Θόδωρος Παπαγιάννης: Επαοιδός των υλικών για το σιγανό βέλος της τέχνης ως αντίδοτο στη βαρβαρότητα

Έπειτα από χιλιάδες πειραματισμούς με τα πιο απροσδόκητα υλικά αυτής της οικουμένης, το πραγματικό υλικό του Παπαγιάννη, ήταν και παραμένει ανέκαθεν, ο άνθρωπος αυτός καθαυτός.

Θόδωρος Παπαγιάννης: Επαοιδός των υλικών για το σιγανό βέλος της τέχνης ως αντίδοτο στη βαρβαρότητα

Ο Θόδωρος Παπαγιάννης ανήκει αναμφίβολα στους τελευταίους Δον Κιχώτες,  που υπερασπίζονται με τη δουλειά τους μια ολόκληρη πολιτισμική συνέχεια και μια βαθιά ιστορική και ηθική ευθύνη απέναντι σε έναν τόπο που διαμόρφωσε όσο λίγοι την παγκόσμια εικόνα του κάλλους.

Αυτή ακριβώς την αντίληψη διαπερνά και η έκθεση «Γλυπτικής Εγκώμιον» που παρουσιάζει η Sianti Gallery. Μια τιμητική χειρονομία με έργα δεκαοκτώ καλλιτεχνών, αποφοίτων του Α’ Εργαστηρίου Γλυπτικής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, ως φόρο τιμής στον δάσκαλό τους.  Ο συγκινητικά τρυφερός λόγος του Παπαγιάννη, επιστρέφει διαρκώς στην έννοια της μνήμης. Στη μνήμη των υλικών, της ελληνικής γης, της δημόσιας τέχνης, της διδασκαλίας, ακόμη και της καθημερινής επαφής του πολίτη με το έργο τέχνης.  Μέσα σε έναν σύγχρονο κόσμο «πολιτιστικής αποσπασματικότητας», ο Παπαγιάννης επιμένει να αναζητά εκείνες τις αρχές που μπορούν ακόμη να συνομιλήσουν με το παρόν. Και αυτό ίσως είναι το πιο ουσιαστικό στοιχείο της σκέψης του. Η βαθιά του πεποίθηση ότι η τέχνη δεν εκσυγχρονίζεται αποκόπτοντας τις ρίζες της, αλλά επιστρέφοντας με νέα αιτήματα σε εκείνες.

Ακούγοντάς τον να μιλά κανείς για τα συμπόσια γλυπτικής στην επαρχία, για τα παιδιά που μαθαίνουν να κοιτούν ένα έργο τέχνης χωρίς φόβο, αλλά και για την επίμονη προσπάθειά του να παραμείνει η τέχνη μια ζωντανή, δημόσια εμπειρία καταλαβαίνεις ότι έπειτα από χιλιάδες πειραματισμούς με τα πιο απροσδόκητα υλικά αυτής της οικουμένης, το πραγματικό υλικό του Παπαγιάννη, ήταν και παραμένει ανέκαθεν,  ο άνθρωπος αυτός καθαυτός. 

Η έκθεση τιτλοφορείται «Γλυπτικής Εγκώμιον». Πείτε μας περισσότερα .

Η γλυπτική σε αυτή τη χώρα δεν ήταν ποτέ κάτι τυχαίο. Είναι μια τέχνη που ανέδειξε την Ελλάδα και βοήθησε πάρα πολύ ακόμη και μέχρι την απελευθέρωσή της. Τρία χρόνια πριν από την Επανάσταση του 1821 εκτέθηκαν στο Λονδίνο τα Ελγίνεια Μάρμαρα, τα οποία προκάλεσαν τεράστια εντύπωση. Δέκα χρόνια νωρίτερα είχαν παρουσιαστεί στο Λούβρο ελληνικά γλυπτά που επίσης άσκησαν πολύ μεγάλη επιρροή, όπως η Αφροδίτη της Μήλου, αυτό τα καταπληκτικό γλυπτό.  Είναι γνωστό ότι η τέχνη και ο πολιτισμός μας βοήθησαν καθοριστικά.

