Στο πρώτο βλέμμα, πριν ακόμη ο επισκέπτης βρεθεί απέναντι στα κοστούμια της ταινίας «Maria» (2024) του Πάμπλο Λαραΐν, η έκθεση «Maria La Callas. Η ιταλική τέχνη των κοστουμιών της ταινίας» στο Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού θέτει το βασικό της ερώτημα: «να σας αποκαλώ Μαρία ή Κάλλας;». Ένα ερώτημα που διατρέχει ολόκληρη τη διαδρομή της έκθεσης και επιχειρεί να φωτίσει τη λεπτή, συχνά οδυνηρή, απόσταση ανάμεσα στην πραγματική προσωπικότητα της γυναίκας και τον μύθο γύρω από την υπερβολή της διασημότητας της σπουδαίας ντίβας της όπερας.
Η «Μαρία» και η «Κάλλας»
Η έκθεση, υπό το πρίσμα πάντα της ταινίας, που επικεντρώνεται στις τελευταίες ημέρες της Μαρίας Κάλλας, εξερευνά τη διπλή της υπόσταση: τη «Μαρία» της ιδιωτικής ζωής και την «Κάλλας» της σκηνής και της δημόσιας εικόνας. Στο επίκεντρο βρίσκεται το έργο του σχεδιαστή των κοστουμιών της ταινίας, του διεθνώς αναγνωρισμένου ενδυματολόγου Μάσιμο Καντίνι Παρίνι (Massimo Cantini Parrini), μέσα από 18 κοστούμια, επιλεγμένα από τα συνολικά 60 που δημιουργήθηκαν για τις ανάγκες της κινηματογραφικής παραγωγής, σε συνεργασία με σπουδαστές στη Διεύθυνση Μόδας της σχολής Polimoda της Φλωρεντίας, καθώς και κοστούμια, σχέδια και οπτικό υλικό.
Τα υπέροχα κοστούμια – πιστή αναπαραγωγή των θεατρικών πρωτότυπων κοστουμιών της Κάλλας βάσει ενδελεχούς ιστορικής έρευνας ή και ενδύματα εμπνευσμένα ως ιδέες από το φινάλε της ζωής της τη δεκαετία του ’70 – φόρεσε η Αντζελίνα Τζολί ενσαρκώνοντας την κορυφαία Ελληνίδα υψίφωνο μπροστά από την κάμερα. Και είναι η πρώτη φορά που αυτά τα 18 ενδύματα παρουσιάζονται ως ξεχωριστή έκθεση – μια φιλόδοξη συνδιοργάνωση της Πρεσβείας της Ιταλίας στην Αθήνα και του Μουσείου Μπενάκη η οποία πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Εθνικού Επιμελητηρίου Ιταλικής Μόδας.

Στιγμιότυπο από τα γυρίσματα της ταινία MARIA του Pablo Larraín. Με την ευγενική παραχώρηση των CINOBO και Faliro House.

Σχέδιο κοστουμιού του διεθνώς αναγνωρισμένου και βραβευμένου Ιταλού ενδυματολόγου Massimo Cantini
Parrini για την ταινία Maria του Pablo Larraín (2024), μικτή τεχνική σε χαρτί © Archivio Massimo Cantini Parrini
Το παρασκήνιο της προετοιμασίας
«Kαμιά φορά, το να αναπαράγεις ιστορικά στοιχεία που συνδέονται με τη Μαρία Κάλλας μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολο από το να δημιουργήσεις κάτι από την αρχή. Χρειάστηκε όχι μόνο να τα σχεδιάσουμε, αλλά και να τα εφεύρουμε ξανά, βήμα βήμα, ακολουθώντας τη σειρά της ζωής και της εικόνας της», μας λέει ο Μάσιμο Καντίνι Παρίνι, προτού εισέλθουμε στον θαυμαστό κόσμο των κοστουμιών του. Στο πλευρό του βρίσκεται ο Μασιμιλιάνο Τζιορνέτι, επιμελητής πολλών κοστουμιών της ταινίας και διευθυντής της Polimoda. «Υπήρχε πλούσιο υλικό», συνεχίζει ο βραβευμένος ενδυματολόγος. «Το βρήκαμε, το μελετήσαμε, αλλά ήταν δύσκολο να το αναπαράγουμε, γιατί τα περισσότερα από τα υλικά των κοστουμιών δεν υπάρχουν πλέον διαθέσιμα στη βιομηχανία της μόδας. Πρόκειται για ιστορικά τεκμήρια, τα οποία είναι πολύτιμα αλλά όχι πάντα διαθέσιμα.»

