Μπορεί αυτές τις ημέρες η προσοχή όλων να είναι στραμμένη στο Μεσολόγγι (και δικαίως), καθώς εφέτος εορτάζονται τα 200 χρόνια από την ηρωική Έξοδο, ένα από τα πιο εμβληματικά ιστορικά γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης, όμως το μικρό Αιτωλικό, που απέχει μόλις 10 χιλ. από το Μεσολόγγι, συνέβαλε και αυτό ηρωικά, σθεναρά και με θυσίες, στην Επανάσταση.
Το Αιτωλικό είναι μια γραφική κωμόπολη, χτισμένη σε ένα μικρό νησάκι μέσα στη λιμνοθάλασσα Αιτωλικού – Μεσολογγίου. Συνδέεται με την ξηρά ανατολικά και δυτικά, με δύο χαρακτηριστικά πέτρινα τοξωτά γεφύρια και συχνά αποκαλείται Μικρή Βενετία της Ελλάδας. Σήμερα, έχει πληθυσμό περίπου 3.800 κατοίκους και η οικονομία του βασίζεται κυρίως στην αλιεία και τη γεωργία (ελιές κ.ά.) και σε μικρό βαθμό στον τουρισμό.
Το Αιτωλικό δεν ήταν από τις πρώτες εστίες (όπως η Μάνη ή η Πελοπόννησος), αλλά η γρήγορη απελευθέρωσή του, τον Μάιο του 1821 και η στρατηγική του θέση, το κατέστησαν κρίσιμο σημείο στήριξης για όλη τη Δυτική Στερεά, με ηρωικές στιγμές που παραμένουν ζωντανές στη συλλογική μνήμη (π.χ. εκδηλώσεις για τη μάχη του Ντολμά).
Η συμβολή του εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο του αγώνα της Αιτωλοακαρνανίας, που κράτησε «ζωντανή» την επανάσταση σε μια δύσκολη περιοχή.

Κήρυξη της Επανάστασης στο Αιτωλικό
Οι αρματολοί της Αιτωλοακαρνανίας αρχικά δίστασαν να εμπλακούν, λόγω ισχυρών οθωμανικών δυνάμεων στην Ήπειρο (από την αναμέτρηση με τον Αλή Πασά), αλλά και φόβων απώλειας προνομίων.
Η εξέγερση ξεκίνησε δυναμικά με το Μεσολόγγι. Στις 20 Μαΐου 1821, ο αρματολός του Ζυγού Δημήτριος Μακρής μπήκε στο Μεσολόγγι και ύψωσε την ελληνική σημαία.
Την επόμενη ημέρα, ο ίδιος ο Μακρής ξεσήκωσε και το Αιτωλικό: οι Τούρκοι της κωμόπολης παρέδωσαν τα όπλα τους, χωρίς σημαντική αντίσταση και υψώθηκε η σημαία της Επανάστασης.
Μέχρι τα τέλη Μαΐου 1821, σχεδόν ολόκληρη η Αιτωλοακαρνανία βρισκόταν υπό ελληνικό έλεγχο, με εξαιρέσεις όπως η Ναύπακτος και το Αντίρριο, που ακολούθησαν σύντομα. Στις 25 Μαΐου, κηρύχθηκε η επανάσταση και στο Ξηρόμερο από τον Γεώργιο Βαρνακιώτη.
Στρατηγική σημασία του Αιτωλικού
Το Αιτωλικό, χτισμένο σε λιμνοθάλασσα (κοντά στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου), είχε ιδιαίτερη γεωστρατηγική σημασία, καθώς ήλεγχε τη ναυσιπλοΐα στον Πατραϊκό και Κορινθιακό κόλπο.
Επίσης λειτουργούσε ως προμαχώνας και βάση ανεφοδιασμού για τις ελληνικές δυνάμεις στο Μεσολόγγι.
Το Αιτωλικό ενεπλάκη σε αρκετές συγκρούσεις, κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Από το 1822 έως το 1826, το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι πολιορκήθηκαν από τους Οθωμανούς, αλλά οι Έλληνες κράτησαν τις θέσεις τους με τη βοήθεια νησιωτικών στόλων (Υδραίοι, Σπετσιώτες).
Οι κάτοικοι του Αιτωλικού, μαζί με αυτούς του Μεσολογγίου, συνέβαλαν σημαντικά στην άμυνα της Δυτικής Ελλάδας, που αποτέλεσε «προπύργιο» του Αγώνα.
Η περιοχή υπέστη μεγάλες καταστροφές, ιδίως κατά την Εξοδο του Μεσολογγίου (1826), αλλά η επιμονή της ενίσχυσε το ηθικό των επαναστατών σε εθνικό επίπεδο.
