κομματικά προγράμματα και τον εκάστοτε κυβερνητικό σχεδιασμό; Και κυρίως, γιατί ο πατριωτισμός στην Ελλάδα αποτελεί διαχρονικά το μήλο της έριδος μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων;

Πατριωτισμός στην πολιτική σημαίνει συμμετοχή στα κοινά με κίνητρο την αγάπη για την πατρίδα, αλλά και δράση υπέρ του κοινού καλού υπερβαίνοντας τις κοινωνικές, ταξικές ή άλλες διαιρέσεις. Κατ’ άλλους, όχι τόσο συντηρητικούς, όπως ο Γιούργκεν Χάμπερμας, πατριωτισμός σημαίνει μαζική συμμετοχή στην πολιτική ζωή ώστε να επιτυγχάνεται το μέγιστο δυνατό κοινωνικό όφελος.

Ανεξαρτήτως ορισμών, βέβαιο είναι ότι όσο πιο ταραγμένη είναι η εποχή, τόσο η έννοια του πατριωτισμού, ενδεδυμένη με το αίτημα της ασφάλειας και της επιστροφής στις παλαιές παραδοσιακές ταυτότητες, ανεβαίνει ψηλά στην ατζέντα της πολιτικής επικοινωνίας. Εξ ου και στην Ελλάδα σήμερα, η πλειοψηφία των κομμάτων, αλλά και οι προσωπικότητες που διεκδικούν διακριτά μερίδια στην επόμενη μέρα, ρέπουν όλο και περισσότερο στην κατά το δοκούν χρήση του πατριωτισμού. Εξ ου και η πληθώρα των επιθέτων που τον συνοδεύουν: «υπεύθυνος», «νέος», «σύγχρονος» ή ακόμα και «ρεαλιστικός».

Εντός εκτός και επί τα αυτά της Νέας Δημοκρατίας

Η Νέα Δημοκρατία, ως κληρονόμος της μεταπολεμικής συντηρητικής παράταξης, φέρει εκ των πραγμάτων το πρόσημο της πατριωτικής πολιτικής δύναμης. Όχι, φυσικά, υπό τους διαιρετικούς όρους του μετεμφυλιακού διπόλου «εθνικόφρονες- κομμουνιστές», αλλά από το 1974 έως και σήμερα ως η δύναμη που επικεντρώνεται στην ενίσχυση της εθνικής ασφάλειας και των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και τη θωράκιση των συνόρων.

Για τη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη ο πατριωτισμός αποτελεί τη μία κορυφή της περίφημης τριγωνοποίησης: κοινωνική πολιτική για τους πολλούς, (νέο)φιλελευθερισμός στην οικονομία, σκληρή ατζέντα στα ζητήματα ασφάλειας, άμυνας και μετανάστευσης. Αυτό το πεδίο, άλλωστε, αποδείχθηκε ιδιαιτέρως ευνοϊκό για τον πρωθυπουργό, ο οποίος ψήλωσε πολιτικά μετά τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών κρίσεων στον Έβρο και το Καστελλόριζο, ενώ μετά τη δεκαετή οικονομική κρίση η κυβέρνηση πιστώνεται τη μετάβαση των Ενόπλων Δυνάμεων στη νέα εποχή.

Ερωτηματικό και αιτία αντιπαράθεσης στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, πάντα ως προς τον πατριωτισμό της, παραμένει η πολιτική των «ήρεμων νερών». Σύμφωνα με την άποψη που επικρατεί στο Μέγαρο Μαξίμου και το Υπουργείο Εξωτερικών, η προσπάθεια σύγκλισης με την Τουρκία έδωσε το χρόνο στη χώρα να ενδυναμωθεί τόσο επί του πεδίου όσο και στη διπλωματία. Αυτή, σύμφωνα με τους κυβερνώντες, είναι μια κατεξοχήν πατριωτική πολιτική.

Αυτός, όμως, που κατά τον Γιώργο Γεραπετρίτη είναι «αληθινός πατριώτης», που δηλαδή «υποτάσσει το εγώ στο πραγματικό συμφέρον της πατρίδας», είναι για τον Αντώνη Σαμαρά «εθνικός μειοδότης». Η αναμενόμενη είσοδος του πρώην πρωθυπουργού στην κεντρική πολιτική σκηνή είναι βέβαιο ότι θα έχει πυξίδα τον πατριωτισμό, όπως τουλάχιστον τον εννοεί ο ίδιος. Στην ίδια θάλασσα κινούνται οι λοιπές κοινοβουλευτικές δυνάμεις στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας. Ούτε αυτοί καλύπτονται από τον «ψευδοπατριωτισμό»- όπως τον αποκαλούν- του Μητσοτάκη.

Διακριτός πόλος, όμως, υπάρχει και εντός της κυβέρνησης. Είναι ο υπουργός Άμυνας Νίκος Δένδιας, ο οποίος όταν το καλοκαίρι του 2023 ανέλαβε τα νέα καθήκοντά του κινήθηκε αυτομάτως και εμφανώς σε πιο σκληρούς πατριωτικούς τόνους. Παρότι ήταν αυτός που μετά τους καταστροφικούς σεισμούς στην Τουρκία είδε, τότε ως υπουργός Εξωτερικών, «παράθυρο ευκαιρίας» για μακρά ειρήνη με την Τουρκία. Δεν είναι μόνο το χαρτοφυλάκιο του κ. Δένδια που επιτάσσει άλλη ρητορική. Φαίνεται ότι ο ίδιος διακρίνει εδώ και καιρό ένα κενό στην ιδεολογική- πατριωτική ατζέντα της κυβέρνησης και σπεύδει να το καλύψει. «Nα προσέχουν οι εχθροί μας γιατί έχουμε πολύ σκληρό πετσί και πολύ πικρή σάρκα αν μας δαγκώσουν», είπε σε μια από τις τελευταίες δημόσιες εμφανίσεις του ο υπουργός Άμυνας.

