Ακρίβεια: Πόσο άδειασε τα πορτοφόλια των νοικοκυριών – Τα στοιχεία για την εξαετία

Η ακρίβεια αφήνει το αποτύπωμά της στα νοικοκυριά - Η εξαετία 2020–2025 άφησε ένα μόνιμο κενό μεταξύ τιμών και εισοδήματος

Ακρίβεια: Πόσο άδειασε τα πορτοφόλια των νοικοκυριών – Τα στοιχεία για την εξαετία

Το ράφι του σούπερ μάρκετ δεν «ξεχνά» τον πληθωρισμό, την ίδια στιγμή που τα νοικοκυριά ζουν την ακρίβεια, καθώς δεν μπορούν να παραβλέψουν ούτε το ενοίκιο, ούτε τις υπηρεσίες που κάποτε θεωρούνταν δεδομένες.

Μπορεί ο ετήσιος ρυθμός ανόδου των τιμών να έχει υποχωρήσει αισθητά σε σχέση με τα χρόνια της ενεργειακής κρίσης, όμως το επίπεδο του κόστους ζωής έχει ήδη μετακινηθεί σε νέα, υψηλότερη βάση. Και αυτή η μετατόπιση είναι το πραγματικό αποτύπωμα της εξαετίας 2020–2025 στην καθημερινότητα των ελληνικών νοικοκυριών.

Τα τρόφιμα είναι η πιο χαρακτηριστική κατηγορία αυξήσεων στην εξαετία. Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και τη σωρευτική ανάλυση της Eurobank, οι τιμές τροφίμων στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί σωρευτικά πάνω από 30% την περίοδο 2020–2025, με ορισμένες υποκατηγορίες να κινούνται ακόμη υψηλότερα.

Ενδεικτικά:

  • βασικά είδη διατροφής (ψωμί, γαλακτοκομικά, κρέας) κατέγραψαν αυξήσεις που σε πολλές περιπτώσεις ξεπέρασαν το 35%,
  • τα επεξεργασμένα τρόφιμα και τα προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης κινήθηκαν σταθερά ανοδικά, ακόμη και όταν η ενεργειακή κρίση άρχισε να αποκλιμακώνεται.

Ακόμη και το 2024–2025, όταν ο πληθωρισμός επιβραδύνθηκε, οι τιμές δεν επέστρεψαν σε φθηνότερα επίπεδα, απλώς σταθεροποιήθηκαν σε υψηλότερα. Για ένα μέσο νοικοκυριό, αυτό σημαίνει ότι το καλάθι του σούπερ μάρκετ του 2025 κόστισε μόνιμα αισθητά περισσότερο από εκείνο του 2020, ανεξάρτητα από το αν οι ετήσιες αυξήσεις είναι πλέον μικρότερες.

Στέγη: ο μεγαλύτερος πολλαπλασιαστής πίεσης

Αν το ράφι «πονάει», το ενοίκιο στραγγαλίζει. Η στέγη αποδείχθηκε ο πιο επίμονος και διαρθρωτικός παράγοντας ακρίβειας της εξαετίας.

Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και ευρωπαϊκές συγκρίσεις της Eurostat:

  • τα ενοίκια στην Ελλάδα αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 25%–30% την περίοδο 2020–2025,
  • σε αστικά κέντρα και περιοχές υψηλής ζήτησης, η αύξηση ήταν ακόμη μεγαλύτερη.

Η ιδιαιτερότητα της στέγης είναι ότι απορροφά δυσανάλογο ποσοστό εισοδήματος. Σχεδόν 3 στα 10 ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγη, ποσοστό πολλαπλάσιο του μέσου όρου της Ευρωζώνης.

Αυτό μετατρέπει την αύξηση των ενοικίων σε μόνιμο φρένο στην κατανάλωση: κάθε ευρώ που κατευθύνεται στη στέγη αφαιρείται από τρόφιμα, υπηρεσίες ή αποταμίευση.

Η «σιωπηλή» ακρίβεια των υπηρεσιών

Λιγότερο ορατές, αλλά εξίσου καθοριστικές, είναι οι αυξήσεις στις υπηρεσίες. Από κομμωτήρια και εστίαση έως ιδιωτική εκπαίδευση και μεταφορές, οι τιμές υπηρεσιών αυξήθηκαν σωρευτικά περίπου 20%–25% την εξαετία, σύμφωνα με τα στοιχεία του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή (HICP).

