Ηybrid και Mild Hybrid: Το μεταβατικό στάδιο
Αν κάποιος δεν παρακολουθεί τις σχετικές εξελίξεις, η ιστορία των σύγχρονων υβριδικών ξεκινά με το Toyota Prius, το οποίο το 1997 υπήρξε ο πρώτος ευρείας παραγωγής εκπρόσωπος του είδους. Παρά το διόλου ευκαταφρόνητο διάστημα που έχει περάσει από εκείνη τη στιγμή, η ουσία της υβριδικής τεχνολογίας δεν έχει μεταβληθεί σημαντικά, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν υιοθετούνται συνεχώς στοχευμένες βελτιώσεις στα επιμέρους «συστατικά» των αντίστοιχης τεχνολογίας συνόλων, τα οποία παρεμπιπτόντως αποτελούνται από κινητήρα εσωτερικής καύσης βενζίνης ή diesel, ηλεκτρικό μοτέρ και μια μικρή σχετικά μπαταρία.
Οι δύο κινητήρες μπορούν να λειτουργήσουν είτε συνδυαστικά είτε εκ περιτροπής, με το λογισμικό διαχείρισης να κάνει την επιλογή αυτόματα ανάλογα με τις συνθήκες. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις όπου την κίνηση αναλαμβάνει αποκλειστικά ο ηλεκτροκινητήρας και ο κινητήρας εσωτερικής καύσης έχει τον ρόλο γεννήτριας φορτίζοντας την μπαταρία.
Ο γενικός κανόνας είναι ότι τα υβριδικής τεχνολογίας αυτοκίνητα εφοδιάζονται με μια μικρή μπαταρία, η φόρτιση της οποίας πραγματοποιείται είτε με τη συνδρομή κινητήρα εσωτερικής καύσης είτε μέσω του συστήματος ανάκτησης ενέργειας κατά την επιβράδυνση.
Για αυτόν ακριβώς τον λόγο τα υβριδικής τεχνολογίας μοντέλα είναι επίσης γνωστά ως αυτοφορτιζόμενα, σε αντιδιαστολή με τα plug-in υβριδικά.
Ως υποκατηγορία των υβριδικών θα μπορούσαν να θεωρηθούν και τα mild hybrids, με δεδομένο ότι επίσης δεν χρειάζονται εξωτερική φόρτιση, αν και τα οχήματα ήπιας υβριδικής τεχνολογίας συνήθως διαθέτουν ένα πολύ μικρότερο ηλεκτρικό μοτέρ σε σχέση με τα συμβατικά υβριδικά, το οποίο αναλαμβάνει την εκκίνηση και τους ελιγμούς στάθμευσης ή/και λειτουργεί επικουρικά στον κινητήρα εσωτερικής καύσης σε υψηλές ταχύτητες.
Σε ό,τι αφορά τα πλεονεκτήματα της υβριδικής τεχνολογίας, λόγω ακριβώς της δυνατότητας αυτοφόρτισης, οι δυνητικοί ιδιοκτήτες τους δεν χρειάζεται να ανησυχούν για την εύρεση φορτιστή ή να αλλάξουν κάτι στο στυλ οδήγησής τους, τα συνήθη δρομολόγιά τους ή το γκαράζ τους προς αναζήτηση σημείου φόρτισης.
Ταυτόχρονα η συνδυαστική λειτουργία των μοτέρ συνεισφέρει στη μείωση της κατανάλωσης καυσίμου και των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, με τα οφέλη εξοικονόμησης ωστόσο να είναι περισσότερο ορατά στον πραγματικό κόσμο σε αστικές συνθήκες κυκλοφορίας.
Το γεγονός όμως ότι διαθέτουν το συγκεκριμένο σύστημα μειώνει σε κάθε περίπτωση τα ονομαστικά μεγέθη κατανάλωσης/CO2, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για όσες φορολογικού τύπου διατυπώσεις λαμβάνουν υπόψη τη συγκεκριμένη παράμετρο. Επίσης με δεδομένο το μικρό μέγεθος της μπαταρίας, τα υβριδικής τεχνολογίας οχήματα είναι πιο προσιτά από τις υπόλοιπες εναλλακτικές τεχνολογίες ηλεκτροκίνησης ενώ έχουν και ελαφρώς χαμηλότερο βάρος από τις αμιγώς ηλεκτρικές υλοποιήσεις.
