Γιάννης Ξανθούλης: «Ζωγραφίζω αντί να πάρω ένα ψυχοφάρμακο»

Μου αρέσει που ονοματίζει τα έργα του «ζωγραφιές».

Γιάννης Ξανθούλης: «Ζωγραφίζω αντί να πάρω ένα ψυχοφάρμακο»
Μου αρέσει που ονοματίζει τα έργα του «ζωγραφιές». Η λέξη φέρνει στον νου τα παλιά σχολικά χρόνια, όταν τα παιδιά αγόραζαν ζωγραφιές, τις κολλούσαν σε άλμπουμ και τις έδειχναν με υπερηφάνεια στους φίλους τους. Εκθεση ζωγραφιών, λοιπόν, με νοσταλγική διάσταση, έχει ετοιμάσει και θα παρουσιάσει, για πρώτη φορά, ο συγγραφέας Γιάννης Ξανθούλης (από 04/04 στην γκαλερί Genesis). Φυλλώματα που ανάμεσά τους περνά το φως, δάση με τις σκιάδες των παραμυθιών, λαμπερές ίριδες, πασχαλιές και καλέντουλες, άνθρωποι σε μιαν απροσδιόριστη αναμονή, τρένα στη βαθιά προοπτική των τοπίων, και λεπτομέρειες, χιλιάδες λεπτομέρειες, αραβουργήματα αχαλίνωτης φαντασίας. Στο σημείωμά του, ως εισαγωγή στην έκθεση, γράφει: «Εντάξει, ό,τι έγινε έγινε, οι μπογιές, τα σχήματα, τα χαρτιά και οι κορνίζες του Λυμπεράκη είναι εδώ. Με την υπογραφή μου. Αναφέρομαι στις κορνίζες, γιατί, όταν ήμουν στο τελείωμα κάθε ζωγραφιάς, είχα τη διάθεση να την κομματιάσω. Με το κορνίζωμα απέφευγα προσωρινά την καταστροφή». Ευτυχώς. Γιατί έτσι, με τέμπερες, μολύβια και μελάνια, ο Γιάννης Ξανθούλης μάς ξεναγεί σε μιαν άλλη γοητευτική διάσταση των βιβλίων του και, κυρίως, της ψυχής του.
Κύριε Ξανθούλη, πώς νιώθετε που θα κάνετε για πρώτη φορά έκθεση ζωγραφικής; «Είναι πολύ τολμηρό για μένα. Σε μια εποχή που περνώ τις πιο κλειστές μου, ξαφνικά αποφάσισα να εκτεθώ ανεπανόρθωτα».
Πώς αρχίσατε να ζωγραφίζετε; «Πάντα ζωγράφιζα, κυρίως κοστούμια για τα δικά μου θεατρικά έργα, αλλά εικονογραφούσα και τα παιδικά βιβλία μου και τα εξώφυλλα στους δίσκους. Για ένα μεγάλο διάστημα δεν είχα χρόνο να ασχοληθώ με τη ζωγραφική. Οταν ξανάρχισα, είδα ότι ήταν πολύ ψυχοθεραπευτική απασχόληση για το νευρικό μου σύστημα. Ζωγραφίζω κυρίως λεπτομέρειες. Μου άρεσαν πάντα πολύ οι μινιατούρες, με γοήτευε όλη αυτή η περιγραφική λεπτομέρεια που τη βρίσκουμε στην τέχνη της Ανατολής και σε κάποιες βυζαντινές εικόνες, τα υπέροχα αρχιγράμματα θρησκευτικών βιβλίων, παλιών μυθιστορημάτων, οι πυρογραφίες στα δερμάτινα εξώφυλλα».
Και τα κεντήματα σας αρέσουν, μια που έχουν λεπτομέρειες; «Και τα κεντήματα και τα πλεκτά, και δυστυχώς δεν έμαθα ποτέ να πλέκω. Αυτό είναι μεγάλο μείον. Ηθελα πολύ να ξέρω».
