Ο πόλεμος που ξεκίνησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες (για να είμαστε ακριβείς: το Ισραήλ για συγκεκριμένους λόγους πρώτο) εναντίον του Ιράν δεν εξελίσσεται όπως πολλοί θα περίμεναν.
Δυστυχώς οι σύγχρονοι ηγέτες δεν έχουν την εμπειρία ή την ιστορική μνήμη ώστε να πάρουν τις σωστές αποφάσεις (βλ. για παράδειγμα το βιβλίο «Thinking In Time The Uses Of History For Decision Makers» των Ρίτσαρντ Νέουσταντ και Έρνστ Μέι).
Θα έλεγε κανείς πως δεν γνωρίζουν βασικά στοιχεία των χωρών προς τις οποίες επιθυμούν να κινηθούν επιθετικά. Άραγε ποιος γνωρίζει από την τωρινή ηγεσία των ΗΠΑ πως το Ιράν είχε υποστεί την εισβολή της Ρωσίας τον 19ο αιώνα, αποτέλεσε ένα μωσαϊκό Ιρανών-Αζέρων, τουρκόφωνων μουσουλμάνων, γεωργιανών και Ταρτάρων πριν φτάσουμε στην εποχή των Παχλαβί το 1925;
Πιστεύει κανείς πως μια χώρα 91 εκατομμυρίων κατοίκων, μια χώρα που αποτελεί τον βασικό υποστηρικτή της Χεζμπολά και της Χαμάς, μια χώρα που αποτελεί το αντίπαλο δέος της Σαουδικής Αραβίας (και με βαθιές θρησκευτικές διαφορές μεταξύ τους) θα ηττείτο με μια «εκδρομή» όπως την χαρακτήρισε ο πρόεδρος Τραμπ;
Επιπροσθέτως, το γεγονός πως δεν υπάρχουν λαϊκές εξεγέρσεις στους δρόμους θα έπρεπε να αποτελεί ένα ανησυχητικό σημάδι για την δυτική συμμαχία. Όλοι γνώριζαν πως το μεγάλο όπλο του Ιράν είναι ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ. Οι ΗΠΑ λένε πως το 85% των βαλλιστικών πυραύλων έχει καταστραφεί και περί τα 56 πλοία βυθιστεί.
Βλέπει κανείς πρόοδο στην ασφάλεια ναυσιπλοΐας στα Στενά;
Στον βαθμό που ο πληθυσμός του Ιράν έχει γνώση της κατάστασης – και σίγουρα είχε όσο υπήρχε πρόσβαση στο διαδίκτυο – ήξερε τις δυνατότητες των ΗΠΑ και Ισραήλ και πως θα μπορούσαν θα διασφαλίσουν αυτόν τον στόχο. Μπαίνουμε στην 13η ημέρα του πολέμου με το Ιράν να μην έχει απωλέσει παρά στρατιωτικά μέσα που μπορούν να αντικατασταθούν και το Στενό του Ορμούζ να αποτελεί πυριτιδαποθήκη.
Αν οι ΗΠΑ – όπως επιθυμούν οι υπηρεσίες ασφαλείας των ΗΠΑ και του Ισραήλ – θέλουν μια αλλαγή καθεστώτος, τότε η τωρινή επιχείρηση έχει αποτύχει παντελώς. Ταυτόχρονα έχει δημιουργήσει τεράστιο πρόβλημα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, ειδικά των προϊόντων πετρελαίου.
Ίσως οι ΗΠΑ να επιθυμούσαν – μετά την Βενεζουέλα – να στερήσουν και από την Κίνα ακόμα έναν αξιόπιστο προμηθευτή πετρελαίου. Αλλά όταν ο μέσος Αμερικανός – και ευρωπαίος – βλέπει στην αντλία την τιμή της βενζίνης και του πετρελαίου να ανεβαίνει με γεωμετρική πρόοδο, το τελευταίο πράγμα που τον απασχολεί είναι οι μεσοπρόθεσμοι γεωπολιτικοί στόχοι των χωρών τους και τα γεωστρατηγικά παίγνια.