© Μουσείο Μπενάκη / Ανδρέας Σχοινάς
Με στόχο να αποδώσει ενδυματολογικά όχι μόνο την εξωτερική εικόνα της Κάλλας αλλά και να εμβαθύνει στην ψυχολογία της μέσω των ρούχων, ο Μάσιμο Καντίνι Παρίνι και η ομάδα του, μελέτησαν διεξοδικά φωτογραφίες, εμφανίσεις στη σκηνή και ηχογραφήσεις της Κάλλας από τη δεκαετία του 1940 έως τη δεκαετία του 1970. Μια από τις προκλήσεις ήταν η αναπαράσταση των εμβληματικών εμφανίσεων της ντίβας στις παραστάσεις της, στα εξώφυλλα των δίσκων της και στις φωτογραφίσεις της, όπως εκείνης για το περιοδικό Life. Χρησιμοποιήθηκαν τελικώς υφάσματα από φυσικές ύλες, όπως μετάξι και βαμβάκι.

Θεατρικό κοστούμι για τη «Μήδεια» στη Σκάλα του Μιλάνου (1953) ©Μουσείο Μπενάκη/Ανδρέας Σχοινάς
«Μετά την έρευνα μας, πήραμε τα υφάσματα και τα ρούχα που είχαμε ετοιμάσει με κάθε λεπτομέρεια και επισκεφθήκαμε την Αντζελίνα Τζολί στο σπίτι της, για να κάνουμε από κοντά τις δοκιμές και τις πρόβες με την ίδια. Με αυτό τον τρόπο μπορέσαμε να προσεγγίσουμε και να ερμηνεύσουμε καλύτερα την προσωπικότητα της Κάλλας», προσθέτει ο ενδυματολόγος της ταινίας. «Η Αντζελίνα Τζολί μάς υποδέχτηκε με μεγάλη ζεστασιά και συνεργάστηκε εξαιρετικά. Παρόλο που η επιλογή της να ερμηνεύσει έναν τόσο απαιτητικό ρόλο, όπως αυτόν της Κάλλας, δεν έγινε εύκολα αποδεκτή από όλους και υπήρξαν κριτικές, εκείνη ανταποκρίθηκε με σοβαρότητα και αφοσίωση.»

