Ερώτηση ρητορική: υπάρχει κυβερνών κόμμα που εκκινεί διαδικασία Συνταγματικής Αναθεώρησης δίχως να σταθμίζει τα μεσοπρόθεσμα πολιτικά οφέλη μιας τέτοιας ενέργειας; Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ιστορικά όλες οι κυβερνώσες παρατάξεις έχουν αξιοποιήσει (sic) την ευχέρεια που τους παρέχουν οι ευνοϊκοί κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί, προκειμένου να θέσουν τους (θεσμικούς) όρους του πολιτικού παιγνίου.
Για τον λόγο αυτόν όλες οι Συνταγματικές Αναθεωρήσεις της Μεταπολίτευσης πέραν της συμπερίληψης ορισμένων σημαντικών μεταρρυθμίσεων είχαν και ευδιάκριτες μικροκομματικές στοχεύσεις, καθιστώντας τες έτσι αμφιλεγόμενες παρεμβάσεις στον συντακτικό χάρτη της χώρας.
Κορυφαίο παράδειγμα τυγχάνει η μακιαβελικού τύπου αναθεώρηση του 1986, με την αποψίλωση των καθηκόντων του Προέδρου της Δημοκρατίας, η οποία συνέτεινε στη διαμόρφωση ενός στρεβλού πολιτεύματος: της χωλής, μονοπολικής και πρωθυπουργοκεντρικής Δημοκρατίας.
Αλλά και η τρέχουσα φιλόδοξη κατά τα άλλα πρόταση Συνταγματικής Αναθεώρησης εμφανίζει ορισμένες αμήχανες όψεις:
α) ευθύνη και δίωξη Υπουργών: αν μετά την κρίση του όποιου δικαστικού οργάνου τον τελευταίο λόγο τον έχει η Βουλή, η μεταρρύθμιση είναι λειψή. Καμία αποφασιστική παρεμβολή του Κοινοβουλίου δεν είναι απαραίτητη: πιότερο συμβατή με το κράτος-δικαίου η σύσταση ενός μεικτής συνθέσεως Ειδικού Δικαστηρίου με πλειοψηφία φυσικών δικαστών, το οποίο θα έχει και την αποκλειστική δικαιοδοτική αρμοδιότητα. Με κριτές επιλεγέντες από την εκάστοτε ηγεσία της Δικαιοσύνης, ομοίως εκλεγόμενης από τα ανώτατα δικαστικά σώματα.
β) εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας: τι 5, τι 6, τι 16 χρόνια. Πενταετής θητεία δίχως περιορισμούς επανεκλογής, ανάδειξη απευθείας από τον λαό, απεξάρτηση εκλογής από πολιτικές ακροβασίες, επίτευξη σταθερότητας. Καθαρές λύσεις, που έλεγε και ο μακαριστός του εκσυγχρονισμού ηγέτης.
γ) καθήκοντα Προέδρου της Δημοκρατίας: αφενός δυνατότητα αναπομπής αντισυνταγματικών νομοσχεδίων κατόπιν δεσμευτικής γνώμης ενός Συνταγματικού Συμβουλίου και αφετέρου ηγητορία στο Συμβούλιο των Αρχηγών με αρμοδιότητες έκφρασης γνώμης επί κρίσιμων εθνικών θεμάτων. Έτσι, επιτυγχάνεται η επαναφορά σε μια μορφή γνήσιας Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και η εξισορρόπηση του μονοδιάστατου πολιτικού συστήματος.
δ) εκλογιμότητα βουλευτών και υπουργών: ούτε σκέψη για ασυμβίβαστο βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας. Το σύστημά μας στενάζει από τη δράση εξωκοινοβουλευτικών μη αιρετών προσώπων, τα οποία οι εκλογείς ούτε που γνωρίζουν τη στιγμή της κάλπης. Η λογοδοσία των ταγών στον λαό είναι θεμέλιο της λαϊκής κυριαρχίας και υπηρετεί την αξία της δημοκρατίας.
ε) απαγόρευση κρατικοποιήσεων: γιατί το Κράτος να θεσμοποιήσει έναν ασφυκτικό περιορισμό των στρατηγικών παρεμβατικών του επιλογών, που υπό συνθήκες μπορεί να είναι απολύτως κρίσιμες; Φαντάζεται κανείς σε μια αμυντική βιομηχανία, μια κοινοπραξία εξόρυξης ή μια ενεργειακή επιχείρηση να δικαιούται να εισέλθει Τούρκος μεγαλομέτοχος και το Σύνταγμα να απαγορεύει σε κρατική επιχείρηση ή το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο να επανακτήσει τις ίδιες συμμετοχές; Άραγε, η κρατική ΔΕΗ δεν θριαμβεύει διαρκώς, η ομοίως κρατική ΕΥΔΑΠ δεν είναι η μοναδική επιχείρηση με μηδενικό δανεισμό κ.ο.κ.;
στ) σταδιακή άρση μονιμότητας: η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων είναι μια απροσμάχητα θετική πρωτοβουλία. Για την άρση της μονιμότητάς τους όμως ας ανατρέξει κανείς στα αντίθετα επιχειρήματα των Τρικούπη, Θεοτόκη, Ράλλη, Στ. Δραγούμη και του ιδίου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Και το διάβα του χρόνου δεν έχει εξαφανίσει τους λόγους καθιέρωσής της.
Εν κατακλείδι, οι θολές επαμφοτερίζουσες επιλογές μιας Συνταγματικής Αναθεώρησης δεν αφήνουν στιβαρό αποτύπωμα και ισχυρό συμβολισμό. Τουναντίον, μια Πολιτεία θα πρέπει να προσφεύγει στην ύστατη λύση της μεταβολής του Συντάγματος, μόνον όταν τούτη υπηρετεί ένα βαθύ όραμα, έναν κατά Κων/νο Τσάτσο «Ύπατο Σκοπό», που να ανταποκρίνεται στις ζωτικές ανάγκες μιας κοινωνίας και στην ιστορική αναγκαιότητα.
Ο κ. Δημήτριος Κ. Ρούσσης είναι Επίκ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Δικηγόρος Αθηνών.