Περί τίτλων…

Από κάπου πρέπει ν' αρχίσει κανείς. Δεν έχει μεγάλη σημασία από πού. Το βιβλίο της ζωής, όπως γράφει η Σιμπόρσκα στο υπέροχο ποίημά της «Κεραυνοβόλος έρωτας», είναι πάντοτε ανοιχτό σε μια τυχαία σελίδα.

ΤΟ ΒΗΜΑ
Από κάπου πρέπει ν’ αρχίσει κανείς. Δεν έχει μεγάλη σημασία από πού. Το βιβλίο της ζωής, όπως γράφει η Σιμπόρσκα στο υπέροχο ποίημά της «Κεραυνοβόλος έρωτας», είναι πάντοτε ανοιχτό σε μια τυχαία σελίδα. Η πρώτη πρόταση ωστόσο οφείλει να είναι αξιομνημόνευτη. Αυτό τουλάχιστον υποστήριζε μετά πάθους ο Ρίτσαρντ Ελμαν (ο έγκριτος μελετητής και βιογράφος των κορυφαίων ιρλανδών συγγραφέων Γουάιλντ, Γέιτς και Τζόις) στις διαλέξεις του για τον Οδυσσέα: «Θυμηθείτε, κύριοι, το περίφημο εκείνο “Call me Ishmael” του Μέλβιλ ή το “Once upon a time and a very good time it was” του Τζόις». Λέγεται ότι ακόμη και ο Πλάτων ξανάγραψε την πρώτη πρόταση της Πολιτείας πενήντα φορές: «Κατέβην χθες εις Πειραιά μετά Γλαύκωνος του Αρίστωνος…». Δεν είναι δα και σπουδαία πρόταση, αλλά προφανώς ο έλληνας φιλόσοφος έπειτα από τόσες προσπάθειες τη θεωρούσε αναντικατάστατη.
Θα μπορούσε να προεκτείνει κανείς την άποψη του Ελμαν και να ισχυριστεί ότι και οι πρώτοι στίχοι των ποιημάτων είναι εξίσου σημαντικοί –ο τρόπος δηλαδή που ο ποιητής «ανοίγει» την αυλαία του ποιήματός του. Ολοι γνωρίζουμε –για να έρθουμε στα δικά μας –στίχους όπως «Ακρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει∙/ Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει», «Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί/ αόρατος θίασος να περνά», «Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται», «Είμαι άλλης γλώσσας, δυστυχώς, και Ηλίου του Κρυπτού ώστε/ Οι όχι ενήμεροι των ουρανίων να μ’ αγνοούν». Αλλά πρώτη πρόταση ή στίχος πολλές φορές δεν αρκεί. Σημασία για κάποιους, και μάλιστα κομβική, έχει ο τίτλος. Αν ο Χέλερ, για παράδειγμα, είχε τιτλοφορήσει το μυθιστόρημά του Catch-18, όπως ήταν ο αρχικός τίτλος, αντί για Catch-22, θα είχε γνωρίσει την ίδια επιτυχία; Η πρόσφατη έκδοση του μυθιστορήματος Mila 18, του άγνωστου σήμερα, αλλά επιτυχημένου τότε Λέον Ούρις, έκανε τον εκδότη του πρωτοεμφανιζόμενου τότε Χέλερ να ζητήσει από τον νεαρό συγγραφέα να αλλάξει τον τίτλο· εκείνος στην αρχή αντιπρότεινε τον αριθμό 14, ο εκδότης τον απέρριψε ως «αδιάφορο», και επακολούθησαν πολλοί αριθμοί ώσπου να συμφωνήσουν στο 22, με το σκεπτικό ότι πολλά επεισόδια στο βιβλίο συμβαίνουν δύο φορές και οι χαρακτήρες συστήνονται ανά ζεύγη. Από ένα τυχαίο γεγονός δηλαδή, χάρη στον Ούρις, το μεν βιβλίο έγινε διάσημο, ο δε τίτλος του καθιερώθηκε στο διεθνές λεξιλόγιο ως φράση που σημαίνει αδιέξοδη κατάσταση. Περνώντας στην ποίηση, να θυμίσω πως και ο πρώτος στίχος της Ερημης χώρας του Ελιοτ («Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός»), ο πιο διάσημος ίσως στίχος της μοντέρνας ποίησης, οφείλει την ύπαρξή του σε μια σειρά από συμπτώσεις: αν ο Ελιοτ δεν είχε εμπιστευθεί το ποίημα στον φίλο και ομότεχνό του Πάουντ πριν από τη δημοσίευσή του, αν δεν είχε εκτιμήσει και αποδεχθεί τις χειρουργικές του επεμβάσεις, αν ο Πάουντ δεν είχε την ποιητική παιδεία και τις «εμμονές» που είχε, κλπ., κλπ., η Ερημη χώρα θα άνοιγε μ’ έναν πολύ προβλέψιμο και αδιάφορο στίχο. Ασφαλώς τίτλοι και πρώτοι στίχοι δεν καθορίζουν τη σημασία και βαρύτητα ενός έργου, αλλά έχει μάλλον δίκιο ο Ελμαν να πιστεύει ότι συμβάλλουν κι αυτοί στην καθιέρωσή του.