©Μουσείο Μπενάκη/Ανδρέας Σχοινάς
Όπως σχολιάζει ο δημιουργός των κοστουμιών: «Στον κινηματογράφο είναι εύκολο, μέσω του μακιγιάζ και των προσθετικών, να κάνεις ένα πρόσωπο να μοιάσει με το ιστορικό πρόσωπο που υποδύεται. Είναι όμως πολύ δύσκολο να αποδοθεί η πραγματική ψυχή και η ιδιοσυγκρασία αυτής της προσωπικότητας μέσα από την ηθοποιό. Πιστεύω ότι η Αντζελίνα Τζολί το πέτυχε αυτό. Μπορεί σε πολλές σκηνές να μην μοιάζει απόλυτα εξωτερικά με την Κάλλας, αλλά κατάφερε να αποδώσει την ψυχή της». Ο ίδιος τονίζει ότι εργάστηκαν κόντρα στον χρόνο: «Αναγκαστήκαμε να δουλέψουμε πυρετωδώς. Είχαμε μόλις οκτώ εβδομάδες για τις πρόβες και τις δοκιμές των κοστουμιών. Χρειάστηκε να καλύψουμε τέσσερις διαφορετικές εποχές, τέσσερις δεκαετίες: τις δεκαετίες του ’40, του ’50, του ’60 και του ’70. Όλο αυτό ήταν μια δουλειά πολύ δύσκολη και έπρεπε να γίνει σε εξαιρετικά σύντομο χρόνο.»
Μέσα στην έκθεση
Η σκηνογραφική προσέγγιση της έκθεσης δημιουργεί ένα περιβάλλον έντονα κινηματογραφικό και υποβλητικό (σαν εκείνο της προ διετίας έκθεσης «Poor things. Τα κοστούμια» με οδηγό τα 12 κοστούμια – στην ίδια αίθουσα – της βραβευμένης με Οσκαρ Χόλι Γουάντινγκτον, ενδυματολόγο στην ομώνυμη ταινία του Γιώργου Λάνθιμου). Ο επισκέπτης περνά από τη δημόσια περσόνα της ντίβας στις εύθραυστες στιγμές της γυναίκας που αποσύρεται από τη σκηνή και τη ζωή. Άριες, αποσπάσματα διαλόγων και ηχητικές αφηγήσεις συνοδεύουν τη διαδρομή, ενώ οι μορφές της Νόρμα και της Μήδειας, το διακοσμημένο με ασημένια κεντήματα και παγιέτες θεατρικό κοστούμι για την «Τόσκα» (1957), επιστρέφουν ως ιεροί σταθμοί πάνω από τη βιογραφία της Κάλλας.

Θεατρικό κοστούμι για την «Τόσκα», 1957 ©Μουσείο Μπενάκη / Ανδρέας Σχοινάς
Ανάμεσα στα εκθέματα που ξεχωρίζουν στην έκθεση, βρίσκεται η «Ρόμπα Δωματίου, 1977», ένα κοστούμι που λειτουργεί σαν ψυχογράφημα της τελευταίας περιόδου της ζωής της. Πρόκειται για μια ρόμπα από μαλλί και κασμίρ σε χρώμα κρεμ, με πλέξη αραιή και πλούσια, σε απαλή γραμμή με μακριά μανίκια. Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο με βελονάκι δημιουργεί μια ανάγλυφη υφή που μοιάζει να αγκαλιάζει προστατευτικά το σώμα. Το ένδυμα εμφανίζεται στις σκηνές της ταινίας όπου η Κάλλας βρίσκεται απομονωμένη στο σπίτι της στο Παρίσι, μακριά από τα φώτα της όπερας.

«Ρόμπα Δωματίου, 1977» © Μουσείο Μπενάκη / Ανδρέας Σχοινάς

Σχέδιο κοστουμιού του διεθνώς αναγνωρισμένου και βραβευμένου Ιταλού ενδυματολόγου Massimo Cantini
Parrini για την ταινία Maria του Pablo Larraín (2024), μικτή τεχνική σε χαρτί © Archivio Massimo Cantini Parrini
Η απλότητα του κοστουμιού, το οποίο δεσπόζει στην αίθουσα σηματοδοτώντας και την εισαγωγή του επισκέπτη στην έκθεση, έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη θεατρικότητα που χαρακτήρισε τη ζωή και την καριέρα της σοπράνο. Εδώ δεν υπάρχει η ντίβα· υπάρχει μια γυναίκα εύθραυστη, προστατευμένη μέσα σε ένα ύφασμα που μοιάζει περισσότερο με καταφύγιο παρά με σκηνικό ένδυμα. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Μάσιμο Καντίνι Παρίνι στο κείμενο που συνοδεύει το αγαπημένο του έκθεμα, λόγω της αντίθεσης που δημιουργεί ανάμεσα στην ιδιωτική και δημόσια ζωή της μεγάλης ντίβας, η ιδέα της μάλλινης ρόμπας γεννήθηκε από την ανάγκη να δημιουργηθεί «κάτι που θα την αγκάλιαζε», δίνοντας στη Μαρία μια αίσθηση οικειότητας και ασφάλειας μέσα στο σπίτι. Εδώ έχουν χρησιμοποιηθεί δύο διαφορετικές ποιότητες μαλλιού – μία πιο λεία και μία από κασμίρ με πιο έντονη υφή – δημιουργώντας ένα τρισδιάστατο αποτέλεσμα, ώστε το ένδυμα να μην δείχνει ποτέ επίπεδο μπροστά στον κινηματογραφικό φακό.

