Οι επιπτώσεις των γεωπολιτικών εξελίξεων στην ενέργεια, την οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια βρέθηκαν στο επίκεντρο της εκδήλωσης με θέμα «Γεωπολιτικές εξελίξεις και Ενέργεια», που διοργάνωσε το Ινστιτούτο για τη Σοσιαλδημοκρατία (Insocial) στην αίθουσα «Γεώργιος Καράντζας» της ΕΣΗΕΑ.
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά, καθώς οι εξελίξεις στον πόλεμο της Ουκρανίας και η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν άμεσα την ενεργειακή ασφάλεια, τις τιμές των καυσίμων και τον στρατηγικό σχεδιασμό της Ευρώπης. Μέσα σε αυτό το ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, οι προκλήσεις για την Ελλάδα και την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων για την επόμενη ημέρα.
Στην εκδήλωση συμμετείχαν οι Μίλτος Ασλάνογλου, πρώην Αντιπρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, Παντελής Κάπρος, Ομότιμος Καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας του ΕΜΠ και Κώστας Μαθιουδάκης, Καθηγητής ΕΜΠ και πρώην Γενικός Γραμματέας Ενέργειας. Τη συζήτηση συντόνισε η Πέγκυ Ζαγορίτη, Δρ. Πολιτικών Επιστημών του ΕΚΠΑ.

Ο Παντελής Κάπρος επικεντρώθηκε στις μεγάλες ανατροπές που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια στη διεθνή αγορά φυσικού αερίου, επισημαίνοντας ότι το παραδοσιακό μοντέλο των μακροχρόνιων συμβολαίων έχει σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από μια παγκόσμια αγορά spot, στην οποία κυριαρχεί πλέον το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG).
Όπως ανέφερε, μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία η Ευρώπη εξαρτάται πλέον σχεδόν αποκλειστικά από τη διεθνή αγορά LNG, με αποτέλεσμα οι τιμές να παρουσιάζουν έντονες διακυμάνσεις και να επηρεάζονται άμεσα από γεωπολιτικές εξελίξεις και διεθνείς κρίσεις. Παράλληλα, σημείωσε ότι η αγορά φυσικού αερίου έχει αποσυνδεθεί από την αγορά πετρελαίου, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την πρόβλεψη της πορείας των τιμών.

Ο καθηγητής του ΕΜΠ υπογράμμισε ότι, παρά τη σημαντική ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθούν να επηρεάζονται δυσανάλογα από το φυσικό αέριο. Οι μονάδες φυσικού αερίου εξακολουθούν να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις τιμές στη χονδρεμπορική αγορά, με αποτέλεσμα το όφελος από το χαμηλό κόστος των ΑΠΕ να μην φτάνει στον καταναλωτή.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα της αποθήκευσης ενέργειας, τονίζοντας ότι η Ελλάδα εξάγει φθηνή ηλεκτρική ενέργεια όταν υπάρχει υψηλή παραγωγή από ΑΠΕ και εισάγει ακριβότερη όταν αυξάνεται η ζήτηση. Όπως εξήγησε, η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στην έλλειψη επαρκών υποδομών αποθήκευσης, που θα επέτρεπαν τη συγκράτηση της πλεονάζουσας παραγωγής και την αξιοποίησή της σε περιόδους αυξημένων αναγκών.

Από την πλευρά του, ο Μίλτος Ασλάνογλου τόνισε ότι το 90% της ελληνικής αγοράς ενέργειας λειτουργεί στη βάση της αγοράς spot, γεγονός που δυσκολεύει τη σύναψη μεγάλων και μακροχρόνιων συμβολαίων. Όπως εξήγησε, η ελληνική αγορά δεν διαθέτει τα μεγέθη κατανάλωσης που απαιτούνται για την ανάπτυξη τέτοιων συμφωνιών, ενώ σήμερα δεν υπάρχει επαρκής παραγόμενη ενέργεια στη χώρα που να μπορεί να συμβολαιοποιηθεί σε μεγάλη κλίμακα. Ο κ. Ασλάνογλου αναφέρθηκε επίσης στις 1.700 ενεργειακές κοινότητες που λειτουργούν σήμερα στην Ελλάδα, σημειώνοντας ότι δημιουργήθηκαν σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με στόχο να ενισχύσουν κυρίως την πλευρά των καταναλωτών και όχι των παραγωγών ενέργειας.

Ο Κώστας Μαθιουδάκης επεσήμανε ότι το 77% της ενέργειας που καταναλώνεται στην Ελλάδα εισάγεται, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της ενεργειακής αυτονομίας της χώρας. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις μπαταρίες αποθήκευσης, σημειώνοντας ότι μπορούν να αναπτυχθούν ταχύτατα εφόσον επιταχυνθούν οι αδειοδοτήσεις και ξεπεραστούν τα γραφειοκρατικά εμπόδια.
Παράλληλα, στάθηκε στη σημασία της γεωθερμίας, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό γεωθερμικό δυναμικό, το οποίο παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο. Όπως ανέφερε, σήμερα η γεωθερμία αξιοποιείται κυρίως σε ιαματικά λουτρά και θερμοκήπια στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ θα μπορούσε να διαδραματίσει πολύ σημαντικότερο ρόλο στην ενεργειακή παραγωγή. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την Τουρκία, η οποία έχει αναπτύξει γεωθερμικά συστήματα ισχύος περίπου 2 GW, κατακτώντας πρωταγωνιστική θέση στον συγκεκριμένο τομέα.
Τέλος, αναφέρθηκε στο πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ενεργειακής φτώχειας στην Ευρώπη μετά τη Βουλγαρία. Όπως τόνισε, η περαιτέρω ανάπτυξη των ενεργειακών κοινοτήτων και η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τα νοικοκυριά.
Κοινό συμπέρασμα των ομιλητών ήταν ότι η ενεργειακή ασφάλεια, η αξιοποίηση των ΑΠΕ, η αποθήκευση ενέργειας και η μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.