Ο Σατομπριάν, περνώντας από εδώ για τους Αγίους Τόπους, έγραψε: «Πού υπάρχει αυτή η χώρα; Αυτή η χώρα που δημιούργησε αυτόν τον πολιτισμό; Που έφτιαξε αυτή την τέχνη; Πού βρίσκεται; Δεν υπάρχει;». Εμείς τότε ζούσαμε ακόμη υπό τουρκική κατοχή. Η τέχνη βοήθησε την Ελλάδα να ελευθερωθεί και εμείς, οι γλύπτες, της χρωστάμε πολλά. Έχουμε στους ώμους μας ένα πολύ βαρύ φορτίο — όσοι τουλάχιστον το συναισθανόμαστε και το κατανοούμε αυτό. Γιατί υπάρχουν και πολλοί που δεν καταλαβαίνουν ούτε σε ποιον τόπο πατάνε ούτε τι δουλειά κάνουν.

Πολλοί έφυγαν για την Ευρώπη ξεχνώντας από πού ξεκίνησαν. Το έκανα κι εγώ αυτό. Είχα όμως την τύχη, μετά τη σχολή, να πάρω μια υποτροφία του ΙΚΥ, που μου έδωσε την ευκαιρία να «περπατήσω τον ελληνικό χώρο». Μέσα από αρχαιολογικά μουσεία και αρχαιολογικούς τόπους γνώρισα το Αιγαίο και την ευρύτερη περιοχή, είδα τα παράλια της Μικράς Ασίας, πήγα στην Κρήτη, στην Κύπρο, στη Μεγάλη Ελλάδα της Κάτω Ιταλίας. Γνώρισα το μεγαλείο αυτού του πολιτισμού και ύστερα πήγα στην Ευρώπη, όπου τελικά, συνάντησα και πάλι την Ελλάδα. Όλα τα μεγάλα ευρωπαϊκά μουσεία ήταν γεμάτα από καταπληκτική ελληνική τέχνη.

Τότε συνειδητοποίησα πολλά πράγματα. Με σαγήνεψε αυτή η ιστορία. Η αρχαία ελληνική τέχνη έχει μέσα της τεράστια σοφία. Τον τελευταίο καιρό, μάλιστα, μελετώ αυτούς τους εικοσιπέντε τόμους για τα αρχαιολογικά μουσεία της Ελλάδας. Τους ξεφυλλίζω επί μήνες και σχεδιάζω ό,τι με ενδιαφέρει. Έχω κάνει περίπου διακόσια σχέδια και τώρα ετοιμάζομαι να τα εκδώσω . Το συζητούσα πρόσφατα με τον φίλο μου, τον ποιητή Βαγγέλη Χρόνη, και ενθουσιάστηκε τόσο, ώστε προθυμοποιήθηκε να γράψει κι εκείνος ένα κείμενο για την έκδοση.

Είναι γνωστό από το έργο του πόσο αγαπά την Ελλάδα. Μέσα στους στίχους του βρίσκει κανείς μερικές από τις ομορφότερες αναφορές στις Κυκλάδες…

Όχι μόνο στις Κυκλάδες, αλλά γενικότερα στην Ελλάδα. Αναρωτιέμαι πραγματικά πού βρήκαν εκείνη τη σοφία, πώς κατάφεραν να κάνουν αυτή την αναγωγή και να φτάσουν σε αυτές τις μορφές. Μια γλυπτική απολύτως σύγχρονη ακόμη και σήμερα, την οποία θαυμάζει όλος ο κόσμος. Εμείς δεν ξέρω αν τη θαυμάζουμε όσο θα έπρεπε.

Υπάρχει μια φράση του Μάνου Στεφανίδη στην έκθεση: «το έργο τέχνης είναι αγαπητικό πράγμα… ακόμη περισσότερο όταν ενοχλεί». Πιστεύετε ότι η σημερινή τέχνη εξακολουθεί να «ενοχλεί» ή έχει εξοικειωθεί υπερβολικά με την αγορά και την εικόνα;

Η φράση αυτή του Μάνου έχει πραγματικό έρεισμα. Η τέχνη πρέπει να προκαλεί – αλλά πρώτα απ’ όλα να προκαλεί ενδιαφέρον. Για μένα, πρέπει να σε καλεί να την αγαπήσεις, όχι να σε ερεθίζει αρνητικά. Γιατί, αν δεν την αγαπήσεις, δεν την πλησιάζεις κιόλας.

Το βλέπω αυτό στα συμπόσια γλυπτικής που οργανώνουμε με συναδέλφους σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Ήταν μια δική μου πρωτοβουλία και μέχρι σήμερα έχουμε πραγματοποιήσει συμπόσια σε τουλάχιστον είκοσι πόλεις. Πηγαίνουμε σε έναν δήμο, εκείνος μας παρέχει τα υλικά κι εμείς δημιουργούμε μεγάλα γλυπτά – σε μάρμαρο, μέταλλο και άλλα υλικά.

