Δεν θα πω ότι είμαι αισιόδοξος για τη δίκη των Τεμπών, διότι δεν είμαι.
Και δεν είμαι διότι έχει συγκροτηθεί μια ομήγυρη ανθρώπων που δεν θέλει με τίποτα να γίνει η δίκη, αν δεν γίνει με τους δικούς τους όρους και με το δικό τους προαποφασισμένο αποτέλεσμα.
Πολλοί από αυτούς είναι και διάδικοι.
Για διαφορετικούς ίσως λόγους ο καθένας. Αλλοι βιώνουν ένα αίσθημα αδικίας, άλλοι είναι ειλικρινά πληγωμένοι, πολλοί ψάχνουν έναν ρόλο ή έστω μια σημασία και κάποιοι (-ες) αμελούν καταφανώς την ψυχιατρική θεραπεία τους.
Από την άλλη έχουμε τη συντεταγμένη πολιτεία που καλείται να διαμορφώσει τις συνθήκες υγιούς και κόσμιας απονομής δικαιοσύνης σε ένα διαταραγμένο κι εχθρικό περιβάλλον.
Δεν θα είναι εύκολο. Και φυσικά δεν έχει να κάνει με την αίθουσα, ούτε με τις πρίζες που δεν λειτουργούσαν.
Είναι η σύγκρουση των δύο Ελλάδων.
Η μία προσπαθεί να κάνει όσο μπορεί καλύτερα κι ευσυνείδητα τη δουλειά της κι η άλλη φωνάζει στην πρόεδρο του δικαστηρίου «κατέβα κάτω, μωρή!».
Στην προκειμένη περίπτωση η Ελλάδα της νομιμότητας πιάστηκε στον ύπνο. Ισως επειδή δεν μπόρεσε να προβλέψει για τι είναι ικανοί οι άλλοι.
Οποιον παράγοντα ρωτούσα τις τελευταίες εβδομάδες «πώς θα πάνε τα Τέμπη;» έπαιρνα τη στερεότυπη απάντηση «τι πρόβλημα υπάρχει; Μια χαρά θα πάνε!».
Δεν πήγαν. Απόδειξη ότι τα προβλήματα δεν υπάρχουν γενικά στη φύση των πραγμάτων. Δημιουργούνται.
Επειδή όμως το δις εξαμαρτείν δεν φημίζεται για τη σοφία του, ο εφησυχασμός του πρώτου επεισοδίου θα πρέπει να έχει παραχωρήσει τη θέση του στην εγρήγορση και την επιφυλακή.
Αλλωστε, η συντεταγμένη πολιτεία και το κράτος του νόμου δεν είναι ξέφραγο αμπέλι, ούτε λειτουργούν α λα καρτ και με ευθύνη των περαστικών. Λογικά θα προστατευτούν.
Ελπίζω λοιπόν να βελτιώθηκε η αίθουσα. Υποψιάζομαι επίσης ότι τα μέτρα περιφρούρησης θα είναι αυξημένα κι ότι θα επικρατήσει μια τάξη.
Αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι φτάνει, αν οι παράγοντες της δίκης δεν συμπράξουν γενναιόδωρα και καλόπιστα στην εξέλιξή της.
Ξαναλέω ότι δεν είμαι αισιόδοξος. Διότι είμαι υποψιασμένος.
Φοβάμαι ότι αυτή η «άλλη Ελλάδα» των ψεκασμένων, των οργισμένων και των συνωμοσιών δεν θέλει να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Θέλει να επιβάλει τη δική της.
Κι αυτό σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία είναι ανεπίτρεπτο κι απαράδεκτο.
Αλλά άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Είναι μόνο ο δρόμος του νόμου και μιας Δικαιοσύνης χωρίς εκπτώσεις και παραχωρήσεις.
Αν τώρα θυμηθούν και οι διαταραγμένοι να παίρνουν τα φάρμακά τους, ακόμη καλύτερα.