Σημαντικοί αγωνιστές από την ευρύτερη περιοχή (Αιτωλοακαρνανία), που συνδέονται με το Αιτωλικό, περιλαμβάνουν τον Δημήτριο Μακρή, τον Γεώργιο Βαρνακιώτη, τον Γρηγόρη Λιακατά και άλλους αρματολούς/οπλαρχηγούς, όπως μέλη οικογενειών, από τον Βάλτο ή το Ζυγό.
Οι πολιορκίες του Αιτωλικού
Η πολιορκία του Αιτωλικού (τότε ονομαζόταν Ανατολικό) δεν ήταν μία, αλλά συνδέεται με δύο κύριες φάσεις κατά την Ελληνική Επανάσταση και οι δύο άρρηκτα συνδεδεμένες με τις πολιορκίες του Μεσολογγίου.
Η Πολιορκία του 1823 (ή «Δεύτερη Πολιορκία του Μεσολογγίου»)
Αυτή είναι η πιο γνωστή, ως «Πολιορκία του Αιτωλικού» και θεωρείται ξεχωριστό γεγονός, αν και οι Οθωμανοί στόχευαν αρχικά το Μεσολόγγι.
Κράτησε περίπου 70 ημέρες, από τις 20 Σεπτεμβρίου 1823 έως τις 17 Νοεμβρίου 1823.
Από τη μία πλευρά, ήταν οι Οθωμανοί υπό τον Μουσταή πασά (Μουσταφά Μπουσάτλι), με περίπου 13.000 άνδρες. Από την πλευρά των Ελλήνων, υπήρχαν περίπου 500 πολεμιστές και κάτοικοι στο Αιτωλικό, ενώ στο Μεσολόγγι είχαν συγκεντρωθεί 3.500 αγωνιστές.
Οι Τούρκοι, αντί να επιτεθούν απευθείας στο Μεσολόγγι, στράφηκαν προς το Αιτωλικό και το περικύκλωσαν.

Στις 2 Οκτωβρίου, ξεκίνησε κανονιοβολισμός. Οι Έλληνες απάντησαν, στέλνοντας 4 κανόνια από το Μεσολόγγι, τα οποία τοποθέτησε ο μηχανικός Μιχαήλ Κοκκίνης (σπουδασμένος στην Ευρώπη). Τα τουρκικά πυροβόλα αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν.
Ο Κίτσος Τζαβέλας, με 300 άνδρες, έστησε ενέδρα στο Σκαλί και κατέστρεψε εφοδιοπομπή 300 ιππέων, αποκομίζοντας λάφυρα.
Οι Οθωμανοί υπέφεραν από δυσκολίες ανεφοδιασμού και αρρώστιες, λόγω του υγρού κλίματος (ελονοσία, δυσεντερία). Χάθηκαν περίπου 1.500 άνδρες, κυρίως από ασθένειες.
Στις 17 Νοεμβρίου, οι Οθωμανοί λύσανε την πολιορκία και αποχώρησαν προς Άρτα και Σκόδρα. Οι Γκέκηδες της Σκόδρας δεν ξαναεπιχείρησαν εκστρατεία στη Δυτική Ελλάδα.
Η πολιορκία αυτή έδωσε χρόνο στους επαναστάτες να οργανωθούν καλύτερα και ενίσχυσε το ηθικό τους.
Η Πολιορκία / Πτώση του Αιτωλικού το 1826 (στο πλαίσιο της Τρίτης Πολιορκίας του Μεσολογγίου)
Αυτή δεν ήταν πλήρης «πολιορκία» με την κλασική έννοια, αλλά η τελική κατάληψη, μετά από στενό αποκλεισμό και την πτώση των γειτονικών νησίδων.
Μάχη του Ντολμά
Στις 26 Φεβρουαρίου του 1826, οι Οθωμανοί-Αιγύπτιοι κατέλαβαν το Βασιλάδι. Στη συνέχεια, στράφηκαν στον Ντολμά, μια μικρή, λασπώδη και ακατοίκητη νησίδα, μέσα στη λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου-Αιτωλικού, κοντά στο Αιτωλικό. Ήταν οχυρωμένη με ταμπούρια και κανόνια και λειτουργούσε ως προμαχώνας, που προστάτευε την επικοινωνία και τον ανεφοδιασμό του Αιτωλικού και του Μεσολογγίου.
Τη νησίδα υπερασπίζονταν περίπου 300 πολεμιστές υπό τον στρατηγό Γρηγόρη Λιακατά (1795-1826), γνωστό και ως «Κάλιασος» για την ομορφιά του. Πολλοί από τους πολεμιστές ήταν συγγενείς του.