Αυτό που προσπαθούμε μέσα από αυτές τις δράσεις είναι να βάλουμε την τέχνη στη ζωή του πολίτη. Με ελάχιστο κόστος, γιατί ξέρουμε ότι οι δήμοι δεν διαθέτουν ουσιαστικά προϋπολογισμό για την τέχνη. Για πεζοδρόμια υπάρχουν χρήματα, για πολλά άλλα επίσης· για την τέχνη, σχεδόν ποτέ. Γι’ αυτό συχνά ζητούν να τους δωρίζεις έργα – και πολλοί από εμάς το κάνουμε.

Είναι λοιπόν μια προσπάθεια να αποκτήσει ο κόσμος επαφή με τη γλυπτική, να μπει η τέχνη μέσα στην καθημερινότητά του. Και βλέπεις ανθρώπους που μέχρι πρότινος ήταν τελείως μη εξοικειωμένοι με αυτήν να έρχονται και να σου κάνουν απλές, αθώες ερωτήσεις: «Τι είναι αυτό που κάνεις;». Κι εσύ τους λες: «Κοίταξέ το και πες μου εσύ τι βλέπεις». Από εκεί αρχίζει ένας διάλογος. Στην αρχή διστάζουν. Φοβούνται μήπως πουν κάτι λάθος ή άστοχο. Σιγά σιγά όμως ανοίγονται και τότε μπορείς πραγματικά να επικοινωνήσεις μαζί τους, να τους προσελκύσεις.

Θυμάμαι, για παράδειγμα, στη Βόλτα των Ιωαννίνων, γύρω από τη λίμνη, όπου είχαμε τοποθετήσει δώδεκα γλυπτά, ο κόσμος περνούσε καθημερινά, τα έβλεπε και άρχισε με τον χρόνο να εξοικειώνεται μαζί τους. Γι’ αυτό πιστεύω τόσο πολύ στη γλυπτική στον δημόσιο χώρο. Εκεί ασκεί τη μεγαλύτερη επιρροή της στον κόσμο. Είναι ένα μάθημα, αν θέλετε. Πώς να αγαπήσεις την τέχνη αν δεν τη βλέπεις γύρω σου; Οι μεγάλοι πολιτισμοί είχαν την τέχνη ενταγμένη μέσα στη ζωή τους. Στην Αρχαία Ελλάδα υπήρχε παντού: στα άλση, στα ιερά, στις αγορές, στους δημόσιους χώρους. Η τέχνη ήταν κομμάτι της καθημερινότητας.

Διδάξατε σχεδόν τέσσερις δεκαετίες στην ΑΣΚΤ. Πείτε μου, τι θεωρείτε μεγαλύτερη επιτυχία για έναν δάσκαλο τέχνης;

Κοιτάξτε, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Και, αν θέλετε, σε μεγάλο βαθμό η τέχνη δεν διδάσκεται. Υπάρχουν βέβαια πολλά πράγματα που μπορείς να διδάξεις: τεχνικές, θεωρία, το πώς πρέπει κανείς να βαδίσει στη σταδιοδρομία του, πώς να εμπνέεται. Η επαφή με τη φύση, το σχέδιο – όλα αυτά βοηθούν πάρα πολύ. Έχεις λοιπόν να μεταδώσεις πολλά. Το θέμα είναι ότι, αν ο ίδιος ο νέος που έρχεται στη Σχολή Καλών Τεχνών δεν έχει την προδιάθεση, το ταλέντο δηλαδή, δεν μπορείς να τον κάνεις καλλιτέχνη. Από τη στιγμή που θα μπει κάποιος στη σχολή, αρχίζει ουσιαστικά μια μύηση στα μυστικά της τέχνης. Και αυτή η μύηση γίνεται με διαφορετικό τρόπο από κάθε δάσκαλο. Κανείς δεν λέει ακριβώς τα ίδια πράγματα. Γι’ αυτό υπάρχουν και τα εργαστήρια στη Σχολή Καλών Τεχνών –  το εργαστήριο του κάθε καλλιτέχνη.

