Η εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης δεν μοιάζει με τις προηγούμενες τεχνολογικές αλλαγές. Δεν εισβάλλει θορυβωδώς. Διεισδύει αθόρυβα στον πιο ευαίσθητο χώρο: στον τρόπο που σκεφτόμαστε, αποφασίζουμε, ερμηνεύουμε τον κόσμο. Πρόκειται για μετάβαση όχι μόνο τεχνική, αλλά βαθιά ανθρωπολογική.
Για πρώτη φορά, το εργαλείο δεν επεκτείνει απλώς τη δύναμη του ανθρώπου· διεκδικεί να συνδιαμορφώσει το νόημα. Η τεχνητή νοημοσύνη ξεκίνησε ως φιλοδοξία μίμησης. Από τα πρώ- τα οράματα του Dartmouth μέχρι τα σύγχρονα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα, το ζητούμενο ήταν σαφές: να αποκωδικοποιηθεί η ανθρώπινη σκέψη και να αναπαραχθεί υπολογιστικά. Ομως στην πορεία, η ερώτηση μετατοπίστηκε. Δεν ρωτάμε πλέον αν η μηχανή μπορεί να σκέφτεται όπως ο άνθρωπος, αλλά αν ο άνθρωπος κινδυνεύει να σκέφτεται όπως η μηχανή. Να υιοθετεί τη λογική της ταχύτητας, της βελτιστοποίησης, της πρόβλεψης, εις βάρος της αμφιβολίας, της ηθικής αναζήτησης, της εσωτερικότητας. Η σύγχρονη τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι γενική νοημοσύνη. Δεν κατανοεί, δεν βιώνει, δεν έχει πρόθεση.
Κι όμως, παράγει αποτελέσματα που μοιάζουν με κατανόηση. Αυτή η ομοιότητα είναι το επικίνδυνο σημείο. Ο άνθρωπος έχει την τάση να ανθρωπομορφίζει ό,τι τον ξεπερνά. Να αποδίδει κύρος εκεί όπου υπάρχει μόνο στατιστική συσχέτιση. Ετσι γεννιέται μια νέα μορφή ειδωλοποίησης: όχι της μη- χανής ως Θεού, αλλά της μηχανής ως αλάνθαστου ερμηνευτή της πραγματικότητας. Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη αναδιατάσσει την εξουσία. Οποιος ελέγχει τα δεδομένα, τους αλγορίθμους και τις υποδομές, αποκτά δύναμη δυσανάλογη με τους παραδοσιακούς θεσμούς. Κράτη, εταιρείες και κοινωνίες μπαίνουν σε έναν αγώνα δρόμου όπου η ταχύ- τητα συχνά προηγείται της σοφίας. Η ιστορία, όμως, μας διδάσκει ότι, όταν η ικανότητα προηγείται της κατανόησης, το κόστος πληρώνεται αργότερα και συλλογικά. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν θα υπάρξει κάποτε τεχνητή γενική νοημοσύνη. Είναι αν, στην πορεία προς αυτήν –ή και χωρίς αυτήν– θα έχουμε προλάβει να θέσουμε όρια, σκοπούς και αξίες.
Το πρόβλημα της ευθυγράμμισης δεν είναι τε- χνικό κουμπί που πατιέται – είναι πολιτισμική διαδικασία. Απαιτεί συμφωνία στο τι θεωρούμε ανθρώ- πινο, επιθυμητό, απαραβίαστο. Και εδώ αποκαλύπτεται μια σκληρή αλήθεια: δεν έχουμε πάντα συμφωνήσει ούτε μεταξύ μας. Η Ευρώπη, με όλες τις αντιφάσεις της, προσπαθεί να εισαγάγει έναν διαφορετικό τόνο: όχι τεχνο-φοβικό, αλλά αξιακό. Να επιβραδύνει εκεί όπου η επιτάχυνση απειλεί να διαλύσει τη δημοκρατική λογοδοσία. Να υπενθυμίσει ότι η καινοτομία χωρίς νόημα είναι απλώς ισχύς χωρίς κατεύθυνση. Αυτό δεν είναι μειονέκτημα· είναι πολιτισμι- κή επιλογή. Και ίσως, μακροπρόθεσμα, στρατηγικό πλεονέκτημα. Σε τελική ανάλυση, η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί ως καθρέφτης. Μας επιστρέφει, με ψυχρή καθαρότητα, τις προτεραιότητές μας. Αν της ζητήσουμε αποδοτικότητα, θα μας δώσει αποδοτικότητα. Αν της ζητήσουμε έλεγχο, θα μας δώσει έλεγχο. Το ερώτημα είναι αν θα της ζητήσουμε σοφία… και αν είμαστε έτοιμοι να την αναγνωρίσουμε πρώτα στον εαυτό μας. Η εξέλιξη της τεχνητής νοημο- σύνης δεν κρίνει το μέλλον των μηχανών. Κρίνει το μέλλον του ανθρώπου ως φορέα νοήματος, ευθύνης και ελευθερίας. Δεν προγραμματίζεται μόνο ο κώδικας. Προγραμματίζεται, αργά και αθόρυβα, και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τι αξίζει να σωθεί. Και αυτό είναι, τελικά, το πιο ανθρώπινο διακύβευμα όλων.
*Ο Γιάννης Μαστρογεωργίου είναι Ειδικός Γραμματέας Μακροπρόθεσμου Σχεδιασμού στην Προεδρία της Ελληνικής Κυβέρνησης