Η ανάγκη για έναν «νέο πατριωτισμό»

Η Αριστερά, κομμουνιστική και μη, φέρει τραύμα ως προς τον πατριωτισμό της ήδη από την εποχή του Μακεδονικού Ζητήματος κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Όταν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950 το Κυπριακό Ζήτημα συγκλόνισε και την Ελλάδα, η συμμετοχή της ΕΔΑ στις διαδηλώσεις λειτούργησε λυτρωτικά για τον χώρο- ήταν μια απόδειξη ότι δρα υπέρ των εθνικών- κι όχι αλλότριων- συμφερόντων.

Ουδέποτε, όμως, η Αριστερά πρότασσε τον πατριωτισμό ως κινητήρια δύναμη της ιδεολογίας και της πολιτικής της. Αυτό φαίνεται ότι επιχειρεί ν’ ανατρέψει ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος άλλωστε ως πρωθυπουργός κατηγορήθηκε κατά κόρον για μια όχι και τόσο πατριωτική εξωτερική πολιτική. Αρκεί κανείς να θυμηθεί τη δήλωσή του για τη «θάλασσα που δεν έχει σύνορα», πολλώ δε μάλλον τη Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα των εκ διαμέτρου διαφορετικών προσεγγίσεων περί πατριωτισμού: ήταν μια υπεύθυνη κίνηση δια της οποίας η Ελλάδα ισχυροποιήθηκε στα Βαλκάνια ή μια «προδοσία» των ιερών, ιστορικών συμβόλων της Μακεδονίας; «Πατριωτισμός είναι να κάνουμε τη χώρα ηγέτιδα δύναμη σταθερότητας και συνεργασίας στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης», έλεγε ο κ. Τσίπρας τον Ιούνιο του 2018 στη συζήτηση για την πρόταση μομφής εναντίον της κυβέρνησής του με αφορμή τη Συμφωνία.

Καθώς σήμερα επιχειρεί να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο ακροατήριο, ο Αλέξης Τσίπρας λανσάρει τον «νέο πατριωτισμό», όχι όμως με έμφαση αμιγώς στην εκπόνηση μιας σκληρής εξωτερικής πολιτικής αλλά ως συνεκτική πλατφόρμα απέναντι «στην ολιγαρχία και τη κλεπτοκρατία. Από τη μια η πατρίδα μας από την άλλη τα πλούτη τους. Αυτή είναι η σύγχρονη διαχωριστική γραμμή». Μπορεί, λοιπόν, ο πατριωτισμός της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛΑΣ) να μην ταυτίζεται με αυτόν της Νέας Δημοκρατίας, ο κ. Τσίπρας όμως γνωρίζει ότι για να πλειοψηφήσει θα πρέπει να ξεπεράσει τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και να μεταπηδήσει δεξιότερα στην εθνική ατζέντα.

Το πατριωτικό ΠΑΣΟΚ

Ο πατριωτισμός της ΕΛ.Α.Σ θυμίζει σε πολλά αυτόν του ΠΑΣΟΚ στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Σύμφωνα, τότε, με τον Ανδρέα Παπανδρέου πατριωτισμός ήταν «το βάθεμα της δημοκρατίας, η συμμετοχή της κοινωνίας, η λογοδοσία, ο έλεγχος της εξουσίας». Γρήγορα, όμως, εντός του κινήματος αναπτύχθηκε μια σκληρή τάση, η οποία αργότερα αποκλήθηκε «πατριωτικό ΠΑΣΟΚ». Η βάση προϋπήρχε στην αντι-νατοϊκή και αντιδυτική ρητορική του ηγέτη και ιδρυτή του κόμματος: «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες».

Ο Παπανδρέου αντιμετώπισε με πυγμή την ελληνοτουρκική κρίση του 1987, οδηγώντας τη χώρα στο χείλος ένοπλης αντιπαράθεσης, λίγο μετά όμως ήταν ο ίδιος που συναντήθηκε εις διπλούν με τον ομόλογό του Τουργκούτ Οζάλ θέλοντας ν’ αμβλύνει τους κινδύνους μιας ανάφλεξης. Ο Παπανδρέου ήταν ρεαλιστής, αλλά στην ιδεολογική ταυτότητά του, όπως και σε αυτή του κόμματος θα παρέμενε έκτοτε διακριτό το εθνικό πρόσημο, το εθνικό πρόσημο. Για το ΠΑΣΟΚ της κρίσης, ο πατριωτισμός έλαβε άλλα χαρακτηριστικά. «Πατριωτισμός είναι να πάρεις μια δύσκολη απόφαση με κόστος για το κόμμα, αλλά όφελος για την πατρίδα», έλεγε η Φώφη Γεννηματά, αναδεικνύοντας το γεγονός ότι την εποχή των μνημονίων το ΠΑΣΟΚ δε φυγομάχησε. Πλήρωσε, όμως, ακριβά την επιλογή του.

Απ’ τις πρώτες ημέρες της αρχηγίας του ο Νίκος Ανδρουλάκης κρατάει ψηλά τη σημαία του πατριωτισμού με προμετωπίδα τις πρωτοβουλίες του – ήδη ως ευρωβουλευτής – για την επιβολή εμπάργκο όπλων στην Τουρκία, αλλά και την πολιτική του κόμματος για την εκμετάλλευση των δυνητικών ενεργειακών πόρων (νόμος Μανιάτη) παρά τις αντιδράσεις της Άγκυρας. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ γνωρίζει ότι η άκρως απαραίτητη αύξηση των ποσοστών περνά από τον δρόμο του πατριωτισμού.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version