Βλέποντας σήμερα έργα 18 μαθητών σας μαζί, αναγνωρίζετε στοιχεία του δικού σας ύφους;

Ακούστε, εμείς αποφεύγαμε να περάσουμε τη δική μας άποψη ή το προσωπικό μας ύφος στους μαθητές, γιατί αυτό, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν μάλλον αρνητικό. Προσπαθούσαμε να βοηθήσουμε τον καθέναν να ανακαλύψει αυτό που είχε μέσα του. Εκεί δίναμε τη μεγάλη προσπάθεια: να βρούμε τη δική του γλώσσα, να δούμε προς τα πού μπορεί να πάει. Υποθέτω πως, ακόμη και υποσυνείδητα, θα επηρεάζαμε κάποιους – δεν γίνεται αλλιώς. Και πράγματι, αρκετοί ίσως έχουν κάποια στοιχεία και από τη δική μας δουλειά. Πήραν όμως κάποιες αρχές, κι αυτό είναι το πιο σημαντικό: να δώσεις σε έναν νέο άνθρωπο ορισμένες αρχές και να του ανοίξεις, ως δάσκαλος, κάποιους δρόμους. Από εκεί και πέρα, ο καθένας, με τις δικές του δυνατότητες, ακολουθεί τη δική του πορεία.

Έχετε πει ότι ένας δάσκαλος «παίρνει» εξίσου από τους μαθητές του.

Πάρα πολύ.

Τι ωραίο αυτό που λέτε. Πολύ γενναιόδωρο.

Το πιστεύω βαθιά. Το γράφω και στο κείμενο που συνοδεύει τον κατάλογο αυτής της έκθεσης. Εκεί λέω ότι ο δάσκαλος δεν δίνει μόνο· κυρίως παίρνει.

Τι είναι αυτό που πήρατε εσείς όλα αυτά τα χρόνια από τις νεότερες γενιές των μαθητών σας;

Πολλά παίρνει ένας δάσκαλος. Παίρνει από τη φρεσκάδα αυτών των ανθρώπων, από τις ιδέες τους. Έρχονται από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας και ο καθένας φέρνει κάτι καινούριο, κάτι διαφορετικό. Όταν είσαι κι εσύ καλλιτέχνης και έχεις φτάσει σε ένα σημείο όπου μπορείς να διακρίνεις τι αξίζει πραγματικά -είτε στη ζωή είτε μέσα στον κάθε άνθρωπο – τότε παίρνεις κι εσύ από αυτή τη διαδικασία. Ανανεώνεσαι. Υπάρχει μια συνεχής ζύμωση μέσα στην καθημερινότητα της σχολής: με τους σπουδαστές, τις εκδρομές, τις επισκέψεις σε δημόσιους χώρους και μουσεία. Η εκπαίδευση είναι ένα διαρκές «πάρε-δώσε». Δεν είναι μονόδρομος.

Πολλά δημόσια γλυπτά σήμερα μοιάζουν είτε διακοσμητικά είτε «αόρατα» μέσα στην πόλη…

Μακάρι να ήταν έστω και αυτό, αλλά συχνά δεν είναι ούτε αυτό. Νομίζω ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε μια πραγματική πολιτιστική πολιτική που να εντάσσει σοβαρά την τέχνη στον δημόσιο χώρο, με μια κεντρική ιδέα και έναν σχεδιασμό. Σε χώρες όπως η Ισπανία, η Γαλλία ή η Ιταλία υπάρχουν πολιτικές που θέλουν το γλυπτό να πάρει τη θέση που του αξίζει και να υπηρετήσει τον ρόλο που πρέπει μέσα στην πόλη.

Εδώ λειτουργούμε πιο τυχαία. Μπορεί να μπει ένα έργο μόνο για διακοσμητικούς λόγους ή επειδή κάποιος αποφάσισε αυθαίρετα ότι «ταιριάζει» σε ένα σημείο. Θυμάμαι, για παράδειγμα, τον Έβερτ που είχε πει για τον «Δρομέα» του Βαρώτσου: «Δεν ξέρω από τέχνη, αλλά αυτό μου αρέσει». Τον τοποθέτησαν τότε στην Ομόνοια. Επειδή όμως γίνονταν συγκεντρώσεις και υπήρχε φόβος να σπάσουν τα γυαλιά, τον είχαν δέσει ακόμη και με σκοινιά. Αργότερα μεταφέρθηκε, κοντά στην Πινακοθήκη και το Χίλτον, και τελικά στάθηκε εξαιρετικά εκεί – σήμερα έχει γίνει τοπόσημο της πόλης. Λίγο πιο πέρα έχω κι εγώ ένα γλυπτό, που μου το είχαν παραγγείλει τα Εκπαιδευτήρια Δούκα. Είναι μια σύνθεση με τίτλο «Μνημείο Έλληνα δασκάλου», που εμπεριέχει μια ρήση του Σολωμού: «Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείο». Αυτά είναι και μια έκφραση του δικού μου πατριωτισμού.

