Δασμοί Τραμπ: Οι εσπευσμένοι ελιγμοί, οι αποζημιώσεις δισεκατομμυρίων και το βάρος στο Κογκρέσο

Μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ ο Ντόναλντ Τραμπ καλείται να πάρει σημαντικές αποφάσεις εν μέσω μιας ιδιαίτερα φορτισμένης προεκλογικής περιόδου.

Δασμοί Τραμπ: Οι εσπευσμένοι ελιγμοί, οι αποζημιώσεις δισεκατομμυρίων και το βάρος στο Κογκρέσο

Αντιμέτωπος για πρώτη φορά στη νέα του θητεία με την οριακά αποσαθρωμένη από την πολιτική του ίδιου λειτουργία των θεσμικών αντιβάρων βρέθηκε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μετά από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου σχετικά με την νομιμότητα μεγάλου μέρους των δασμών που είχε επιβάλλει.

Η απόφαση που μεταξύ άλλων σηματοδοτεί ότι η εξουσία του Τραμπ στην χώρα δεν είναι απόλυτη, κατάφερε ένα μείζον πλήγμα σε έναν από τους βασικούς πυλώνες (ίσως τον κύριο) της εμπορικής πολιτικής του και ανοίγει τον δρόμο για ένα -πολιτικά και οικονομικά-εφιαλτικό για τον ίδιο σενάριο, που δεν είναι άλλο από την καταβολή αποζημιώσεων σε όσους -η πέραν των συνταγματικών ορίων- επιβολή των δασμών έπληξε άμεσα.

Το πλάνο Β και ο περιορισμός των 150 ημερών

Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία ένα σημαντικό μέρος των δασμών που είχαν επιβληθεί μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο είναι παράνομο, ακυρώνει στην πράξη τους λεγόμενους «ανταποδοτικούς» δασμούς που κάλυπταν σχεδόν το σύνολο των εισαγωγών στις ΗΠΑ. Αυτό αν δεν υπήρχε κάποια κίνηση από την πλευρά του προέδρου των ΗΠΑ θα άνοιγε μια τεράστια «τρύπα» στα προσδοκώμενα έσοδα και έτσι ο Τραμπ παραδεχόμενος ουσιαστικά την ήττα του –χαρακτηρίζοντας «ντροπή» την απόφαση– προχώρησε την υπογραφή άμεσα νέου διατάγματος που προβλέπει παγκόσμιο δασμό 10% από την 24η Φεβρουαρίου και έχει διάρκεια 150 ημερών.

Η κίνηση αυτή -το Πλάνο Β του Τραμπ- με βάση την απόφαση και κοιτώντας και τις αντιδράσεις των αντιπάλων του, αλλά και των εταίρων του που είχαν αναγκαστεί να χαράξουν πολιτική συνυπολογίζοντας του δασμούς Τραμπ, μόνο ως «πυροτέχνημα» θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή. Κι αυτό γιατί tο νέο προεδρικό διάταγμα στηρίζεται σε εμπορικό νόμο του 1974, που επιτρέπει στον πρόεδρο να λάβει μέτρα για την «εξισορρόπηση» συναλλαγών όταν διαπιστώνεται σημαντική ανισορροπία στο ισοζύγιο πληρωμών. Το «αλλά» είναι ότι η εξουσία αυτή έχει ορίζοντα έως 150 ημέρες: για να παραταθεί το μέτρο, θα απαιτηθεί έγκριση από το Κογκρέσο των ΗΠΑ.

Η αναγκαστική προσφυγή στο Κογκρέσο

Και σε αυτό το σημείο ο Ντόναλντ Τραμπ υποχρεώνεται να έρθει αντιμέτωπος με τα θεσμικά αντίβαρα της δημοκρατικής λειτουργίας των ΗΠΑ, αφού η έγκριση από το Κογκρέσο σε μια προεκλογική περίοδο είναι πολιτικά ευαίσθητη δεδομένων και των πολιτικών ισορροπιών εντός του Κογκρέσου όσον αφορά στην στήριξη ή όχι των Ρεπουμπλικανών μιας πολιτικής που ουσιαστικά κρίθηκε αντισυνταγματική.

Η άλλη επιλογή του Τραμπ για να ξεπεράσει το θέμα της παράτασης είναι να καταθέσει σχετικό νομοσχέδιο για την επαναφορά των δασμών, όμως και πάλι κάτι τέτοιο απαιτεί την συνεργασία με το Κογκρέσο που για μεγάλη μερίδα των Ρεπουμπλικανών θα είχε σημαντικό πολιτικό κόστος σε μια εκλογική χρονιά.

