Πέρυσι, ο πρόεδρος της FIFA Τζιάνι Ινφαντίνο χαρακτήρισε το Μουντιάλ του 2026 ως ισοδύναμο με «104 Super Bowl», επιχειρώντας να αποτυπώσει το μέγεθος της μεγαλύτερης ποδοσφαιρικής διοργάνωσης στον κόσμο και συγκρίνοντάς το με την αμερικανική του «εκδοχή».
Με δεδομένο ότι κάθε Super Bowl συγκεντρώνει κατά μέσο όρο πάνω από 125 εκατομμύρια τηλεθεατές, η FIFA εκτιμά ότι οι αγώνες του επερχόμενου Παγκοσμίου Κυπέλλου θα αγγίξουν μέχρι και έξι δισεκατομμύρια.
Παράλληλα, η ομοσπονδία προέβλεπε ότι η διοργάνωση θα αποφέρει οικονομικό όφελος ύψους 30,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις τρεις φετινές διοργανώτριες χώρες— ΗΠΑ, Μεξικό και Καναδά — μέσω του τουρισμού, των μετακινήσεων και της κατανάλωσης.
Ωστόσο, δύο μήνες πριν από τη σέντρα, η πολυδιαφημισμένη τουριστική «έκρηξη» που αναμενόταν δεν έχει ακόμη εμφανιστεί. Και στον ξενοδοχειακό κλάδο των ΗΠΑ αρχίζει να διαφαίνεται ανησυχία πως οι προσδοκίες ίσως αποδειχθούν υπερβολικές.
Τεράστιες προσδοκίες
«Ο κόσμος θα ‘’εισβάλει’’ στον Καναδά, το Μεξικό και τις ΗΠΑ με ένα μεγάλο κύμα χαράς και ευτυχίας», είχε δηλώσει ο Ινφαντίνο το 2022, όταν ανακοινώθηκαν οι 16 πόλεις που θα φιλοξενούσαν τους αγώνες του τουρνουά.
Με βάση αυτές τις προβλέψεις, ξενοδοχεία και επιχειρήσεις φιλοξενίας επένδυσαν σημαντικά κεφάλαια, αύξησαν τιμές και προετοιμάστηκαν για πρωτοφανή ζήτηση το καλοκαίρι του 2026.
Η πραγματική ζήτηση, όμως, μέχρι στιγμής αποδεικνύεται αρκετά πιο συγκρατημένη.
Οι κρατήσεις κινούνται κάτω από τις προβλέψεις
Σύμφωνα με εξωτερική έκθεση που εκπονήθηκε για λογαριασμό της Αμερικανικής Ένωσης Ξενοδοχείων και Καταλυμάτων (AHLA), οι κρατήσεις στις περισσότερες πόλεις που φιλοξενούν αγώνες βρίσκονται αισθητά κάτω από τις αρχικές εκτιμήσεις.
Η AHLA, που εκπροσωπεί περισσότερα από 32.000 ξενοδοχειακά ακίνητα και πάνω από το 80% των ξενοδοχείων franchise στις ΗΠΑ, υποστηρίζει ότι τα δεδομένα αυτά δεν συμβαδίζουν με τους ισχυρισμούς της FIFA περί πώλησης άνω των πέντε εκατομμυρίων εισιτηρίων.
Η ένωση κατηγορεί μάλιστα τη FIFA ότι έκλεισε μεγάλο αριθμό δωματίων για δική της χρήση, δημιουργώντας τεχνητή εικόνα αυξημένης ζήτησης. Αυτό οδήγησε αρχικά σε μεγάλη αύξηση των τιμών και, στη συνέχεια, όταν αποδεσμευτήκαν δωμάτια που τελικά δεν θα χρησιμοποιηθούν, προκλήθηκε απότομη αύξηση της διαθεσιμότητας – κατηγορίες που η FIFA απορρίπτει.
Προβληματισμός στον ξενοδοχειακό κλάδο
«Δεν είναι αυτό που περιέγραφε η FIFA», δήλωσε στο The Athletic (την αθλητική σελίδα των New York Times) ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Ένωσης Ξενοδόχων της Νέας Υόρκης, Βιτζάι Ντανταπάνι.
Παρόμοιο τόνο κράτησε και ο επικεφαλής της Hilton Hotels & Resorts Κρις Νασέτα, ο οποίος παραδέχθηκε σε πρόσφατο συνέδριο στην Ουάσιγκτον ότι «το Παγκόσμιο Κύπελλο, σε αυτή τη φάση, δεν δείχνει τόσο ισχυρό όσο ελπίζαμε».
Ήδη, πολλά ξενοδοχεία έχουν αναθεωρήσει τις αρχικές προσδοκίες τους και έχουν περιορίσει τις αυξήσεις τιμών που είχαν σχεδιάσει.
Λιγότεροι τουρίστες από το αναμενόμενο
Η FIFA είχε βασίσει μεγάλο μέρος των οικονομικών προβλέψεών της στην υπόθεση ότι περίπου το 40% των φιλάθλων στα γήπεδα θα προερχόταν από το εξωτερικό.