Σοβαρά; Γιατί; «Επειδή μου αρέσει πολύ να βλέπω ένα έργο, και μάλιστα χρηστικό, καθώς δημιουργείται».
Παρακολουθείτε την εικαστική κίνηση της πόλης; Πηγαίνετε σε μουσεία; Τι σας συγκινεί; «Βέβαια, πηγαίνω. Μου αρέσουν πολλοί ζωγράφοι, μου αρέσουν ακόμη και οι προραφαηλίτες, οι αναγεννησιακοί, με γοητεύουν οι αμερικανοί ζωγράφοι που δεν είχαν καμία σχέση με τα επαναστατικά κινήματα της Ευρώπης, αλλά αποτυπώνουν μια επαρχιακή ηρεμία».
Ενα έργο σας ζωγραφικής θα μπορούσε να είναι στη θέση ενός βιβλίου σας; «Θα μπορούσε, άλλωστε αυτή είναι η σχέση που έχω με τη ζωγραφική. Πολλές φορές, ένα καταστάλαγμα, πράγματα επουσιώδη που μου έχουν διαφύγει από το γράψιμο ενός βιβλίου και τα οποία ανακαλύπτω ύστερα από χρόνια, γίνονται ένα μικρό έργο».
Αυτό το «μικρό» έχει σχέση και με την καταγωγή σας από την Αλεξανδρούπολη, που είναι μικρός τόπος; «Οχι, δεν έχει σχέση με μεγέθη· είναι μία πολύ προσωπική παράμετρος το “μικρό”».
Αναδύονται, όμως, μνήμες από εκεί; «Μόνο τα τρένα και οι σταθμοί. Οι σταθμοί της Βόρειας Ελλάδας κυρίως –γιατί όλα τα ταξίδια που έκανα το πρώτο τέταρτο της ζωής μου ήταν με το τρένο. Εβρος, Θεσσαλονίκη, Αθήνα».
Εχουν έναν ρομαντισμό τα ταξίδια με το τρένο; «Ναι. Το τρένο είναι αξεπέραστο».
Υπάρχει και μέσα στα κείμενά σας; «Με έναν τρόπο, ναι. Τα αναφέρω, γιατί ήταν οι συναναστροφές που κάναμε, καθώς παλιά αργοπορούσαν πολύ τα τρένα· καθυστερήσεις, αναμονές, ανταποκρίσεις, που έφταναν έως και τις έξι ώρες. Ωραία κουπέ, όπου συναντούσες ανθρώπους και ανοιγόσουν και μιλούσες για θέματα προσωπικά, που δεν θα τα έλεγες ούτε στον εφημέριο αν ήσουν της εξομολόγησης. Κι όμως, σε αυτούς τα έλεγες· περίεργες συζητήσεις. Και μετά, φτάναμε στον προορισμό μας και ήταν σαν να μην τους είχαμε συναντήσει ποτέ».
Εχετε κρατήσει εικόνες. «Κυρίως μια αίσθηση λύπης που ένιωθα παιδί, επειδή οι άνθρωποι με τους οποίους τόσα είχαμε πει μετά δεν υπήρχαν. Γι’ αυτό, όταν γράφω, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, αναρωτιέμαι αν κάποιοι από αυτούς μπορεί να συνειδητοποιούν ότι αυτός που γράφει για τα τρένα είναι το παιδί εκείνο που η μητέρα του τους έλεγε για την εγχείρηση αμυγδαλών του».
Θεωρείτε ότι τα έργα ζωγραφικής σας παίρνουν και τη θέση ενός ημερολογίου; «Είναι σαν μια καινούργια ηλικία που ζω, σαν να γεννήθηκα το 2013 –γελοίο ακούγεται! Και ενώ με αγχώνει τρομερά το να γράψω ακόμη και μία επιστολή, όταν κάθομαι να σχεδιάσω, το να πιάσω τα χρώματα, είναι εξαιρετικά αγχολυτικό».