Το δυσβάσταχτο κόστος των αποζημιώσεων

Το πολιτικό κόστος δε για όσους στηρίξουν μια τέτοια πολιτική -αν φυσικά φτάσει το όλο ζήτημα στο να εξαρτάται ο Τραμπ από το Κογκρέσο για τη άσκηση της πολιτικής του- είναι ακόμα πιο δυσβάσταχτο αν συνυπολογιστεί το ενδεχόμενο καταβολής αποζημιώσεων και επιστροφών. Πολλές επιχειρήσεις είχαν ήδη κινηθεί προληπτικά, ασκώντας εφέσεις, προεξοφλώντας πιθανή δικαστική ανατροπή.

Αν και το ακριβές συνολικό ποσό παραμένει δύσκολο να αποτιμηθεί, οικονομολόγοι εκτιμούν ότι τα έσοδα από τους «ανταποδοτικούς» δασμούς θα κινούνταν μεταξύ 130 και 140 δισ. δολαρίων για το 2025. Στα μέσα Ιανουαρίου, ο Τραμπ είχε προειδοποιήσει για αποζημιώσεις «εκατοντάδων δισεκατομμυρίων» σε περίπτωση ήττας, ενώ την Παρασκευή παρέπεμψε την απόφαση για το τελικό ύψος των επιστροφών «στη δικαιοσύνη».

Στο πολιτικό πεδίο, ο Δημοκρατικός κυβερνήτης του Ιλινόι ζήτησε επιστροφή 1.700 δολαρίων ανά νοικοκυριό, επικαλούμενος εκτιμήσεις του Πανεπιστημίου Γέιλ, ενώ ο Δημοκρατικός κυβερνήτης της Καλιφόρνιας ανέφερε ότι, κατά την άποψή του, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα πρέπει να αποζημιώσει τους καταναλωτές.

Νομική αβεβαιότητα και το χάος των επιστροφών

Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες για το πώς θα γίνουν οι επιστροφές. Στη διαφωνία του, ο δικαστής Μπρετ Κάβανο προειδοποίησε ότι η απόφαση μπορεί να έχει σοβαρές πρακτικές συνέπειες –ιδίως λόγω επιστροφών– σημειώνοντας ότι κατά τις αγορεύσεις είχε αναγνωριστεί πως η διαδικασία πιθανότατα θα εξελιχθεί σε «μπάχαλο».

Η υπόθεση επιστρέφει πλέον στο Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ, το οποίο καλείται να διαμορφώσει το πλαίσιο εφαρμογής. Ήδη πάνω από 1.000 αγωγές έχουν κατατεθεί από εισαγωγείς, ενώ αναμένεται νέο κύμα προσφυγών.

Το ίδιο δικαστήριο είχε κρίνει τον Δεκέμβριο ότι έχει τη δυνατότητα να ανοίξει ξανά ζητήματα τελικών εκκαθαρίσεων και να διατάξει επιστροφές με τόκο – αρμοδιότητα που, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η διοίκηση Τραμπ είχε δηλώσει ότι δεν θα αμφισβητήσει. Ειδικοί στο εμπόριο εκτιμούν ότι αυτό περιορίζει πιθανά νομικά εμπόδια, παραμένει όμως θολό αν οι επιχειρήσεις μπορούν να καλυφθούν συλλογικά ή αν κάθε εισαγωγέας θα χρειαστεί ξεχωριστή προσφυγή. Πάντως, η αμερικανική εμπορική νομοθεσία δίνει προθεσμία δύο ετών για κατάθεση αγωγής με στόχο διεκδίκηση επιστροφής.

Σε κάθε περίπτωση η όλη υπόθεση έρχεται σε μια κάπως βολική στιγμή για τον Τραμπ, δεδομένου του γεγονότος ότι την Τρίτη θα μιλήσει ενώπιον του Κογκρέσου στην καθιερωμένη ετήσια ομιλία για τη Κατάσταση της Ένωσης. Η ομιλία του θα μπορούσε να αποτελέσει ένα καλό μέσο πίεσης για μια στενότερη συνεργασία με το Κογκρέσο στο θέμα των δασμών, αλλά και για να στείλει τα μηνύματα που θέλει προς πάσα κατεύθυνση σχετικά με την οικονομική και εμπορική του πολιτική.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version