Άποψη της έκθεσης «Maria La Callas. Η ιταλική τέχνη των κοστουμιών της ταινίας» ©Μουσείο Μπενάκη / Ανδρέας Σχοινάς

© Μουσείο Μπενάκη / Ανδρέας Σχοινάς
Στα δεξιά της ολόλευκης ρόμπας από πλέξη, βρίσκεται το κοστούμι που χρησιμοποιείται στη σκηνή όπου η Μαρία Κάλλας συναντά για πρώτη φορά τον Αριστοτέλη Ωνάση, το 1959 στη δεξίωση μετά τη συναυλία στο Covent Garden. «Το βραδινό φόρεμα», όπως διαβάζουμε στο συνοδευτικό κείμενο, «αποτελείται από εφαρμοστό μπούστο από ιβουάρ μεταξωτό mikado, με μικρά κοντά μανίκια, και μάξι φούστα από μαύρο faille». Η σχέση ανάμεσα στον δομημένο κορσέ και τον όγκο της φούστας δεν είναι τυχαία καθώς δημιουργείται με αυτή τη γραμμή μια εικόνα ελέγχου και επιβλητικής παρουσίας, συμβάλλοντας στη σταδιακή διαμόρφωση της δημόσιας ταυτότητας της Κάλλας.
Σημειώνεται ότι η έκθεση μέσα από τα εμβληματικά «Made in Italy» κομμάτια της συλλογής, επανεξετάζει την κοινωνιολογική και πολιτιστική εξέλιξη τριών κρίσιμων δεκαετιών του 20ού αιώνα (’50s, ’60s και ’70s), που συνδέονται με την άνοδο της Ιταλίας στην κορυφή της βιομηχανίας της μόδας. Στο κέντρο της δεύτερης ενότητας, ένα παγκάκι, καλεί τον επισκέπτη σε παύση και ακρόαση με ειδικά ακουστικά που επιτρέπουν την εμβύθιση στις άριες που σημάδεψαν τη φωνή της Κάλλας.
Στο κείμενο – οδηγό μας στην έκθεση διαβάζουμε: «Στο βάθος της αίθουσας, εκεί όπου ολοκληρώνεται η διαδρομή, δεσπόζει πάνω σε ένα βάθρο το κοστούμι της Μήδειας, απομονωμένο μέσα σε μια δέσμη φωτός και πλαισιωμένο από ένα φόντο λυρικής παράστασης. Το μένος της ηρωίδας συσκοτίζει για την τελευταία φορά τη Μαρία, στην οποία έχει ήδη σημαδέψει η επίδραση του Mandrax, που αλλοιώνει την αντίληψη της για το σώμα της. Η αφήγηση καταλήγει έτσι στις τελευταίες ημέρες της σοπράνο στο Παρίσι. Έγκλειστη στη ζωή στο σπίτι της, σε ηλικία μόλις πενήντα τριών ετών, περιτριγυρισμένη από τα σκυλιά της και τους πιστούς της συνεργάτες, τον μπάτλερ και οδηγό Ferruccio, και τη Bruna, οικονόμο και υπεύθυνη της γκαρνταρόμπας της.»
INFO MARIA LA CALLAS. Η ιταλική τέχνη των κοστουμιών της ταινίας. Διάρκεια έκθεσης: 27.05.2026 – 13.09.2026. Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού (Κουμπάρη 1)