Μήπως και να μαθητεύσετε σε κάποια σχολή; «Φέτος γίνομαι 70. Αν και πολλά έκανα σε μεγάλη ηλικία –στα 60 μου έμαθα να οδηγώ -, έχω την εντύπωση ότι ο χρόνος μου είναι πολύ λίγος. Κι όταν ζεις στο τελευταίο τέταρτο της ζωής σου, κάνεις έναν πολύ ειδικό υπολογισμό και μια σούμα αλλιώτικη».
Με φόβο το λέτε; «Κανέναν φόβο. Δεν είμαι και τόσο θαυμαστής της ζωής· φαίνεται άλλωστε και από τα βιβλία μου. Και νομίζω ότι είμαι πολύ στο περιθώριο εδώ και πάρα πολύ καιρό».
Λόγω ηλικίας; «Οχι, λόγω του ότι δεν καταλαβαίνω. Σιχαίνομαι οτιδήποτε έχει να κάνει με την τεχνολογία, το γεγονός ότι ο κόσμος, όπου και να βρίσκεται, κοιτάζει μια φωτεινή οθόνη, νομίζοντας ότι επικοινωνεί. Μου είναι ιδιαίτερα απωθητικό. Και όσο αυτά τα μέσα αναπτύσσονται, τόσο οι άνθρωποι απομονώνονται. Τώρα, ωστόσο, έρχεται ένας κύριος και προσπαθεί, με ανορθόδοξο τρόπο, να μου μάθει κι εμένα μερικά πράγματα».
Τι θα πει «με ανορθόδοξο τρόπο»; «Θυμάμαι κάποια ονόματα φίλων χαμένα στο παρελθόν και τα ψάχνουμε, πού βρίσκονται, αν βρίσκονται. Προσπαθώ να μάθω κομπιούτερ σαν από τις ανακοινώσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Ενας άνθρωπος, λοιπόν, που έχει μια τέτοια αντίληψη πραγμάτων, είναι αυτο-παρωχημένος. Ετσι αισθάνομαι».
Και παρωχημένος στον εκδοτικό χώρο; «Οχι, βέβαια. Τα βιβλία πάνε πάρα πολύ καλά και δεν θέλω να κρυφτώ πίσω από το δάχτυλό μου. Το τελευταίο μου μυθιστόρημα, “Την Κυριακή έχουμε γάμο”, έχει πουλήσει 24.000 αντίτυπα μέχρι στιγμής. Επομένως, θα ήταν αχαριστία να πω το αντίθετο».
Εννοούσα ότι έχουν βγει καινούργιες γραφές… «Καινούργιες γραφές που διαβάζω, επειδή είμαι πολύ καλός αναγνώστης. Αν δεν διαβάσω κάθε μέρα κάμποσες σελίδες, δεν ηρεμώ. Και μόλις ένα βιβλίο μού αρέσει, γίνομαι ο καλύτερος υπερασπιστής του».
Η ζωγραφική είναι σε βάρος της γραφής; «Τη θεωρώ κάτι παράλληλο. Ζωγραφίζω αντί να πάρω ένα ψυχοφάρμακο. Με βοηθά. Αλλωστε, τελευταία κυκλοφορούν πολλά βιβλία για το πώς να ξεπεράσουμε το άγχος χρωματίζοντας συγκεκριμένα σχέδια».
Τι σας εμπνέει τόσα χρόνια; Πώς βγαίνουν 25 μυθιστορήματα, θεατρικά… «Και χιλιάδες χρονογραφήματα –30 χρόνια στην εφημερίδα “Ελευθεροτυπία” και κάθε Σάββατο ήμουν παρών. Τα κατασκευάζω σαν παραμυθάς, όσο κι αν ακούγεται κλισέ».
Κι αυτό το κακό παραμύθι που ζούμε σήμερα στην Ελλάδα; «Σε όλον τον κόσμο έτσι είναι, και ακόμη χειρότερα. Σκεφτείτε να είχα μαμά Ταλιμπάν και μπαμπά τζιχαντιστή…».
