Οποτε τον συναντούσε, συνήθιζε να του δίνει ένα κομμάτι χαρτί. Λίγους ανθρώπους εμπιστευόταν. Φοβόταν άλλωστε και τα «κακά λόγια». Κάτι πάντως είχε ανασύρει από τα άτακτα και εμπύρετα γραψίματά της, κάτι είχε σκαρώσει και πάλι η ξανθιά σεξοβόμβα της μεγάλης οθόνης. «Είναι ποίηση αυτό κατά τη γνώμη σου; Δες το και πες μου». Ετρεφε και γι’ αυτή τη –λιγότερο γνωστή –πλευρά της μια δεδομένη ανασφάλεια. Αλλες φορές έκλεινε κάποιο χειρόγραφο σε έναν φάκελο –με εκείνα τα γράμματα που σχεδόν ορμούσαν μπροστά –και του το έστελνε ζητώντας την κριτική ματιά του.
Εκείνος πάντα την ενθάρρυνε. «Τα ποιήματα ήταν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, αυτά που θα έγραφε ένας ερασιτέχνης∙ που σημαίνει ότι δεν προσποιούνταν τίποτε περισσότερο από αυτό που ήταν, δηλαδή μια έκρηξη συναισθημάτων με υποτυπώδη ή και καθόλου γνώση αυτής της τέχνης. Αλλά η ποιήτρια μέσα της –γιατί υπήρχε κάτι τέτοιο –έδινε πάντα μια μορφή στον σκοπό της». Ο ίδιος έμπιστος αναγνώστης, ο Νόρμαν Ρόστεν, αμερικανός ποιητής και παλιός φίλος του τρίτου διάσημου συζύγου της, Αρθουρ Μίλερ, είχε πει ότι η Μέριλιν Μονρόε «είχε το ένστικτο και τα αντανακλαστικά του ποιητή, της έλειπε όμως ο έλεγχος».
Δεν ήθελε βεβαίως να γίνει ποιήτρια με τη στενή έννοια του όρου. Ηθελε κάπως να αποσυμπιεστεί, να βγάλει, καταπώς λέμε, ορισμένα πράγματα από μέσα της, «να έχω μια αίσθηση του εαυτού μου» με τα δικά της λόγια. «Βοήθεια Βοήθεια / Βοήθεια / Νιώθω τη ζωή να πλησιάζει, / όταν το μόνο που θέλω / είναι να πεθάνω. / Κραυγή –/ ξεκίνησες και τέλειωσες στον αέρα, αλλά το ενδιάμεσο πού ήταν;» διάβαζε το καλοκαίρι του 1961 εκείνος –τότε αποφάσισε να του στείλει αυτές τις γραμμές.
Οι στίχοι ωστόσο ανήκουν σε ένα σημειωματάριο που χρησιμοποιούσε η Μέριλιν το καλοκαίρι του 1958, στο περιθώριο των γυρισμάτων της ταινίας «Μερικοί το προτιμούν καυτό», αν και πιθανότατα το πρωτοέγραψε δύο χρόνια νωρίτερα. Η ίδια προσπαθούσε περισσότερο μέσω της γραφής, η οποία στην περίπτωσή της έλαβε σταδιακά και τον χαρακτήρα μιας ενσυνείδητης αυτοανάλυσης, να χαρτογραφήσει και να ταξινομήσει τις μεταπτώσεις του ευάλωτου ψυχικού κόσμου της, ενός κόσμου φτιαγμένου από εκτυφλωτικό φως, αλλά και μια μελαγχολική, διαβρωτική σκοτεινιά αφού «αναζητώ τη χαρά / μα είναι ντυμένη με πόνο».
Τα όσα (κατ)έγραψε επομένως στα κομψά δερματόδετα ημερολόγιά της εκείνες τις ανελέητες ώρες της βασανιστικής της εσωστρέφειας έχουν να κάνουν περισσότερο με το κυνήγι μιας θεραπευτικής ειλικρίνειας και λιγότερο με την ποίηση και την ιστορία της. Κοντολογίς, έχουν την ιδιότυπη αξία κάποιων εκλάμψεων στη μάχη της να διατηρήσει τουλάχιστον ορισμένα από τα θραύσματα του εαυτού της ανέπαφα. «Ω σιωπή, / εσύ, σιγή, μου πονάς το κεφάλι –και / μου διαπερνάς τ’ αφτιά∙ / με τη σιγή των ανυπόφορων ήχων / τραντάζει το κεφάλι μου –/ πάνω σε μια κατάμαυρη οθόνη / ξαναγυρνούν τα σχήματα των τεράτων, / των πιο αφοσιωμένων μου συντρόφων –/ το αίμα μου κοχλάζει / κι ανάστροφα κυλάει. / Ολος ο κόσμος είναι κοιμισμένος, / αχ, γαλήνη, σε χρειάζομαι –/ έστω κι ένα / τέρας γαλήνιο».