Πρόσφατα τοποθετήθηκε και το έργο του Τζανουλίνου για τον Καβάφη, μετά από παραγγελία του Ιδρύματος Ωνάση. Νομίζω ότι στέκεται πολύ πετυχημένα εκεί που βρίσκεται. Και είναι σημαντικό ότι ο κόσμος μπορεί να το πλησιάσει ελεύθερα – ακόμη και οι ξένοι τουρίστες, που γνωρίζουν τον Καβάφη, σταματούν και φωτογραφίζονται δίπλα του.

Λίγο πιο πέρα είχε τοποθετηθεί και η Κάλλας της Αφροδίτης Λίτη. Τότε είχε γίνει μεγάλη φασαρία και πολλή κριτική, με την οποία εγώ ποτέ δεν συμφώνησα. Η Λίτη είναι πολύ καλή γλύπτρια και καθηγήτρια στην ΑΣΚΤ, και το έργο είναι αξιόλογο. Δεν ξέρω γιατί είχε σοκάρει τόσο. Και μόνο που υπάρχουν τέτοια έργα στον δημόσιο χώρο είναι σημαντικό. Μακάρι να υπήρχαν περισσότερα.

Μακάρι να υπήρχαν περισσότερες δυνατότητες και για άλλους καλλιτέχνες να δημιουργούν μεγάλα έργα στον δημόσιο χώρο. Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν καθόλου παρεμβάσεις, αλλά δεν υπάρχει μια συστηματική πολιτιστική πολιτική που να θέλει πραγματικά να φέρει την τέχνη εκεί όπου κινείται ο κόσμος.

Σήμερα φτιάχνουμε πανεπιστημιουπόλεις χωρίς ούτε ένα γλυπτό. Αυτό μου κάνει εντύπωση. Στα Γιάννενα οργανώσαμε συμπόσια γλυπτικής, όπως και στο Πανεπιστήμιο Πατρών, όπου τοποθετήσαμε δέκα γλυπτά μέσα στον χώρο του πανεπιστημίου. Για να υπάρχει η γλυπτική εκεί, μπροστά στον νέο άνθρωπο. Γιατί αν ένας νέος δεν έχει δει ποτέ τέχνη στη ζωή του, πώς θα τη γνωρίσει, πώς θα την αγαπήσει αργότερα;  Ο καλλιτέχνης άλλωστε, δεν δουλεύει μόνο για τον εαυτό του. Δεν θέλει να κρατήσει το έργο κλεισμένο για τον ίδιο. Πιστεύει ότι το έργο «μεγαλώνει» μέσα από το βλέμμα του κόσμου, ότι αποκτά νέες διαστάσεις όταν οι άνθρωποι το αγαπούν και το κάνουν κομμάτι της ζωής τους. Μόνο έτσι η τέχνη εκπληρώνει πραγματικά τον ρόλο της.

Έχετε δουλέψει με παραδοσιακά αλλά και σύγχρονα υλικά. Υπάρχει κάποιο υλικό με το οποίο δεν έχετε καταπιαστεί ακόμη;

Στη σχολή, όταν σπουδάζαμε, δουλεύαμε κυρίως με πηλό, μετά με γύψο και φυσικά με μάρμαρο. Με τα χρόνια προσθέσαμε το μέταλλο, το ξύλο και άλλα υλικά. Εγώ, πάντως, στα χρόνια των σπουδών μου δεν είχα τη δυνατότητα να γνωρίσω μεγάλη ποικιλία υλικών. Γι’ αυτό αργότερα αναζήτησα μια υποτροφία του ΙΚΥ και πήγα σε μια σχολή στο Παρίσι, όπου ήρθα σε επαφή με πολλά σύγχρονα υλικά και διαφορετικές τεχνικές. Όταν επέστρεψα, άρχισα να δουλεύω τα γλυπτά όπως τα βλέπετε σήμερα. Ασχολήθηκα και με τα αποκαΐδια του Πολυτεχνείου. Αργότερα πρόσθεσα ανακυκλώσιμα υλικά, που για μένα έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί είναι υλικά πεταμένα, αλλά κουβαλούν ήδη μια ιστορία. Τα παίρνεις και είναι σαν να φορτίζεις το έργο με άλλου είδους μνήμες, άλλες εμπειρίες, άλλες ζωές.

