Στις 12 Δεκεμβρίου του 2015, πριν από 10 ακριβώς χρόνια, σχεδόν 200 χώρες υπέγραψαν τη Συμφωνία του Παρισιού, μια ιστορική συμφωνία για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Επισημοποιήθηκε στη συνέχεια στις 22 Απριλίου 2016, όταν άνοιξε για υπογραφές στη Νέα Υόρκη (Ημέρα της Γης), και τέθηκε επίσημα σε ισχύ στις 4 Νοεμβρίου 2016, αφού συγκεντρώθηκε ο απαιτούμενος αριθμός επικυρώσεων. Στόχος της ήταν να συγκρατηθεί η αύξηση της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας «πολύ κάτω από τους 2°C σε σχέση με τα προ-βιομηχανικά επίπεδα», επιδιώκοντας παράλληλα να περιοριστεί στους 1,5°C.
Ένας ακόμη στόχος ήταν η ενίσχυση των ικανοτήτων των χωρών να προσαρμοστούν στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και η παροχή οικονομικής και τεχνολογικής στήριξης στις αναπτυσσόμενες χώρες για τη μετάβαση σε χαμηλές εκπομπές άνθρακα.
Με την υπογραφή της, οι χώρες είχαν δεσμευτεί να υποβάλλουν εθνικά σχέδια δράσης για το κλίμα (NDCs) και να τα αναθεωρούν κάθε πέντε χρόνια.
Από τότε ο κόσμος έχει αλλάξει σημαντικά. Λίγες μέρες πριν από τη COP30, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, είχε παραδεχτεί ότι «η υπέρβαση του ορίου 1,5°C, το αργότερο στις αρχές της δεκαετίας του 2030, είναι πλέον αναπόφευκτη».
Η πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση της παγκόσμιας περιβαλλοντικής κατάστασης που έχει γίνει ποτέ καλεί τις χώρες να υιοθετήσουν μια ενιαία προσέγγιση για την αντιμετώπιση των πιο πιεστικών περιβαλλοντικών κρίσεων: της κλιματικής αλλαγής, της απώλειας βιοποικιλότητας και της ρύπανσης, οι οποίες απειλούν με εξαφάνιση περισσότερα από 1 εκατομμύριο είδη φυτών και ζώων.
Η έκθεση καταρτίστηκε αυτή την εβδομάδα από την Παγκόσμια Συνέλευση Περιβάλλοντος του ΟΗΕ (UNEA) – μια συνεδρίαση στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν συμμετείχαν. Στη σύνταξή της συνέβαλαν σχεδόν 300 επιστήμονες από 83 χώρες, καθιστώντας τη τη μεγαλύτερη και πιο περιεκτική αξιολόγηση του είδους της.
Οι κρίσεις που εξετάζει η έκθεση – από την υποβάθμιση γης και την αποψίλωση μέχρι τη ρύπανση της ατμόσφαιρας και των υδάτων – είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και απαιτούν κοινές λύσεις. Όπως υπογραμμίζουν οι συντάκτες του Global Environment Outlook, για να υπάρξει πραγματική πρόοδος χρειάζονται:
● αυξημένες επενδύσεις,
● ισχυρά οικονομικά κίνητρα για απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα,
● προώθηση βιώσιμων αγροτικών πρακτικών,
● περιορισμός της ρύπανσης και της σπατάλης πόρων.
«Δεν μπορεί κανείς να μιλά για την κλιματική αλλαγή χωρίς να μιλήσει ταυτόχρονα για τη βιοποικιλότητα, την υποβάθμιση της γης και τη ρύπανση», εξηγεί ο Bob Watson, ένας από τους επικεφαλής συγγραφείς της έκθεσης και πρώην κορυφαίος επιστήμονας της NASA και της βρετανικής κυβέρνησης. «Και δεν μπορείς να εξετάσεις την απώλεια βιοποικιλότητας χωρίς να λάβεις υπόψη τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και της ρύπανσης».