Παρά τη σκληρή σύγκριση, σας δημιουργεί μια διάθεση επαναστατική; «Δεν ήμουν ποτέ επαναστάτης. Επαναστατούσα μόνο με τον εαυτό μου, τον είχα στον στόχο, δεν τα πήγαινα καλά, γιατί έκανα πάρα πολλές παραχωρήσεις σε επίπεδο προσωπικών σχέσεων, ανοχής… Θυμώνω από συμπεριφορές μου, που ήταν αδυναμίες μου. Δεν μου τις συγχωρώ, είμαι υπέρ της τιμωρίας, άλλωστε, και δεν θέλω να τους δώσω όνομα. Πάντα ήθελα να είμαι πιο δυνατός άνθρωπος».
Θαμμένες και ανώνυμες αδυναμίες, αλλά έρχονται στην επιφάνεια; «Φαίνεται ότι δεν είναι και τόσο θαμμένες. Εχω έναν μπούσουλα αδυναμιών, τον οποίο αξιοποιώ ή προσπαθώ να τον αξιοποιήσω αναδρομικά, κάποιες φορές και στα βιβλία μου. Αυτό κάνω τελικά. Φρόντισα να κάνω τις αδυναμίες μου προτέρημα. Δεν πετυχαίνει πάντα. Αλλά δεν με νοιάζει. Ο,τι έγινε, έγινε. Δεν έχω περιθώριο να είμαι υπόλογος. Η ζωή, πια, πέρασε».
Ούτε τους άλλους συγχωρείτε; «Οχι».
Με ποιον τρόπο τους τιμωρείτε; «Αδιαφορώντας για αυτούς».
Λέτε ότι είστε υπέρ της τιμωρίας και σκέπτομαι ότι η ατιμωρησία έφερε την Ελλάδα ως εδώ. «Το ξέρουμε πολύ καλά, όμως δεν είναι τόσο απλοϊκό να το λέμε, γιατί είναι όλα “ναι μεν, αλλά”. Μια έκφραση που ταιριάζει απόλυτα σε αυτή τη χώρα. Ναι μεν, αλλά ναι μεν… Αλλάδα. Ετσι θα έπρεπε να λέγεται. Ολοι είναι δικαιολογημένοι. Και να ‘ναι καλά οι νόμοι, τα παραθυράκια… Αλλά ζούμε και σε μια εξαιρετικά αναιδή πόλη, ασυγχώρητα αναιδή».
Τι εννοείτε «αναιδή πόλη»; «Αυτό που σημαίνει η λέξη. Αναιδής. Αγενής. Η επαρχία δεν είναι έτσι, η Θεσσαλονίκη δεν είναι έτσι. Γοητευτική, βέβαια, πάντα η Αθήνα, και γι’ αυτό είναι από τα βασικά μου θέματα στα βιβλία μου. Αλλά δεν με ενδιαφέρει καθόλου να διορθώσω τους ανθρώπους».
Για να γράφει όμως κανείς όπως εσείς, δεν σημαίνει ότι έχει αγαπήσει τους ανθρώπους; «Ή ότι θα ήθελε να τους αγαπήσει. Είμαστε και μιμητικά όντα, ειδικά οι συγγραφείς. Εγώ μπορώ να μιμηθώ, σε έναν μεγάλο βαθμό, το οποιοδήποτε συναίσθημα. Πιστεύω ότι μέσα μου έχω έναν ηθοποιό, ο οποίος μπορεί να υποδυθεί κάποιους ρόλους. Στους ήρωές μου δανείζω ένα μέρος από τον ψυχισμό μου και, από εκεί και πέρα, τους δίνω στον αναγνώστη καταπώς τους φαντάζομαι».