Με 104 αγώνες στο πρόγραμμα, αυτό θα σήμαινε περισσότερους από 2,5 εκατομμύρια διεθνείς επισκέπτες μόνο εντός των σταδίων, ενώ πολλοί φίλαθλοι αναμένονταν να ταξιδέψουν στις ΗΠΑ απλώς για να ζήσουν την ατμόσφαιρα της διοργάνωσης και τις σχετικές εκδηλώσεις.
Μέχρι τώρα όμως, τα στοιχεία δείχνουν αρκετά χαμηλότερη διεθνή συμμετοχή.
Στο Ντάλας, σύμφωνα με τη διοργανώτρια επιτροπή, μόλις το 26%-35% των εισιτηρίων έχει αγοραστεί από διεθνείς φιλάθλους. Αντίστοιχα, στοιχεία από τη διοργάνωση του Λος Άντζελες δείχνουν ότι λιγότερο από το ένα τρίτο των θεατών αναμένεται να προέρχεται από το εξωτερικό.
Ταυτόχρονα, δεδομένα της εταιρείας CoStar δείχνουν ότι στις περισσότερες αμερικανικές πόλεις-διοργανώτριες οι κρατήσεις ξενοδοχείων για τις ημέρες των αγώνων βρίσκονται σχεδόν στα ίδια επίπεδα με πέρυσι. Σε εννέα από τις έντεκα πόλεις των ΗΠΑ, η αύξηση στις κρατήσεις ήταν μόλις 0,8% κατά μέσο όρο.
Κάποιες πόλεις κερδίζουν περισσότερο από άλλες
Πόλεις όπως το Ντάλας και το Μαϊάμι -που δεν θεωρούνται παραδοσιακά καλοκαιρινοί τουριστικοί προορισμοί- καταγράφουν ήδη σημαντική αύξηση ζήτησης, καθώς φιλοξενούν αγώνες υψηλού ενδιαφέροντος όπως το Αγγλία–Κροατία ή το Σκωτία–Βραζιλία.
Αντίθετα, μητροπόλεις όπως η Νέα Υόρκη και το Σαν Φρανσίσκο, οι οποίες προσελκύουν ούτως ή άλλως εκατομμύρια επισκέπτες κάθε καλοκαίρι, δεν έχουν δει ακόμη κάποια αισθητή διαφορά λόγω του Μουντιάλ.
Ακριβά εισιτήρια και πολιτικό κλίμα
Παράγοντες της τουριστικής βιομηχανίας έχουν αποδόσει τη χαμηλότερη του αναμενομένου ζήτηση σε έναν συνδυασμό οικονομικών και πολιτικών παραγόντων.
Οι υψηλές τιμές των εισιτηρίων, το αυξημένο κόστος μεταφορών και διαμονής, αλλά και οι πολύπλοκες διαδικασίες έκδοσης βίζας λειτουργούν αποτρεπτικά για πολλούς ξένους φιλάθλους.
Ο Βιτζάι Ντανταπάνι υποστήριξε ότι η FIFA τιμολόγησε τα εισιτήρια «σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα» συγκριτικά με το Μουντιάλ του Κατάρ το 2022, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τη ζήτηση.
Την ίδια στιγμή, η πολιτική και ρητορική «America First» του Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να έχει επηρεάσει την εικόνα των ΗΠΑ ως φιλόξενου προορισμού εν γένει.
Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ταξιδιών και Τουρισμού, κατά το 2025, το πρώτο έτος της δεύτερης θητείας Τραμπ, οι αφίξεις επισκεπτών στις ΗΠΑ μειώθηκαν κατά 5,5% σε σύγκριση με το 2024, παρά το γεγονός ότι ο παγκόσμιος τουρισμός κατέγραψε μία από τις ισχυρότερες χρονιές του.
Έκρηξη της τελευταίας στιγμής;
Παρά την μέχρι τώρα εικόνα, δεν είναι λίγοι οι ξενοδόχοι που εκτιμούν ή/και ευελπιστούν ότι η κατάσταση μπορεί να αλλάξει τις τελευταίες εβδομάδες πριν από την έναρξη της διοργάνωσης.
Ωστόσο, ακόμη και αν υπάρξει αύξηση της τελευταίας στιγμής — ειδικά στους νοκ-άουτ αγώνες, όπου οι μετακινήσεις συνηθίζεται να αποφασίζονται πιο αυθόρμητα — η αίσθηση που κυριαρχεί στον ξενοδοχειακό κλάδο, όπως τη μεταφέρει ρεπορτάζ του BBC, είναι ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο δύσκολα θα αποφέρει τα έσοδα που είχαν αρχικά προβλεφθεί.
Είναι ενδιαφέρον πάντως, πως η Airbnb υποστηρίζει ότι το Μουντιάλ του 2026 βρίσκεται σε τροχιά να εξελιχθεί στη μεγαλύτερη διοργάνωση φιλοξενίας στην ιστορία της πλατφόρμας, ξεπερνώντας ακόμη και τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού το 2024.