Αυτή την στιγμή, σήμερα Παρασκευή 13 Μαρτίου, οι ΗΠΑ έχουν χτυπήσει πάνω από 6.000 στόχους. Το Ισραήλ περίπου τον ίδιο αριθμό. Το Ιράν παραμένει – φαινομενικά καθώς υπάρχει blackout – συμπαγές.
Ταυτόχρονα το Ισραήλ ψάχνει μια δικαιολογία για να εισβάλει στον Λίβανο, μη έχοντας καμία εμπιστοσύνη πως η τωρινή κυβέρνηση θα μπορέσει να ελέγξει την Χεζμπολά.
Αλλά όλη η παραπάνω ανάλυση δεν προσφέρει τίποτα περισσότερο από την εξιστόρηση μιας πολεμικής επιχείρησης χωρίς σαφείς στόχους – τουλάχιστον από πλευράς ΗΠΑ. Είναι μια ανάλυση – αφήγημα μια εκστρατείας που – με εξαίρεση το Ισραήλ (και) για εσωτερικούς πολιτικούς σκοπούς δεν έχει μέση αρχή και τέλος.
Ποιο είναι το end-game όπως ρωτάνε οι καθηγητές στις σχολές πολέμου. Ποιο είναι το exit strategy; Ποιοι είναι οι ποιοτικοί και ποσοτικοί στόχοι;
«Το καθεστώς του Ιράν είναι πολύ κακό και κάνουμε χάρη στην ανθρωπότητα που το πολεμάμε» δεν απαντά κανένα από αυτά τα ερωτήματα. Και αυτή είναι η διαφορά ενός επαγγελματία στρατιωτικού με έναν ερασιτέχνη πολιτικό.
Το μόνο παρήγορο είναι πως μέσα στην ατυχία τους, σύμμαχοι αλλά και ουδέτερα κράτη απέναντι στο Ιράν που βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα, αρχίζουν να αναθεωρούν την στάση τους απέναντι στο θεοκρατικό καθεστώς.
Προς το παρόν, το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι
- πρώτον, οι ΗΠΑ να καταφέρουν επιτέλους να διασφαλίσουν τις θαλάσσιες οδούς στο Στενό του Ορμούζ.
- Δεύτερον, το Ισραήλ να επιτύχει τους στόχους εξόντωσης της ηγεσίας του Ιράν όπως έκανε από το 2023-2026 τόσο στο ίδιο το Ιράν, αλλά και στον Λίβανο και την Γάζα.
- Τρίτον, οι ΗΠΑ/Ισραήλ να καταστήσουν σαφές τι στόχο έχει αυτή η επιχείρηση. Και να ζητήσουν την συνεισφορά των κρατών της περιοχής.
Αυτό το τελευταίο είναι δύσκολο να επιτευχθεί και το πιθανότερο είναι ο πρόεδρος Τραμπ, επηρεασμένος από τον ΥΠΕΞ Ρούμπιο και τους Κούσνερ και Γουίτκοφ να πει «αποστολή εξετελέσθη» όπως είπε το 2003 ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους σχετικά με το Ιράκ.
Μόνο που τότε, το 2003 η αποστολή όχι μόνο δεν είχε τελειώσει, αλλά τα χειρότερα ήταν μπροστά μας. Δυστυχώς, από ό,τι φαίνεται, σύντομα οι ΗΠΑ θα αναγκαστούν – και για λόγους επιμελητείας – να δηλώσουν πως πέτυχαν( ; ) τον στόχο τους και να κάνουν αυτό που κάνουν καλύτερα.
Να αφήσουν ένα χάος πίσω τους που μόνο κερδισμένο θα βρει το Ισραήλ, θα βρει τις Αραβικές χώρες σε κατάστασή σοκ και ένα Ιράν το οποίο μπορεί – ή και όχι – να βρεθεί σε έναν εμφύλιο, με τους Κούρδους στα βορειοδυτικά να «τρίβουν τα χέρια τους» και τους πολίτες που ζητούσαν πραγματική αλλαγή, μεταρρυθμίσεις, καλύτερη ποιότητα ζωής, χωρίς καμία προσδοκία και γεμάτους απελπισία για το άμεσο μέλλον τους.
