Musicbox: Οι Depeche Mode επιβεβαιώνουν το μύθο τους

Πόσο καλός μήνας; Δεν είναι λίγο να ακούς το νέο άλμπουμ του Μπάουι έπειτα από δέκα χρόνια, ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον καθένα, τον καλύτερο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ που θα μπορούσες να φανταστείς, Depeche Mode σε φόρμα και ένα νέο καλλιτέχνη όπως τον Ασάφ Αβιντάν να σε συγκινεί. Αυτά!

Πόσο καλός μήνας; Δεν είναι λίγο να ακούς το νέο άλμπουμ του Μπάουι έπειτα από δέκα χρόνια, ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον καθένα, τον καλύτερο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ που θα μπορούσες να φανταστείς, Depeche Mode σε φόρμα και ένα νέο καλλιτέχνη όπως τον Ασάφ Αβιντάν να σε συγκινεί. Αυτά!

Justin Timperlake – «20/20 Expirience»


WWG-RCA

Δηλώνω από την αρχή θαυμαστής του Τζάστιν χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δέχομαι ότι μου πλασάρει αβίαστα. Αλλά πως μπορώ να μείνω ασυγκίνητος σε αυτό καταιγισμό ιδεών και έμπνευσης που μου ήλθε καταπρόσωπο από την πρώτη στιγμή που άκουσα αυτό το νέο, τρίτο άλμπουμ του.

Είχα ένα φόβο γιατί πίστευα ότι η σχέση του με τον Τίμπαλαντ θα κατέληγε σε φιάσκο, αφού ο τελευταίος εδώ και καιρό έχει στερέψει από ιδέες, πέραν του ότι οι πολύ καλές δουλειές του φέρουν την υπογραφή της αγαπημένης Μίσι Ελιοτ. Όμως ο Τζάστιν είναι έξυπνο παλικάρι.

Ξέρει και παίρνει ότι του είναι απαραίτητο από κάθε έναν που συνεργάζεται, όπως έκαναν όλοι οι σπουδαίοι του παρελθόντος, και αυτό κάνει και με τον νέο συμπαραγωγό του Jerome «J-Roc» Harmon. Κυρίως όμως έχει όραμα. Σε αυτό το άλμπουμ καταφέρνει με ένα μαγικό τρόπο να συνενώσει τα σπουδαία πράγματα από το παρελθόν, βλέπε The Chi-Lites, Isley Brothers, Στίβι Γουόντερ, Prince με την λεγόμενη neo-soul των ημερών μας και να παρουσιάσει ένα τολμηρό έργο για καλλιτέχνη αυτού του βεληνεκούς.

Αντί να παρουσιάσει ευκολόπεπτα σκετσάκια των τριών-τεσσάρων λεπτών και να προσθέσει και δυο-τρεις παρλάτες από μερικούς γνωστούς ράπερ και να τελειώνει, δούλεψε σκληρά και ανακάτεψε στο προσωπικό του μπλέντερ σχεδόν τα πάντα.

Γκρούβι ανατολίτικους και αφρικανικούς ρυθμούς στο «Let The Groove Get In», γλυκιά σεβεντίλα στο «Spaceship Coup», τις φανκιές του Πρινς στο «Tunnel Vision». Χωρίς αμφιβολία, ένα από άλμπουμ της χρονιάς, και ένα από εκείνα που σε προκαλούν να τα εξερευνείς συνεχώς. Μου άρεσε δε, όταν απάντησε σχετικά με την μεγάλη διάρκεια των τραγουδιών πως: «Δεν καταλαβαίνω γιατί οι Led Zeppelin και οι Pink Floyd είχαν το δικαίωμα και εμείς όχι». Ενας σόουλ μεσσίας γεννήθηκε. Ελπίζω η εμμονή με το χρώμα να παραμείνει στη μουσική και να μην ακολουθήσει τα χνάρια του Μάικλ!