Κρύβετε έναν ηθοποιό, λέτε, και κάποια στιγμή παίξατε και στο θέατρο. «Ναι, στο “Δόξα και λόξα”, τα παλιά χρόνια, που δούλευα στο θέατρο. Γιατί έτσι μου αρέσει να το λέω· ότι δούλευα στο θέατρο… Τότε έγραφα πολλά και διάφορα. Και επιθεωρήσεις και παιδικά και καμπαρέ με τον Μαρίνο, αλλά αυτό που με ενδιέφερε πάρα πολύ ήταν το παρασκήνιο. Φελινικά το λέω… Το πώς ντύνονταν οι θεατρίνοι, πώς θύμωναν, πόσο ανασφαλείς ήταν, πώς γελούσε ο κόσμος, οι άνθρωποι… Μετά το “Δόξα και λόξα” σταμάτησα. Και άρχισα να γράφω τα βιβλία μου. Με τρόμαξε το θέατρο όταν κατάλαβα ότι, ως ηθοποιός, έπρεπε καθημερινά να επαναλαμβάνω το ίδιο πράγμα».
Τι σκέπτεστε; «Οτι το θέατρο θέλει πολύ γερό στομάχι κι εγώ συγχυζόμουν πάρα πολύ, καβγαδίζαμε φρικτά με τον Βαγγέλη Λειβαδά που ήταν ο επιχειρηματίας, με τη Σμαρούλα Γιούλη… Είχα αντιρρήσεις για πολλά πράγματα, αλλά μετά βγαίναμε, πηγαίναμε για πατσά ή αλλού… Τότε ήμουν νέος και είχα κουράγια, μετά άρχισα να κλείνομαι εξαιρετικά στον εαυτό μου».
Δεν έχετε γράψει, όμως, ένα μυθιστόρημα για το θέατρο. «Οχι. Μου κάνει εντύπωση κι εμένα τώρα που μου το λέτε. Μόνο το “…ύστερα, ήρθαν οι μέλισσες” μιλούσε για ένα θεατρικό μπουλούκι, που έδινε παραστάσεις σε λουτροπόλεις παρακμιακές».
Δεν θα είχε ενδιαφέρον ένα τέτοιο βιβλίο; «Θα έπρεπε να είναι αυτοβιογραφικό. Πρόλαβα την περίοδο των παλιών θεατρίνων, που έχει πολύ ενδιαφέρον. Τρία χρόνια συνεργάστηκα με τον Μίμη Φωτόπουλο. Τον είχαμε γκεστ σταρ σε τρεις επιθεωρήσεις που κάναμε με τον Λάκη Λαζόπουλο, σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη, από το 1982 έως το 1984, στο θέατρο Βέμπο».
Και η εντύπωσή σας για αυτόν; «Ενας σεμνός, πάρα πολύ ευγενικός άνθρωπος, λόγιος με τον τρόπο του, που δεν συνέπιπτε με τον δικό μας πανηγυριώτικο χαρακτήρα. Είχε πάρα πολύ τρακ. Αυτό εισέπραξα. Εφτιαχνε και πίνακες με γραμματόσημα. Το περίεργο είναι ότι δεν μπορούσα να ταυτίσω τον ηθοποιό που κουβαλούσε τη λατέρνα στο “Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο” με τον Φωτόπουλο που, αποτραβηγμένος στο καμαρίνι του, διάβαζε πάντα κάποιο βιβλίο».
Συνεργαστήκατε με πολλούς. «Με τον πολύ σπουδαίο Αλέκο Λειβαδίτη, τη Σπεράντζα Βρανά, την Μπέτυ Μοσχονά, τον Σταύρο Παράβα, την Αλίκη Βουγιουκλάκη –μιλάμε για την παλιά φουρνιά. Μεγάλη συνεργασία είχα με τον Θύμιο Καρακατσάνη, φυσικά με την Αλίκη Γεωργούλη, και μετά συνάντησα ανθρώπους όπως η Μαρινέλλα, όταν κάναμε με τον Κουτσομύτη για την τηλεόραση το “…ύστερα, ήρθαν οι μέλισσες”. Η Μαρινέλλα κουβαλούσε έναν άλλον μύθο».