Παρά τις δραματικές προειδοποιήσεις, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η διεθνής συνεργασία αποδυναμώνεται – κυρίως επειδή ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αρνείται να συμμετάσχει σε πολλές από τις κρίσιμες συζητήσεις.
Ο Τραμπ, που απέσυρε τις ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού, έχει χαρακτηρίσει την κλιματική αλλαγή «φάρσα». Παράλληλα, έχει προωθήσει τα ορυκτά καύσιμα, ακυρώσει άδειες για έργα ανανεώσιμων πηγών και εγκαταλείψει τα πρότυπα κατανάλωσης καυσίμων για τα αυτοκίνητα.
«Αν οι ΗΠΑ δεν θέλουν να δράσουν, γιατί να δράσουμε εμείς;» φαίνεται να αναρωτιούνται ορισμένες χώρες.
Οι θερμότερες δεκαετίες στην ιστορία
Τα δεδομένα από τις υπηρεσίες Copernicus Climate Change Service (C3S) και Copernicus Atmosphere Monitoring Service (CAMS) δείχνουν ότι η περίοδος 2015–2024 είναι η θερμότερη δεκαετία που έχει καταγραφεί ποτέ. Αν οι θερμοκρασίες για τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2025 παραμείνουν υψηλές, η φετινή χρονιά θα είναι η δεύτερη ή τρίτη θερμότερη από την έναρξη των μετρήσεων.
«Δέκα χρόνια μετά τη Συμφωνία του Παρισιού, ο πλανήτης είναι πιο θερμός από ποτέ. Κάθε έτος από το 2015 κατατάσσεται στα 10 θερμότερα που έχουν καταγραφεί», δηλώνει ο Carlo Buontempo, διευθυντής του C3S. «Είναι πλέον εμφανές ότι το κλίμα αλλάζει με ρυθμούς που η ανθρωπότητα δεν έχει ξαναζήσει».
Για πρώτη φορά, σημειώνει το C3S, είναι πιθανό το όριο των 1,5°C να ξεπεραστεί στα τρία επόμενα χρόνια.
Πόσο κοντά είμαστε στο 1,5°C;
Κατά την υπογραφή της Συμφωνίας του Παρισιού, τον Δεκέμβριο του 2015, τα δεδομένα του Copernicus έδειχναν ότι η υπερθέρμανση είχε φτάσει 1,04°C πάνω από τα προ-βιομηχανικά επίπεδα και προβλεπόταν να φτάσει το 1,5°C το 2042.
Σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία του Σεπτεμβρίου 2025, η υπερθέρμανση υπολογίζεται σε 1,4°C και η τάση του Copernicus δείχνει ότι το όριο 1,5°C θα μπορούσε να επιτευχθεί ήδη γύρω στο 2029.
Με άλλα λόγια, πριν από μια δεκαετία, η προβλεπόμενη ημερομηνία για το 1,5°C ήταν 27 χρόνια μακριά. Τώρα η εκτίμηση δείχνει ότι απέχουμε μόλις τέσσερα χρόνια.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η ταχεία επιτάχυνση της υπερθέρμανσης συνδέεται με τις συνεχώς αυξανόμενες συγκεντρώσεις αερίων του θερμοκηπίου, γεγονός που καθιστά πιο δύσκολο τον περιορισμό της θερμοκρασίας κάτω από το 1,5°C.
Προσπάθειες και πρόοδος
Όμως έχει σημειωθεί και πρόοδος. Πολλές χώρες έχουν αυξήσει σημαντικά την παραγωγή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η ηλιακή και η αιολική ενέργεια έχουν γίνει οικονομικά ανταγωνιστικές και αυξάνονται ραγδαία, ενώ η ηλεκτροκίνηση γνωρίζει εκθετική ανάπτυξη.