Plug-in hybrid: Η ενδιάμεση λύση
Τα αντίστοιχης τεχνολογίας οχήματα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως η φυσική εξέλιξη της υβριδικής τεχνολογίας καθώς ένα plug-in υβριδικό σύνολο αποτελείται επίσης από τον κινητήρα εσωτερικής καύσης, ένα ή περισσότερα ηλεκτρικά μοτέρ και μία μπαταρία. Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι η φόρτιση της μπαταρίας, η οποία κατά κανόνα είναι μεγαλύτερη σε χωρητικότητα και KWh σε σχέση με τα απλά υβριδικά, πραγματοποιείται μέσω πρίζας και φορτιστή και όχι με τη συνδρομή του κινητήρα εσωτερικής καύσης.
Βέβαια στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το σύστημα ανάκτησης ενέργειας κατά την επιβράδυνση συμβάλλει κατά ένα μέρος στη διαδικασία αναπλήρωσης ενέργειας, ωστόσο από τη στιγμή που αυτή εξαντληθεί, η αναζήτηση φορτιστή ή η επαναφόρτιση μέσω του κινητήρα εσωτερικής καύσης είναι οι μοναδικοί τρόποι για την επαναφόρτισή της λόγω κυρίως του μεγάλου μεγέθους της μπαταρίας.
Αν και αυτή η παράμετρος διαφέρει από μοντέλο σε μοντέλο και από κατασκευαστή σε κατασκευαστή, χάρη ακριβώς στο μεγαλύτερο μέγεθος μπαταριών ένα plug-in υβριδικό μπορεί να προσφέρει ηλεκτρική αυτονομία από 80 έως 120 χλμ. κατά μέσο όρο.
Αυτό σημαίνει ότι τα plug-in υβριδικά μοντέλα με τις μεγαλύτερες μπαταρίες μπορούν συνήθως να υπερκαλύψουν τις ανάγκες καθημερινής μετακίνησης, κινούμενα αποκλειστικά με ηλεκτρική ενέργεια.
Για τους ίδιους ακριβώς λόγους ακόμα και στην περίπτωση που πρόκειται για ιδιαιτέρως μεγάλα και πανίσχυρα αυτοκίνητα, τα plug-in υβριδικά μοντέλα περιστέλλουν θεαματικά τις τιμές εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και κατανάλωσης καυσίμου που μπορεί να ξεκινούν ακόμα και κάτω από το 1,0 λίτρο στην πρώτη περίπτωση και κάτω από τα 20 γρ./χλμ. στη δεύτερη.
Επίσης, ακόμα και όταν η ενέργεια της μπαταρίας εξαντληθεί, υπάρχει ο κινητήρας εσωτερικής καύσης βενζίνης ή diesel απαλλάσσοντας από το όποιο «άγχος της αυτονομίας» που ακολουθεί –ή τουλάχιστον ακολουθούσε– τα αμιγώς ηλεκτροκίνητα οχήματα.
Βέβαια σε κάθε περίπτωση, η μπαταρία πρέπει να αναπληρώσει την ενέργειά της μέσω φορτιστή, κατ’ επέκταση πρέπει να υπάρχει πρόσβαση σε αντίστοιχη εγκατάσταση και η σχετική «αναμονή», αν φυσικά ο οδηγός επιθυμεί να απολαμβάνει τα οφέλη εξοικονόμησης που προσφέρει η συγκεκριμένη τεχνολογία.
Να σημειωθεί ότι μία από τις κύριες κριτικές που ακολουθούν τα plug-in υβριδικής τεχνολογίας οχήματα είναι ότι οι οδηγοί τους δεν φροντίζουν για την επαναφόρτιση των μπαταριών, με αποτέλεσμα, με δεδομένο και το αυξημένο βάρος που έχουν λόγω ακριβώς των συστοιχιών, να είναι τελικά πιο ενεργοβόρα και πιο ρυπογόνα από τα αυτοκίνητα συμβατικής τεχνολογίας. Εξ ου και έχουν μπει στο μικροσκόπιο της ΕΕ η οποία αυστηροποιεί συνεχώς τις διαδικασίες έγκρισης τύπου και ετοιμάζει ειδική μεταχείριση στο μέλλον για τα συγκεκριμένης τεχνολογίας οχήματα ιδίως σε ό,τι αφορά που αξιοποιούνται και προορίζονται για εταιρική χρήση και εταιρικούς στόλους.