Είχαν στη διάθεσή τους 18 κανόνια. Ο Λιακατάς ήταν Σαρακατσάνος, αρματολός, μυημένος στη Φιλική Εταιρεία και έμπειρος μαχητής από το 1821. Είχε ήδη χάσει το δεξί του μάτι, σε προηγούμενη μάχη, τον Ιούλιο του 1825.

Η άμυνα ήταν σθεναρή. Οι Έλληνες απέκρουσαν τρεις διαδοχικές εφόδους, μέχρι τη δύση του ηλίου, σκοτώνοντας πολλούς επιτιθέμενους. Ο Λιακατάς ενθάρρυνε τους άνδρες του με λόγια όπως: «Εμείς οι λίγοι όπου βρεθήκαμε εδώ, θα βαστάξουμε ετούτη την ντάπια… Μιντάτι (βοήθεια) δεν καρτεράμε από πουθενά. Κάλλιο τίμιος θάνατος εδώ».
Η κρίσιμη στιγμή ήρθε όταν τουρκική οβίδα έπεσε στη μπαρουταποθήκη, προκαλώντας τρομερή έκρηξη που σκότωσε ή τραυμάτισε τους περισσότερους υπερασπιστές. Οι λίγοι επιζώντες προσπάθησαν να διαφύγουν κολυμπώντας, αλλά οι περισσότεροι σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν και εκτελέστηκαν. Ο ίδιος ο Λιακατάς έπεσε μαχόμενος με το σπαθί του στην ακρογιαλιά.
Από το Μεσολόγγι έγινε παράτολμη έξοδος ως αντιπερισπασμός, που σκότωσε πάνω από 500 Τούρκους, αλλά δεν άλλαξε την έκβαση.
Η πτώση του Ντολμά άνοιξε τον δρόμο για την τελική κατάρρευση του Μεσολογγίου και την ηρωική Έξοδο, στις 10 Απριλίου του 1826.
Η θυσία των 300 ενίσχυσε το ηθικό των πολιορκημένων και έγινε σύμβολο αντίστασης.
Η Μάχη του Ντολμά αποτελεί μία από τις πιο ηρωικές και τραγικές στιγμές της τρίτης πολιορκίας του Μεσολογγίου, λίγο πριν την Έξοδο. Συχνά χαρακτηρίζεται ως «οι 300 του Ντολμά» ή «οι νέες Θερμοπύλες» του Αγώνα, λόγω της άνισης μάχης και της θυσίας ολόκληρης οικογένειας.
Η μάχη δεν ήταν απλώς μια τοπική σύγκρουση, αλλά ένας κρίκος στην αλυσίδα ηρωισμού, που κράτησε ζωντανή την Επανάσταση στη Δυτική Ελλάδα, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Η θυσία των υπερασπιστών της υπενθυμίζει ότι η ελευθερία συχνά κερδίζεται με «τίμιο θάνατο», όταν η νίκη φαίνεται αδύνατη.
Πτώση του Αιτωλικού
Την 1η Μαρτίου 1826, μετά την απώλεια του Ντολμά, οι κάτοικοι (εξαντλημένοι από τον αποκλεισμό και χωρίς ελπίδα βοήθειας από τον ελληνικό στόλο) πρότειναν παράδοση υπό όρους.
Ο Ιμπραήμ (με εγγύηση του Κιουταχή) έκανε δεκτή την πρόταση, που περιλάμβανε σεβασμό της ζωής και της τιμής των παραδοθέντων, καθώς και το να αποχωρήσουν με μια μικρή περιουσία (100 γρόσια και μία ενδυμασία ανά άτομο). Οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν με πλοία στην Άρτα, όπου θα σιτίζονταν για ένα χρόνο.
Ο Ιμπραήμ απαίτησε να κρατήσει «ένα άτομο της επιλογής τους» – επρόκειτο για μια ωραιότατη νεαρή Αιτωλικιώτισσα, την οποία πήρε ως λάφυρο.
Παρά τους όρους, πολλοί κάτοικοι, που δεν πρόλαβαν να φύγουν ή παρέμειναν, σφαγιάστηκαν ή εξανδραποδίστηκαν.
Η πτώση του Αιτωλικού απομόνωσε πλήρως το Μεσολόγγι, στέρησε τον ανεφοδιασμό και άνοιξε τον δρόμο για την ηρωική Έξοδο (10 Απριλίου 1826). Το Αιτωλικό λειτούργησε ως τελευταίο προπύργιο.
Η περιοχή υπέστη μεγάλες καταστροφές, αλλά η αντίστασή της συνέβαλε καθοριστικά στο να κρατηθεί «ζωντανή» η Επανάσταση, σε μια κρίσιμη φάση.