Κάποιους τους γνωρίζατε και δημοσιογραφικά. «Ναι, γιατί για μια δεκαετία έκανα ελεύθερο και πολιτιστικό ρεπορτάζ».
Ποιοι σας έχουν αφήσει μια μνήμη αλλιώτικη; «Αυτή που είχε κάτι το παράδοξο, πολύ γοητευτικό άτομο και πολύ παρεξηγημένο, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα γυναίκα, ήταν η Αλίκη Γεωργούλη. Ενώ την ήξερα από παλιά, όταν την είδα στον “Θίασο” του Αγγελόπουλου, μου έκανε εντύπωση το βλέμμα της. Είδα μιαν άλλη ηθοποιό. Και ύστερα από δέκα χρόνια, συνεργαστήκαμε στο έργο μου “Σκουπίδια” που παιζόταν δύο χρόνια».
Ταξιδεύατε και πολύ; «Ενα διάστημα πήγαινα συχνά στη Νέα Υόρκη για να δω θέατρο. Μου άρεσε να βλέπω τους μεγάλους σταρ, τη Λορίν Μπακόλ, τη Σίρλεϊ Μακ Λέιν, την Τζέραλντιν Πέιτζ… Και στο Λονδίνο πολύ, πάλι για το θέατρο, να βλέπω τη Μάγκι Σμιθ, τη Βανέσα Ρεντγκρέιβ. Και παρατηρούσα πόσο διαφορετικά από την Αμερική ανέβαζαν εκεί έργα του Τενεσί Γουίλιαμς ή πόσο διαφορετικά και από το σινεμά, που πολλές φορές το προτιμούσα. Το “Λεωφορείον ο Πόθος”, όπως το έκανε ο Καζάν, κανένας άλλος δεν μπόρεσε να το κάνει. Και η Λαμπέτη το έπαιξε, αλλά ως Λαμπέτη».
Τώρα ετοιμάζετε κάποιο βιβλίο; «Νομίζω ότι κάτι μέσα μου υπάρχει, γιατί όταν πρόκειται να συλλάβω μια ιστορία, νιώθω μιαν ενόχληση, όπως τώρα. Αλλά και η αφορμή πάντα είναι ένας θυμός. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τη ζωγραφική. Πολλές φορές αναφέρομαι στον Τσόρτσιλ, που όταν έφυγε από την πολιτική πήρε ένα πινέλο και ζωγράφιζε πουλάκια. Κάτι θα ήξερε».
Και ο Χίτλερ ζωγράφιζε, αλλά κόπηκε στις εισαγωγικές εξετάσεις, στην Αυστρία. Αν είχε πετύχει, μπορεί να μην είχε γίνει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Κάπου το λέει και ο ζωγράφος Κοκόσκα, που είχαν δώσει μαζί εξετάσεις. «Ναι, αλλά ο Κοκόσκα ήταν πιο τσαχπίνης, γι’ αυτό τον ερωτεύτηκε η Αλμα Μάλερ, η χήρα του Γκούσταβ».
Να, λοιπόν, το τυχαίο. Πιστεύετε στο τυχαίο; «Πιστεύω ότι όλα είναι συμπτώσεις. Κανείς δεν γλιτώνει από αυτό. Εγώ δεν θα γνώριζα τη γυναίκα μου αν ένα απόγευμα που ήμουν πολύ απελπισμένος επειδή είχα αποτύχει στις πρώτες πανελλήνιες εξετάσεις δεν συνταξιδεύαμε στο αεροπλάνο με μια συμμαθήτριά μου, τη Λένα Σαμαρά. Εκείνο το ταξίδι μάς έφερε πιο κοντά με τη Λένα που, εδώ, στην Αθήνα, συγκατοικούσε με τη μετέπειτα σύζυγό μου».