Η ακρίβεια στις υπηρεσίες επηρεάζεται άμεσα από:

  • το αυξημένο κόστος ενέργειας των προηγούμενων ετών,
  • την άνοδο των μισθών σε συγκεκριμένους κλάδους,
  • τα υψηλότερα ενοίκια επαγγελματικών χώρων.

Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και όταν το νοικοκυριό περιορίζει αγορές αγαθών, δεν μπορεί να αποφύγει τις αυξημένες τιμές στις βασικές υπηρεσίες.

Η αγοραστική δύναμη δεν ακολουθεί

Εδώ αναδεικνύεται το βασικό χάσμα της εξαετίας. Σύμφωνα με το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, παρά την αύξηση του ΑΕΠ και τη βελτίωση μακροοικονομικών δεικτών, η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων στην Ελλάδα παραμένει αισθητά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS):

  • οι ελληνικοί μισθοί υστερούν σημαντικά έναντι χωρών της Δυτικής Ευρώπης,
  • ακόμη και σε σύγκριση με κράτη της Κεντρικής Ευρώπης, η σύγκλιση παραμένει αργή.

Η σωρευτική αύξηση τιμών της περιόδου 2020–2025 έφαγε μεγάλο μέρος των ονομαστικών αυξήσεων μισθών, αφήνοντας το καθαρό αποτέλεσμα για τα νοικοκυριά οριακό.

Η ακρίβεια και το χάσμα με την Ευρώπη

Η εικόνα γίνεται πιο καθαρή όταν το ελληνικό κόστος ζωής τοποθετηθεί δίπλα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, την περίοδο 2020–2025 ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή (HICP) αυξήθηκε σωρευτικά στην Ελλάδα περισσότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, κυρίως λόγω ενέργειας, τροφίμων και υπηρεσιών. Την ίδια στιγμή, χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης εμφάνισαν μεν ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις το 2022–2023, αλλά μπήκαν νωρίτερα σε φάση σταθεροποίησης τιμών, ιδίως στα τρόφιμα.

Στο κρίσιμο πεδίο της στέγης, η απόκλιση είναι ακόμη πιο έντονη. Τα ενοίκια στην Ελλάδα αυξήθηκαν σωρευτικά με ρυθμούς που ξεπερνούν τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, σε μια χώρα όπου το διαθέσιμο εισόδημα είναι ήδη χαμηλότερο. Σύμφωνα με την Eurostat, το ποσοστό των ελληνικών νοικοκυριών που επιβαρύνεται υπερβολικά από το κόστος στέγασης παραμένει πολλαπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, γεγονός που εξηγεί γιατί η ακρίβεια γίνεται αισθητή εντονότερα, ακόμη και όταν οι δείκτες πληθωρισμού συγκλίνουν.

Η μισθολογική απόκλιση που δεν κλείνει

Η σύγκριση στους μισθούς αποτυπώνει το δομικό πρόβλημα. Σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS), οι αμοιβές στην Ελλάδα παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες όχι μόνο από τη Δυτική Ευρώπη, αλλά και από χώρες που μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν συγκρίσιμες. Όπως επισημαίνει το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, η αύξηση του ΑΕΠ δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη βελτίωση της εργασιακής ευημερίας, με αποτέλεσμα η σωρευτική άνοδος των τιμών να «μετριέται» διαφορετικά στο ελληνικό πορτοφόλι σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Με απλά λόγια, ενώ σε πολλές χώρες της Ευρωζώνης η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού συνοδεύτηκε από σταδιακή αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης, στην Ελλάδα η εξαετία 2020–2025 άφησε ένα μόνιμο κενό μεταξύ τιμών και εισοδήματος. Αυτό το κενό είναι που εξηγεί γιατί η ακρίβεια παραμένει κυρίαρχο θέμα στην καθημερινότητα, ακόμη και σε μια περίοδο θετικών μακροοικονομικών ενδείξεων.

Και όμως, την ίδια στιγμή, η εικόνα της χώρας στο μακροοικονομικό επίπεδο είναι διαφορετική. Οι προβλέψεις για το 2026 τοποθετούν την ελληνική ανάπτυξη στο 2,1%–2,2%, υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (~1,3%). Παράλληλα, η πρώτη έξοδος της Ελλάδας στις αγορές το 2026 με 10ετές ομόλογο συνοδεύτηκε από προσφορές πολλαπλάσιες του ζητούμενου ποσού, ένδειξη ισχυρής εμπιστοσύνης από διεθνείς επενδυτές.

Πηγή: ot.gr

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version