9/10

Depeche Mode – «Delta Machine»


Columbia

Αν το Delta αναφέρεται στο πούλημα της ψυχής τους στο διάβολο προκειμένου να αποκτήσουν την μέγιστη έμπνευση για τη μουσική τους, μάλλον οι Depeche Mode θα έπρεπε να προσπαθήσουν περισσότερο. Από την άλλη επειδή ανήκω σε εκείνους εκ των οποίων το DNA έχει ποτιστεί από την Αγία Τριάδα της δισκογραφίας τους «Black Celebration» – «Music For The Masses» – «Violator» και δέχομαι σαν καλό παιδί την όποια προσφορά τους και μάλιστα σε μία περίοδο που δε συγκλονιζόμαστε δα και από νεωτερισμούς.

Το «Delta Machine» κατά τον Ντέιβ Γκάαν είναι το τελευταίο μέρος μία τριλογίας, που ουδείς αντελήφθη, με τον παραγωγό Μπεν Χίλιερ. Περιέχει όμως με ένα μαγικό τρόπο όλα τα στοιχεία και τους λόγους για τους οποίους αγαπήσαμε αυτό το συγκρότημα από τη Βρετανία. Ισως δε, είναι η πρώτη φορά που δουλειά τους αποκτά εκείνη τη σκοτεινή διάσταση που αγαπήσαμε την περίοδο με τον Αλαν Γουάιλντερ, ιδιαίτερα σε τραγούδια όπως τα «Angel» και «Secret To The End».

Ηλεκτρονικές βινιέτες υψηλής αισθητικής και βαθιάς ενδοσκόπησης όπως συμβαίνει πάντα με τον λόγο του Μάρτιν Γκορ. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που αξίζει να αγαπήσει κανείς το «Delta Machine», εγώ διαλέγω το «Should Be Higher» ένα στρυφνό, μετά-dance δυναμίτη με φωνητικά που ξεπερνούν κάθε φαντασία.

8/10

David Bowie – «The Next Day»


Sony Music

Ηθελα να περάσει λίγος χρόνος για κοπάσει όλη αυτή αυτή η φασαρία που γίνεται γύρω από τη νέα κυκλοφορία του Ντέιβιντ Μπάουι, ήδη Νο1 σε όλες τις χώρες του κόσμου. Ηθελα να δω πιο ψύχραιμα όχι μόνο αν άξιζε όλη αυτή την αναμονή δέκα χρόνων αλλά και αν τελικά είχε λόγος ο ίδιος να σπάσει τη σιωπή του και να κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ με νέα τραγούδια στα 66 χρόνια του και έπειτα από όλα όσα έχει κάνει.

Δεν πρόκειται να μπω στην παγίδα να το κατατάξω, έχει καταντήσει βαρετό κάθε νέο άλμπουμ του να κρίνεται ως «ο,τι καλύτερο από τη δεκαετία του ‘70» ή «ο,τι καλύτερο τα τελευταία δέκα, είκοσι ή τριάντα χρόνια». Καλό είναι να πάρουμε απόφαση ότι με τέτοια προσφορά όπως αυτή που είχε σε ολόκληρη τη δεκαετία του ’70 είναι αδύνατο ποτέ να ηχογραφήσει κάτι αντίστοιχο. Από την άλλη όμως τα τελευταία τριάντα χρόνια έχει κυκλοφορήσει άλμπουμ που βάζουν τα γυαλιά σε πολλούς νεότευκτους όπως το εξαιρετικό «1. Outside» ή το «Heathen».

Σε αυτό το πλαίσιο κινείται και το «The Next Day» και πάει ακόμη πιο πέρα θα έλεγα. Αποτελεί τη προσπάθεια του Μπάουι να αναγνώσει ο ίδιος τον εαυτό του έπειτα από τις αμέτρητες αντιγραφές που εχουν προηγηθεί από άλλους. Ο Μπάουι του 2013 ανοίγει την πολύχρωμη παλέτα του και επιλέγει αυτά που τού κάνουν κέφι ή αυτά τέλος πάντως που τον βοηθούν εκφράσει τον εαυτό του σήμερα.