Έχω χρησιμοποιήσει τσίγκους, βούρτσες βαψίματος, σκάφες, προφυλακτήρες ή εξατμίσεις αυτοκινήτων, ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα, χαρτόνια από βιομηχανικά απορρίμματα, σκοινιά, κομμάτια από ψυγεία, χαρτόμαζες. Όλα αυτά τα υλικά έχουν μια δική τους ιστορία – και αυτή ακριβώς η ιστορία είναι που με γοητεύει.

Η γλυπτική απαιτεί χρόνο, κόπο, χώρο και φυσική αντοχή. Είναι τελικά μια «αντι-εποχική» τέχνη σήμερα;

Το πρόβλημα, όπως σας είπα, ξεκινά από την εξοικείωση. Δεν υπάρχει εξοικείωση με την τέχνη. Βλέπω τι συμβαίνει στα μεγάλα μουσεία του εξωτερικού: στο Λούβρο, για παράδειγμα, κάθονται τα παιδιά μέσα στις αίθουσες με μια δασκάλα από πάνω τους, κρατούν χαρτιά και σχεδιάζουν τα έργα. Έτσι εξοικειώνονται σιγά σιγά με την τέχνη.

Στο μουσείο που δημιούργησα στα Ιωάννινα έρχονται, ευτυχώς, νέα παιδιά και σχολεία. Δυστυχώς όμως δεν υπάρχουν πολλά μουσεία στην επαρχία· τα περισσότερα βρίσκονται στο κέντρο. Γι’ αυτό κι εγώ θέλησα να κάνω αυτή την αποκέντρωση: να δημιουργήσω ένα μουσείο μακριά από την Αθήνα, στον τόπο καταγωγής μου, όπου είχα και προσωπικές μνήμες. Ήθελα τα έργα που γεννήθηκαν από εκείνες τις εμπνεύσεις να επιστρέψουν εκεί, σε έναν δικό τους χώρο.

Αυτό που είχε κάνει κάποτε η Μελίνα ήταν πολύ σωστό: να μπορούν τα παιδιά να μπαίνουν δωρεάν στα μουσεία. Η παιδεία μας δεν έχει βάλει την τέχνη στη ζωή των παιδιών με τον τρόπο και στον βαθμό που θα έπρεπε, ώστε να αποκτήσουν αυτές τις ευαισθησίες που θα τα συνοδεύουν αργότερα σε όλη τους τη ζωή.

Γιατί ένας άνθρωπος που έχει εξοικειωθεί με την τέχνη, όποιο επάγγελμα κι αν κάνει, θα το ασκήσει με μεγαλύτερη ευαισθησία. Και αργότερα θα μάθει και τα παιδιά του να πηγαίνουν στα μουσεία. Σήμερα συμβαίνει συχνά το αντίθετο: τα παιδιά φέρνουν τους γονείς τους στο δικό μου μουσείο. Βέβαια, ακόμη κι έτσι, κάτι είναι.

Τι είναι αυτό που θα θέλατε να πάρει κάποιος από αυτή την έκθεση;

Το καλό θα ήταν να «πάρει» πράγματι κάτι. Γιατί αυτό σημαίνει ότι το έργο φεύγει από τον καλλιτέχνη και πηγαίνει σε έναν χώρο όπου θα το αγαπήσουν, όπου θα το βλέπουν και άλλοι άνθρωποι.  Η τέχνη, όταν αγαπιέται από τους άλλους, αποκτά νέες διαστάσεις. Τότε εκπληρώνει πραγματικά τον σκοπό της: να διαδίδεται, να βρίσκεται μέσα στη ζωή των ανθρώπων.

Να «αγαπήσουν την τέχνη», άρα;

Σίγουρα. Γιατί, όπως λέει και ο Νίτσε -μια φράση που συχνά επαναλαμβάνω –  «το σιγανό βέλος της τέχνης εισχωρεί αργά στις ψυχές των ανθρώπων και τους μεταμορφώνει».

Ώρες λειτουργίας Sianti Gallery

Τρίτη – Πέμπτη – Παρασκευή: 10:00 – 20:00

Τετάρτη: 10:00 – 15:00

Σάββατο: 10:00 – 16:00

Κυριακή και Δευτέρα: Κλειστά

Διεύθυνση: Βασ. Αλεξάνδρου 2 & Νηρηίδων 18, 11634 Αθήνα (Πίσω από την Εθνική Πινακοθήκη)

Τηλ.: 210 7245432, 210 3648335

Web: www.siantigallery.com

Γλυπτικής Εγκώμιον https://l1nq.com/ss6nw4x

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version