Περισσότερες από 190 χώρες έχουν υποβάλει εθνικά σχέδια δράσης για το κλίμα (NDCs), δεσμευόμενες για μείωση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Ορισμένες χώρες, όπως η ΕΕ, έχουν θέσει στόχους για μηδενικές εκπομπές έως το 2050. Όμως οι αναπτυσσόμενες χώρες απαιτούν μεγαλύτερη οικονομική και τεχνολογική στήριξη για να εφαρμόσουν μέτρα μείωσης εκπομπών και προσαρμογής. Οι υποσχέσεις χρηματοδότησης δεν έχουν πλήρως υλοποιηθεί.
Η Συμφωνία ενίσχυσε την παγκόσμια συνεργασία, με τακτικές διασκέψεις των μερών (COP) που παρακολουθούν την εφαρμογή της συμφωνίας και ενθαρρύνουν ενισχυμένες δεσμεύσεις.
Το 2015, η έκθεση Emissions Gap Report του ΟΗΕ προέβλεπε «βάση» υπερθέρμανσης 4°C έως το 2100 αν δεν ληφθούν μέτρα. Σήμερα, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση, ο κόσμος κατευθύνεται προς 2,8°C αν εφαρμοστούν οι τρέχουσες πολιτικές, και μεταξύ 2,3–2,5°C αν όλες οι χώρες υλοποιήσουν πλήρως τα εθνικά τους σχέδια.
Αύξηση εκπομπών και συγκεντρώσεων αερίων
Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έχουν συνεχίσει να αυξάνονται από το 2015. Το 2024 καταγράφηκε ρεκόρ συγκεντρώσεων CO₂, η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση από το 1957, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό.
Από την υπογραφή της Συμφωνίας, οι συγκεντρώσεις CO₂ έχουν αυξηθεί κατά 5,51%, φτάνοντας τα 422 ppm τον Δεκέμβριο του 2024. Το μεθάνιο αυξήθηκε κατά 4,86%, φτάνοντας 1.897 ppb τον ίδιο μήνα.
«Η ατμόσφαιρά μας είναι ο πιο άμεσος δείκτης των πράξεών μας», εξηγεί η Laurence Rouil, διευθύντρια του CAMS. «Τα τελευταία δέκα χρόνια οι συγκεντρώσεις CO₂ έχουν αυξηθεί πάνω από 5%, φτάνοντας τα υψηλότερα ετήσια επίπεδα που έχουν καταγραφεί ποτέ».
Οι εκπομπές από ορυκτά καύσιμα αντιπροσώπευαν σχεδόν το 75% των συνολικών εκπομπών άνθρακα το 2024, ενώ οι πυρκαγιές το 2025 απελευθέρωσαν πάνω από 1.300 εκατομμύρια τόνους άνθρακα, υποβαθμίζοντας παράλληλα την ποιότητα του αέρα και επηρεάζοντας την υγεία.
Οι ακραίες θερμοκρασίες ως νέα πραγματικότητα
Οι καύσωνες έχουν γίνει πιο πιθανοί από το 2015. Σύμφωνα με κοινή μελέτη των Climate Central και World Weather Attribution, οι χώρες βιώνουν κατά μέσο όρο 11 περισσότερες θερμές ημέρες ανά έτος σε σχέση με τη δεκαετία πριν από τη Συμφωνία του Παρισιού.
Η μελέτη ανέλυσε επιλεγμένα ακραία γεγονότα θερμοκρασίας από κάθε ήπειρο. Τρία από αυτά τα γεγονότα θα ήταν αδύνατον να συμβούν χωρίς την ανθρωπογενή υπερθέρμανση, ενώ δύο ήταν περίπου 10 φορές πιο πιθανό να συμβούν το 2025 σε σχέση με το 2015.
Για παράδειγμα, ένας καύσωνας διάρκειας μίας εβδομάδας στη Νότια Ευρώπη το 2023 είναι σήμερα 70% πιθανότερος και 0,6°C θερμότερος σε σχέση με πριν από μια δεκαετία, ενώ σε προ-βιομηχανικές συνθήκες θα ήταν σχεδόν αδύνατος.