Υπό το ίδιο ακριβώς σκεπτικό και λόγω του σημαντικά μεγάλου βάρους τους παύουν να είναι ελκυστικά για εκείνους που συνηθίζουν να κάνουν μεγάλες διαδρομές πολύ συχνά.
Ηλεκτροκίνητα: Το αναπόφευκτο μέλλον
Δεν είναι μυστικό ότι τα ηλεκτροκίνητα αποτελούν το μέλλον, με δεδομένη την σε ποσοστό έως και κατά 85% (με βάση τις νεότερες ευρωπαϊκές εξελίξεις που μένουν να κλειδώσουν) απαγόρευση πώλησης αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης από το 2035 και εφεξής σε όλη την ευρωπαϊκή επικράτεια.
Αν και με πισωγυρίσματα που οφείλονται σε μια σειρά από αστάθμητους και μη παράγοντες, από γεωπολιτικές παραμέτρους και πολιτικές αποφάσεις, έως την υποδομή και τις οικονομικές συνθήκες που αποτρέπουν τους καταναλωτές να αποδεχτούν την αμιγή ηλεκτροκίνηση, όλοι οι κατασκευαστές έχουν επενδύσει αδρά στην συγκεκριμένη τεχνολογία προσφέροντας πλέον ένα ευρύ φάσμα προϊόντων που ολοένα διευρύνεται προϊοντικά όσο και τιμολογιακά προς τα κάτω υπό την πίεση και των νέων αφίξεων εκ Κίνας.
Ηλεκτροκίνηση σημαίνει απουσία κινητήρα εσωτερικής καύσης καθώς την κίνηση αναλαμβάνουν ένα ή περισσότερα ηλεκτρικά μοτέρ, τα οποία τροφοδοτούνται από μπαταρίες διαφορετικών συστάσεων αν και οι επικρατέστερες είναι αυτές των ιόντων λιθίου είτε πρόκειται για NMC (Νικελίου, Κοβαλτίου, Μαγγανίου) είτε για LFP (φωσφορικού σιδήρου).
Η συγκεκριμένη τεχνολογία προσφέρει μηδενικές εκπομπές ρύπων και φυσικά μηδενική κατανάλωση καυσίμου τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την κίνηση αυτή καθαυτή καθώς πάντα υπάρχει και η παράμετρος του τρόπου παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας με την οποία φορτίζουν τα ηλεκτροκίνητα. Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, ηλεκτροκίνηση σημαίνει φόρτιση, πράγμα που με τη σειρά του σημαίνει ότι απαραίτητη προϋπόθεση ιδιοκτησίας ενός ηλεκτροκίνητου είναι η πρόσβαση σε αντίστοιχη εγκατάσταση.
Παράμετρος δεύτερη, ακόμα και στα πιο εξελιγμένα ηλεκτροκίνητα με τις μεγαλύτερες μπαταρίες και το πιο εξελιγμένο σύστημα φόρτισης, η διαδικασία αναπλήρωσης ενέργειας απαιτεί έναν σχετικό χρόνο που ξεκινάει από τα 10 λεπτά με την προϋπόθεση ταχυφορτιστή DC και μπορεί να φτάσει έως και περί που τις 8-10 ώρες, ανάλογα με το φορτιστή.
Αυτό σημαίνει ότι όσο μεγάλη και να είναι η μπαταρία και όσο ικανό το κύκλωμα φόρτισης, το ζήτημα επαναφόρτιση και η αραιή σχετική υποδομή αποτελούν ένα από τα κύρια ζητήματα που προς το παρόν τουλάχιστον πλήττουν τη γοητεία των ηλεκτροκίνητων, ιδίως σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές. Το δεύτερο είναι ότι εξαιτίας της προηγμένης τεχνολογίας τους αλλά και του γεγονότος ότι οι μπαταρίες απαιτούν ποσότητες από ακριβά υλικά, σπάνιες γαίες, τα ηλεκτροκίνητα είναι συνήθως αρκετά ακριβότερα από ένα συμβατικό αυτοκίνητο αν και αυτό το φαινόμενο θα εξαλειφθεί σταδιακά με τον εκδημοκρατισμό της τεχνολογίας.
