Ασθενείς με διαβήτη ταλαιπωρούνται λόγω έλλειψης διαβητολόγων στο ΕΣΥ

Η υποστελέχωση στα διαβητολογικά κέντρα του ΕΣΥ αφήνει χιλιάδες ασθενείς χωρίς επαρκή φροντίδα, ενώ διοικητικά εμπόδια καθυστερούν την εξειδίκευση νέων γιατρών, αναγκάζοντας την Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία να ζητήσει άμεσες αλλαγές από τον Υπουργό Υγείας

Ασθενείς με διαβήτη ταλαιπωρούνται λόγω έλλειψης διαβητολόγων στο ΕΣΥ

Λύση σε ένα σημαντικό πρόβλημα που αφορά σε εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας που ζουν με διαβήτη προσπαθούν να βρουν οι έλληνες διαβητολόγοι, πραγματοποιώντας μάλιστα για το λόγο αυτό συνάντηση με τον Υπουργό Υγείας κ. Άδωνι Γεωργιάδη την 1η Απριλίου. Πρόκειται για τις σημαντικές ελλείψεις σε ειδικούς παθολόγους για το διαβήτη, που στελεχώνουν τα διαβητολογικά κέντρα και τα διαβητολογικά ιατρεία σε όλη τη χώρα, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι που ζουν με διαβήτη και οι οποίοι ξεπερνούν το 1 εκατομμύριο να μην έχουν την κατάλληλη περίθαλψη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι την εξειδίκευση στο διαβήτη έχουν με την ολοκλήρωση της ειδικότητας τους οι ενδοκρινολόγοι, όμως στο ΕΣΥ υπηρετεί ένα πολύ μικρό ποσοστό αυτών ενώ συνολικά είναι έτσι κι αλλιώς πολύ λίγοι. Από κει και πέρα, με νόμο του 2018 μπορούν να λάβουμε μετά από διετή εκπαίδευση σε διαβητολογικά κέντρα του ΕΣΥ και οι παθολόγοι, όμως ουσιαστικά αυτή διαδικασία ενεργοποιήθηκε μόλις το 2023. Το δε διάστημα αυτό από το δημόσιο σύστημα έφυγα κυρίως με συνταξιοδότηση περί τους 100 διαβητολόγους.

Η κατάσταση δε στην επαρχία για τους ανθρώπους με διαβήτη είναι άσχημη και μάλιστα εκπρόσωποι ασθενών αναφέρουν παραδειγματικά ότι ασθενείς από Λευκάδα, Πρέβεζα και Άρτα είναι αναγκασμένοι να μεταβαίνουν στα Γιάννενα για την παρακολούθησή τους από τον ειδικό γιατρό.

Η υποστελέχωση των διαβητολογικών κέντρων του ΕΣΥ και τα εμπόδια στην εξειδίκευση των νέων γιατρών (Παθολόγων και Παιδιάτρων) στον σακχαρώδη διαβήτη αποτέλεσαν βασικά θέματα της συνάντησης αντιπροσωπείας του ΔΣ της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας (του Προέδρου κ. Κωνσταντίνου Μακρυλάκη και του μέλους του ΔΣ κ. Αθανασίου Ράπτη) με τον Υπουργό Υγείας κ. Άδωνι Γεωργιάδη.

Θεσμικά εμπόδια στην εξειδίκευση νέων γιατρών

Ειδικότερα, όπως αναφέρει στο ΒΗΜΑ ο πρόεδρος της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας, Καθηγητής Παθολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Κωνσταντίνος Μακρυλάκης, «Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα αφορά το ισχύον καθεστώς των γιατρών του ΕΣΥ που διορίζονται με πενταετή θητεία. Για να αποκτήσουν εξειδίκευση στον διαβήτη οι Παθολόγοι και οι Παιδίατροι επιμελητές του ΕΣΥ απαιτείται εκπαιδευτική άδεια, η οποία όμως δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισό του υπολειπόμενου χρόνου της θητείας τους.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι γιατροί θα πρέπει να ξεκινούν την εξειδίκευση σχεδόν αμέσως μετά τον διορισμό τους, κάτι που συχνά είναι πρακτικά αδύνατο, καθώς οι κλινικές δεν μπορούν εύκολα να αποδεσμεύσουν νεοπροσληφθέντες γιατρούς και οι διαδικασίες τοποθέτησης σε θέσεις εξειδίκευσης απαιτούν χρόνο. Το αποτέλεσμα είναι πολλοί νέοι γιατροί να μένουν εκτός διαδικασίας εξειδίκευσης, όχι λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος, αλλά λόγω διοικητικών περιορισμών. Στα νοσοκομεία του ΕΣΥ που έχουν διαβητολογικά κέντρα έχουν μαζευτεί τώρα αρκετές αιτήσεις γιατρών επιμελητών ΕΣΥ που δεν έχουν τελειώσει την 5ετή αρχική θητεία τους, με αποτέλεσμα να μπλοκάρεται η έναρξη της εξειδίκευσής τους».

Παράλληλα ο καθηγητής μας αναφέρει ότι, «περιοριστικός είναι και ο αριθμός των εξειδικευόμενων που μπορούν να εκπαιδευτούν σε κάθε διαβητολογικό κέντρο, καθώς το ισχύον πλαίσιο θέτει ανώτατο αριθμό εκπαιδευόμενων (2 γιατρούς από τον δημόσιο τομέα), παρότι πολλά κέντρα διαθέτουν την υποδομή και το επιστημονικό προσωπικό για να εκπαιδεύσουν περισσότερους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να παράγεται μικρός αριθμός νέων εξειδικευμένων γιατρών κάθε χρόνο, ενώ οι ανάγκες αυξάνονται, ιδιαίτερα στην περιφέρεια.