Η κλιματική κρίση ως «πολλαπλασιαστής κινδύνου»
Η κλιματική αλλαγή δεν επιβαρύνει μόνο τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Λειτουργεί, όπως λέει η καθηγήτρια του Texas Tech και επικεφαλής επιστήμονας του Nature Conservancy, Katharine Hayhoe, ως «πολλαπλασιαστής απειλών»: κάνει χειρότερα φαινόμενα όπως η υποβάθμιση γης, η αποψίλωση δασών και η απώλεια βιοποικιλότητας.
«Αν δεν λύσουμε την κλιματική αλλαγή, δεν θα μπορέσουμε να λύσουμε ούτε τα υπόλοιπα προβλήματα», τονίζει.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, έως και 40% των εδαφών θεωρούνται πλέον υποβαθμισμένα, ενώ η ρύπανση ευθύνεται για περίπου 9 εκατ. θανάτους ετησίως.
Τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν φέρει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που οι κοινωνίες προσεγγίζουν το κλίμα, αλλά η εφαρμογή παραμένει αργή και άνιση. Η Συμφωνία του Παρισιού παραμένει σημείο αναφοράς, αλλά η προοπτική για την επίτευξη των στόχων της απαιτεί επιτάχυνση δράσης, μεγαλύτερη χρηματοδότηση, τεχνολογική καινοτομία και αποφασιστικές πολιτικές παρεμβάσεις.
Χρονολόγιο των 10 ετών από τη Συμφωνία του Παρισιού
12 Δεκεμβρίου 2015
-
Υπογραφή της Συμφωνίας του Παρισιού κατά τη διάρκεια της COP21 στο Παρίσι.
-
Στόχος: να συγκρατηθεί η αύξηση της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας κάτω από 2°C, επιδιώκοντας 1,5°C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα.
22 Απριλίου 2016
-
Άνοιξε για υπογραφές στη Νέα Υόρκη (Ημέρα της Γης).
-
Περισσότερες από 175 χώρες υπέγραψαν αρχικά.
4 Νοεμβρίου 2016
-
Η Συμφωνία τέθηκε σε ισχύ μετά την επικύρωσή της από τον απαιτούμενο αριθμό χωρών (τουλάχιστον 55 χώρες που αντιπροσωπεύουν το 55% των εκπομπών).
2018
-
Δημοσίευση της Έκθεσης IPCC για την υπερθέρμανση 1,5°C, που τόνιζε πόσο κρίσιμο είναι να περιοριστεί η θέρμανση κάτω από 1,5°C για να αποφευχθούν οι πιο καταστροφικές συνέπειες.
2019–2020
-
Παγκόσμιες κινητοποιήσεις για το κλίμα (π.χ. Fridays for Future), εντείνοντας την πίεση προς τις κυβερνήσεις να εφαρμόσουν τις δεσμεύσεις τους.
-
Η πανδημία COVID-19 προσωρινά μείωσε τις εκπομπές, αλλά δεν άλλαξε την μακροπρόθεσμη τάση.
2021–2022
-
COP26 στη Γλασκώβη: πολλές χώρες αναθεώρησαν τα εθνικά τους σχέδια (NDCs), αλλά οι επιστήμονες προειδοποίησαν ότι οι δεσμεύσεις εξακολουθούν να μην επαρκούν για το όριο 1,5°C.
2024–2025
-
Εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου φτάνουν σε ιστορικά υψηλά.
-
Ακραία καιρικά φαινόμενα, καύσωνες και πυρκαγιές γίνονται όλο και πιο συχνά.
-
Εκτιμάται ότι η υπερθέρμανση θα φτάσει πιθανότατα το 1,5°C γύρω στο 2029, πολύ νωρίτερα από ό,τι προβλεπόταν το 2015.