Ξεκινώντας από ευρηματικό εξώφυλλο που μας πάει πίσω στο «Heroes» την ώρα που ο τίτλος ανακοινώνει το μέλλον, βρισκόμαστε στο ομώνυμο τραγούδι που η εισαγωγή του είναι το «Repetition» από το «Lodger» για να γίνει αργότερα ο,τιδήποτε από το «Scary Monsters». Το «Valentine’s Day» είναι νέο-γκλαμ, γίνεται ο κρούνερ που αγαπήσαμε στο παρελθόν με το «Heat», το «How Does The Grass Grow» με το ρεφρέν του θυμίζει το «Soul Love», το «Dirty Boys» τις συνεργασίες του με τον Ιγκι και το «Love Is Lost» τις ιντάστριαλ βινιέτες του «1. Outside». Το «Where Are We Now?» ήταν ακριβώς η κατάλληλη εισαγωγή για αυτήν την αυτοανάγνωση με την αναπόληση στις μέρες του Βερολίνου που όλοι αρέσκονται να αναφέρονται σήμερα. Τίποτε όμως μέσα στο «The Next Day» δεν ακούγεται ξεπερασμένο και ληγμένο. Πολύ προσεγμένη παραγωγή από τον Βισκόντι όπως πάντα και άψογα εκτελεσμένη η μουσική από εξπέρ όπως ο κιθαρίστας Ντέιβιντ Τορν και φυσικά ο αγαπημένος Ερλ Σλικ.

Το 2004 μετά το πρόβλημα υγείας που είχε, πολύ σοφά είχε πει ότι δεν πρόκειται να γράψει εν θερμώ για ο,τι τού συνέβη, το τήρησε και καλά έκανε. Οι αναφορές για το θάνατο πλέον ιδιαίτερα μέσα από τα υπέροχο κομμάτι «You Feel So Lonely You Could Die» αφορούν όχι τόσο το σοκ από το φόβο του θανάτου αλλά περισσότερο τη συνειδητοποίηση της θνητότητας.

Με λίγα λόγια μία άρτια δουλειά από ένα Καλλιτέχνη που δεν έχει να αποδείξει απολύτως τίποτε και γνωρίζει ακόμη πώς να πλασάρει όσο κανένας άλλος μερικές από τις πιο περιπετειώδεις μουσικές τριγύρω.

9/10


Asaf Avidan – «Different Pulses»


Universal

Μία πό τις μεγαλύτερες εκπλήξεις της χρονιάς είναι χωρίς αμφιβολία αυτό το τρομερό παιδί από το Ισραήλ. Το «πνευματικό παιδί του Ντύλαν και της Τζόπλιν» όπως τον αποκαλούν δεν ήλθε από τον ουρανό αφού έχει δισκογραφήσει τα τελευταία χρόνια με το συγκρότημά του Asaf Avidan & The Mojos και έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό τόσο με την επιτυχία «One Day / Reckoning Song» όσο και για την συμμετοχή του στο αφιέρωμα για τους Who στο Carnegie Hall αλλά και τις support εμφανίσεις του με τον Μπομπ Ντύλαν.

Το μεγάλο ατού στην περίπτωση του Ασάφ Αβιντάν είναι η μοναδική φωνή του και αυτό είναι το ενδιαφέρον με αυτό το πρώτο σόλο άλμπουμ του, ότι ενώ θα μπορούσε να παραμείνει στην ευκολία του εντυπωσιασμού μας παραθέτει μία δωδεκάδα τραγουδιών εξαιρετικής γραφής, ώριμου στίχου και το κυριότερο εκπληκτικών ρεφρέν. Τραγούδια που μπορείς να ταυτιστείς μαζί τους για τον έναν ή τον άλλο λόγο αλλά κυρίως μπορείς να τραγουδήσεις _ σπάνια υπόθεση στις μέρες μας.

8/10

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.