Συγκεκριμένα την τελευταία 8ετία δεν έχει εξειδικευθεί κανένας καινούργιος Παθολόγος ή Παιδίατρος στον διαβήτη. Οι πρώτοι εξειδικευόμενοι θα αρχίσουν να «βγαίνουν» φέτος, αλλά σε λιγοστό αριθμό λόγων των θεσμικών εμποδίων που αναφέρθηκαν. Επιπλέον, για τους γιατρούς του ιδιωτικού τομέα, η έλλειψη οργανικών θέσεων εξειδίκευσης στα νοσοκομεία αποτελεί σημαντικό εμπόδιο, ενώ η διαδικασία μετατροπής ανενεργών (άγονων) θέσεων άλλων ειδικοτήτων σε θέσεις εξειδίκευσης στον διαβήτη προχωρά με αργούς ρυθμούς λόγω διοικητικών διαδικασιών, καθώς απαιτεί πολλαπλές εγκρίσεις από διοικητικά όργανα και το Υπουργείο, με αποτέλεσμα οι εγκρίσεις των θέσεων να παραμένουν σε εκκρεμότητα για μήνες».

Όπως ακόμη αναφέρει ο κ. Μακρυλάκης, ο αριθμός των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη αυξάνεται σταθερά, γεγονός που σημαίνει ότι τα διαβητολογικά κέντρα του ΕΣΥ θα χρειαστούν περισσότερους εξειδικευμένους γιατρούς τα επόμενα χρόνια. «Η ενίσχυση της εξειδίκευσης στον διαβήτη των Παθολόγων και των Παιδιάτρων θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό κίνητρο για νέους γιατρούς να στραφούν προς την Παθολογία και τη διαβητολογία, ωστόσο τα υφιστάμενα διοικητικά εμπόδια λειτουργούν αποτρεπτικά».

Προτάσεις και θεσμικές παρεμβάσεις για το μέλλον

Κατά τη συνάντηση, συζητήθηκαν πιθανές θεσμικές παρεμβάσεις για την άρση των παραπάνω εμποδίων, με στόχο την ενίσχυση της εκπαίδευσης στον διαβήτη και τη διασφάλιση της επαρκούς στελέχωσης των διαβητολογικών κέντρων του ΕΣΥ τα επόμενα χρόνια. Η Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία δήλωσε τη διάθεσή της να συνεργαστεί με το Υπουργείο Υγείας για τη διαμόρφωση των απαραίτητων θεσμικών αλλαγών.

Σύμφωνα με τον κ. Μακρυλάκη ο Υπουργός Υγείας άκουσε με προσοχή τα παραπάνω θέματα και ανέφερε ότι πρόκειται να προχωρήσει το συντομότερο στις απαραίτητες σχετικές θεσμικές αλλαγές που απαιτούνται.

Τα διαβητολογικά κέντρα είναι σήμερα 25 (από 21 παλαιότερα) και αξιολογούνται ανά τριετία. Ο αριθμός τους θεωρείται επαρκής για την εκπαίδευση νέων γιατρών, οι οποίοι στη συνέχεια θα στελεχώσουν τα διαβητολογικά ιατρεία, που είναι πολύ περισσότερα.

Ωστόσο, ο φόρτος εργασίας αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά, καθώς τα εν λόγω ιατρεία αποτελούν και ιατρεία παχυσαρκίας, ενώ υπάρχει ήδη έλλειψη προσωπικού.

Η επιδημία του διαβήτη

Ο διαβήτης αποτελεί μία από τις πιο πιεστικές προκλήσεις δημόσιας υγείας στην Ευρώπη, επηρεάζοντας 64 εκατομμύρια ενήλικες και 300.000 παιδιά, ενώ προκαλεί πάνω από 1,1 εκατομμύρια θανάτους ετησίως λόγω επιπλοκών. Στην Ελλάδα, η κατάσταση είναι ακόμη πιο κρίσιμη: περισσότεροι από 1 εκατομμύριο άνθρωποι ζουν με διαβήτη, εκ των οποίων το 90% με διαβήτη τύπου 2, ενώ ο επιπολασμός (ποσοστό του πληθυσμού που έχει

διαγνωστεί) ανέρχεται σε 11,9%, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 9,2%.

Η θνησιμότητα που σχετίζεται με τον διαβήτη στην Ελλάδα είναι κατά 45% υψηλότερη σε σύγκριση με την ΕΕ, ενώ οι θάνατοι από διαβήτη έχουν αυξηθεί πάνω από 50% μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία.

Αξίζει ακόμη να επισημανθεί ότι παρά τα παραπάνω, οι σύγχρονες τεχνολογίες παρακολούθησης γλυκόζης παραμένουν σε μεγάλο βαθμό απρόσιτες για τα άτομα με διαβήτη τύπου 2, στην Ελλάδα αφήνοντας χιλιάδες ανθρώπους χωρίς αποδεδειγμένα εργαλεία που μειώνουν τις επιπλοκές, τις νοσηλείες και το μακροπρόθεσμο κόστος. Μελέτες έχουν αποδείξει ότι η οι νέες αυτές τεχνολογίες μειώνουν σημαντικά τις νοσηλείες για καρδιαγγειακές επιπλοκές σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που λαμβάνουν ινσουλίνη, σε σύγκριση με την παραδοσιακή παρακολούθηση με τρύπημα στο δάχτυλο. Όμως οι πόροι του ΕΟΠΥΥ για τη σχετική αποζημίωση είναι περιορισμένοι και το Υπουργείο Υγείας δεν δεσμεύεται σε κάτι τέτοιο για το άμεσο μέλλον.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version