Πολλές φορές βέβαια ο τίτλος (αλλά και η υπόθεση) ενός έργου είναι δάνειος ή «κλεμμένος» και παραπέμπει άμεσα ή έμμεσα σε άλλον συγγραφέα. Πολλοί μελετητές του Μπέκετ ισχυρίζονται, για παράδειγμα, ότι ο Ιρλανδός έκλεψε τον τίτλο του πιο γνωστού του θεατρικού από το έργο της Βέιλ, Attente de Dieu, που εκδόθηκε το 1950. Ενας αμερικανός κριτικός, ο Gary Dexter, στο βιβλίο του Not Catch-21 (απ’ όπου άντλησα και κάποιες πληροφορίες για το μυθιστόρημα του Χέλερ) έχει άλλη άποψη, που τη θεωρώ περισσότερο πειστική: στο έργο Mercadet του Μπαλζάκ ο ομώνυμος ήρωας, ένας χρηματιστής, προσπαθεί να πείσει τους πιστωτές του ότι θα τους αποπληρώσει τα χρέη του μόλις εμφανιστεί ο συνεταίρος του Godeau, ο οποίος όμως καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου παραμένει άφαντος. Στο τέλος ο Mercadet αναγγέλλει περιχαρής στους πιστωτές την άφιξη του Godeau από την Ινδία και το έργο κλείνει με τη φράση: «Ας πάμε λοιπόν να συναντήσουμε τον Godeau!», φράση που επαναλαμβάνει και ο Εστραγκόν στο τέλος του έργου του Μπέκετ. «Μα γιατί να διάβασε ο Μπέκετ το ασήμαντο αυτό έργο (δανειζόμενος μάλιστα και μέρος της πλοκής του);» θα αναρωτιόταν κανείς. Δεν χρειάζεται να το είχε διαβάσει. Θα μπορούσε να το είχε δει στο θέατρο, μεταξύ 1935 και 1945, ή στην Comédie Francaise ή στο Tournées Charles Baret ή στο Théâtre de l’Atelier ή στο Théâtre Sarah Bernhardt. «Κι αν ο Μπέκετ δεν πήγε σε καμία από αυτές τις παραστάσεις;» θα αντέλεγε κανείς. Ε τότε, θα μπορούσε να το είχε δει στον κινηματογράφο. Το 1949, τη χρονιά που έγραφε το Περιμένοντας τον Γκοντό, το θεατρικό του Μπαλζάκ έγινε ταινία στο Χόλιγουντ με τίτλο The Lovable Cheat και πρωταγωνιστές τους Charles Ruggles και Buster Keaton (από τους αγαπημένους ηθοποιούς του Μπέκετ) στους ρόλους των Mercadet και Goulard (ένας εκ των πιστωτών), αντίστοιχα. Λέτε τίποτε απ’ όλα αυτά να μην είχε δει ο Μπέκετ; Μάλλον απίθανο. Αλλά τι σημασία έχει; Ο Μπαλζάκ έγραψε ένα πλαδαρό, ασήμαντο έργο, ενώ ο Μπέκετ ένα αριστούργημα. Επομένως ποιος πρώτος έγραψε τι είναι αδιάφορο. Οπως λέει και ο Γέιτς, «στη λογοτεχνία είμαστε όλοι αναγκασμένοι ν’ αντιγράφουμε αντίγραφα». Σημασία έχει τίνος συγγραφέα το «αντίγραφο» είναι εν τέλει πιο «πρωτότυπο».
Ο κ. Χάρης Βλαβιανός είναι ποιητής και διευθυντής του περιοδικού «Ποιητική». Διδάσκει Πολιτική Θεωρία και Ιστορία των Ιδεών στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version