Σήμερα, στη νησίδα Ντολμάς υπάρχει μικρό εκκλησάκι της Παναγίας και μνημείο για τους πεσόντες. Επισκευάστηκε το 2011, αλλά έχει υποστεί και βανδαλισμούς. Κάθε Φεβρουάριο, το Αιτωλικό τιμά τη μάχη με εκδηλώσεις, παρελάσεις, αγώνες δρόμου («Δρόμος Θυσίας») και μνημόσυνα. Υπάρχει επίσης προτομή του Λιακατά στο Αιτωλικό.
Η Δίκη του Καραϊσκάκη
Στο Αιτωλικό, έγινε και η δίκη του Καραϊσκάκη, 1-2 Απριλίου του 1824, που ήταν μια από τις πιο γνωστές «δίκες – παρωδίες», κατά τον πρώτο εμφύλιο πόλεμο της Επανάστασης του 1821.
Κατά την περίοδο εσωτερικών διενέξεων, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος είχε έρθει σε ρήξη με τον Καραϊσκάκη, που είχε αποσυρθεί προσωρινά στην Ιθάκη, λόγω φυματίωσης. Όταν επέστρεψε στο Μεσολόγγι και ζήτησε διορισμό σε θέση ευθύνης, ο Μαυροκορδάτος τον κατηγόρησε για εσχάτη προδοσία, ότι δήθεν είχε μυστικές διαπραγματεύσεις με τον Ομέρ Βρυώνη, για παράδοση του Μεσολογγίου.

Η δίκη πραγματοποιήθηκε στην εκκλησία της Παναγίας στο Αιτωλικό, μπροστά σε πλήθος οπλαρχηγών, πολεμιστών και κατοίκων.
Ο Καραϊσκάκης, άρρωστος και αθυρόστομος όπως πάντα, υπερασπίστηκε τον εαυτό του με παρρησία. Σε μια ιστορική φράση προς τον Μαυροκορδάτο ή τους κατήγορους, είπε περίπου: «Εσύ μου έγραψες την κατηγορία σε χαρτί, εγώ θα σου την γράψω στο κούτελο».
Παρά την απουσία αποδείξεων, κρίθηκε ένοχος. Δεν του επιβλήθηκε θανατική ποινή, αλλά στερήθηκε όλων των βαθμών και αξιωμάτων του και διατάχθηκε να αποχωρήσει από το Αιτωλικό.
Ο Καραϊσκάκης έφυγε άρρωστος προς τα Αγραφα. Λίγους μήνες αργότερα, η κυβέρνηση του επέστρεψε τους τίτλους του. Η δίκη θεωρείται χαρακτηριστικό παράδειγμα των εμφυλίων διχασμών, που υπονόμευσαν την επανάσταση.
Ο Τάφος της κυρά- Βασιλικής
Στο Αιτωλικό είναι θαμμένη και η Κυρά Βασιλική (πραγματικό όνομα Βασιλική Κονταξή ή Κίτσου, 1789–11 Δεκεμβρίου 1834), που ήταν η τελευταία και πιο γνωστή σύζυγος του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, θρυλική για την εξαιρετική της ομορφιά και την επιρροή που άσκησε στον τύραννο.

Γεννήθηκε στο Πλαίσιο (πρώην Πλισιβίτσα) Φιλιατών της Ηπείρου, κόρη του προκρίτου Κίτσου Κονταξή. Σε μικρή ηλικία (περίπου 12-16 ετών), αρπάχτηκε για το χαρέμι του Αλή Πασά, όπου έγινε η ευνοούμενή του. Παρέμεινε χριστιανή, επηρέασε θετικά πολλούς Έλληνες (έσωσε ζωές, βοήθησε στην αποφυγή καταστροφών) και φέρεται να μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.
Μετά τον θάνατο του Αλή Πασά (1822) και την πτώση των Ιωαννίνων, πέρασε εξορία στην Προύσα και επέστρεψε στην Ελλάδα το 1829-1830.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας της παραχώρησε κτήματα και έναν πύργο (Γουλάς της Κυρα-Βασιλικής), στην Κατοχή Αιτωλοακαρνανίας, όπου έζησε τα τελευταία της χρόνια με αξιοπρέπεια, διατηρώντας την αρχοντική της παρουσία.
Πέθανε από δυσεντερία στο Αιτωλικό, σε ηλικία περίπου 45 ετών. Ετάφη στον περίβολο του ναού των Μεγίστων Ταξιαρχών, στον κεντρικό δρόμο του Αιτωλικού.
Ο τάφος της παραμένει επισκέψιμος και αποτελεί ένα από τα ιστορικά σημεία του Αιτωλικού, συμβολίζοντας μια γυναίκα που πέρασε από τα ανάκτορα του Αλή Πασά στην ήσυχη ζωή της ελεύθερης Ελλάδας.