Εχετε και μια εκπομπή στον ΣΚΑΪ. «Ναι, Κυριακή μεσημέρι. Δεν μπορώ να με ακούω, αφόρητη μου φαίνεται η φωνή μου».
Και όταν διαβάζετε τα βιβλία σας; «Ακόμη χειρότερα. Γι’ αυτό, όταν μιλάω για τα βιβλία μου, μιλάω για τις αφορμές των αφορμών που γράφτηκαν και όχι για τα βιβλία αυτά καθαυτά. Πηγαίνω σε παραμέτρους που θέλω να διασκεδάσω και όταν τα παρουσιάζω είναι σαν one-man show».
Και τα τραγούδια σας; Τα ακούτε; «Δεν μ’ ενδιαφέρουν. Σπάνια ακούω πια μουσική. Μου αρέσουν μόνο η ησυχία και οι φυσικοί ήχοι. Και του σπιτιού. Τα καζανάκια, οι βραστήρες, το βήξιμο και ό,τι άλλο φαντάζεται κανείς».
Ζούμε μέσα σε μια κωμωδία ή σε μια τραγωδία; «Ζούμε σε μια χώρα όπου ως έλληνας πολίτης αισθάνομαι κομπάρσος μιας τεράστιας γελοιογραφίας που δεν μπορώ να ελέγξω. Αυτό αισθάνομαι και είναι τρομερό να ζούμε έτσι. Είμαι πάρα πολύ θυμωμένος. Υπάρχει ένα αδιέξοδο. Ψάχνουμε το καλύτερο από το χειρότερο. Διάβασα ένα βιβλίο της Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, “Το τέλος του κόκκινου ανθρώπου”, απόσταγμα χιλιάδων συνεντεύξεων. Οι άνθρωποι αυτοί, παρόλο που είχαν περάσει Στάλιν, εξορίες, γκουλάγκ, τα έχασαν όταν βρέθηκαν μπροστά σε αυτό το φαινόμενο, όπου κάποιοι, από το τίποτα, άρχισαν να εκμεταλλεύονται όλον τον φυσικό πλούτο της Ρωσίας. Και αυτοί να έχουν μείνει μόνο με τα παράσημα του πολέμου, με τη συγκίνηση, με τις καλές και κακές αναμνήσεις, σε κατάσταση ένδειας και τεράστιας απελπισίας».
Εχει μοίρα κυκλική ο άνθρωπος. Μικρογραφία του Σύμπαντος, που πορεύεται προς μια μαύρη τρύπα. «Γι’ αυτό μιλάω για γελοιογραφία, για να κάνω πιο ελαφρύ όλο το πράγμα. Γιατί οι γελοιογραφίες, στο υπόβαθρό τους, είναι άκρως δραματικές. Κι επειδή τα βλέπω έτσι, αντιλαμβάνομαι ακόμη περισσότερο την τραγωδία. Και δεν συμφωνώ καθόλου και με την ειδυλλιακή ομορφιά της μεσογειακής ατμόσφαιρας. Γιατί γύρω της παίζονται, αυτή τη στιγμή, τα μεγαλύτερα δράματα. Κι όμως έχουμε έναν υπέροχο καιρό. Σαν μια προδοσία προς τα αισθήματά μας».
Βαδίζουμε σε μια καταστροφή; «Δεν θέλω, δεν τολμώ να το σκεφτώ. Είμαι αισιόδοξος, κατά βάθος. Γι’ αυτό ποντάρω πολύ στο χιούμορ. Το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι ένα χαμόγελο για να ξεπεράσουμε λίγο τον τρόμο της σοβαρότητας που μας δέρνει».
Σας ευχαριστώ, κύριε Ξανθούλη. Και σας εύχομαι καλή επιτυχία στην έκθεσή σας. «Κι εγώ σας ευχαριστώ!». l
«Εκθεση ανεπανόρθωτη»: Γκαλερί Genesis (Χάρητος 35), από 4 έως 29 Απριλίου.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 2 Απριλίου 2017.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version