Στο δέκατο τεύχος του εξαμηνιαίου λογοτεχνικού περιοδικού «Ποιητική», το οποίο διευθύνει ο Χάρης Βλαβιανός και συμπληρώνει αισίως πέντε χρόνια στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων (εκδίδεται από τον Πατάκη), έχουμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε –έστω και αποσπασματικά –τον εσωτερικό διάκοσμο αυτού του ξεχωριστού «pin-up girl» που αγαπούσε την ιταλική ζωγραφική της Αναγέννησης αλλά και τον Ροντέν και τον Ντεγκά, να ακολουθήσουμε ακριβέστερα την αντίστροφη πορεία, έξω από τα συνηθισμένα τούτη τη φορά, ξεκινώντας από τα μέσα προς τα έξω.
«Κομμάτια μας μόνο θ’ αγγίξουν / κάποτε κομμάτια κάποιων άλλων –/ γιατί η αλήθεια καθενός είναι αυτό / και μόνο –η δική του αλήθεια. / Μπορούμε να μοιραστούμε μόνο / το μέρος που είναι αποδεκτό / από τη γνώση του άλλου, / κι έτσι μένει κανείς / κατά το πλείστον μόνος. / Οπως και είναι προφανώς / καθορισμένο από τη φύση –/ στην καλύτερη περίπτωση / η αντίληψή μας ν’ αναζητά / τη μοναξιά του άλλου» έγραφε σε μια σουίτα τριών δωματίων στον εικοστό έβδομο όροφο του ξενοδοχείου της στη Νέα Υόρκη, όπου διέμενε το 1955 για μερικούς μήνες και κλωθογύριζε στο κεφάλι της την ιδέα του κενού.
Οπως και τότε που ονειρεύτηκε ότι την εγχείριζαν αλλά δεν βρήκαν «εκεί μέσα» απολύτως τίποτε. Βλέπουμε μια Μονρόε εύθραυστη, να αγωνιά μπροστά στη μοναξιά, και όταν φθάνει στον Μίλερ να γίνεται συγκινητική: «Ο αγαπημένος μου κοιμάται στο πλάι μου –/ στο αχνό φως –κοιτώ το αρρενωπό σαγόνι του / να υποχωρεί –και επιστρέφει το στόμα / της παιδικής του ηλικίας / με απαλότερη απαλότητα / με ευαισθησία που τρέμει / μέσα στην ηρεμία της / τα μάτια του πρέπει να κοίταξαν / κατάπληκτα έξω από τη σπηλιά / του μικρού αγοριού –στα πράγματα που δεν τα καταλάβαινε –/ ξέχασε, / θα μοιάζει όμως έτσι όταν θα είναι νεκρός; / Αχ, γεγονός αβάσταχτο, αναπόφευκτο / όμως θα προτιμούσα να πεθάνει πρώτα η αγάπη του / ή αυτός;».
Φανατική αναγνώστρια
Ο νεαρός ποιητής Γιάννης Δούκας (βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή του περιοδικού «Διαβάζω» για το 2012) μετέφρασε μια σειρά ποιημάτων στην ελληνική γλώσσα, από τον τόμο «Fragments: Poems, Intimate Notes, Letters» (εκδόσεις Farrar, Straus and Giroux, 2010), όπου περιέχονται τα πάσης μορφής κατάλοιπα των χειρογράφων της Μονρόε που περιήλθαν μετά τον θάνατό της στον μέντορά της Λι Στράσμπεργκ (αργότερα τα εκμεταλλεύθηκε η χήρα του Αννα) και τα οποία καλύπτουν σχεδόν μία εικοσαετία από τη ζωή της (1943-1962).
Ηταν βεβαίως φανατική αναγνώστρια η Μέριλιν Μονρόε, είχε εκλεπτυσμένα και απαιτητικά λογοτεχνικά γούστα, όσο κι αν αυτό συγκρούεται με το παρωχημένο στερεότυπο της αλαφροΐσκιωτης «χαζής ξανθιάς» που παίρνει ναζιάρικες πόζες με την πρώτη ευκαιρία. Η βιβλιοθήκη της μάλιστα αριθμούσε περισσότερους από 400 τίτλους. Αγαπούσε ιδιαίτερα την ποίηση του Ρόμπερτ Φροστ και του Ε. Ε. Κάμινγκς, ενώ είχε τεράστια αδυναμία στον θεμελιωτή της σύγχρονης αμερικανικής ποίησης Γουόλτ Γουίτμαν και συγκεκριμένα στα «Φύλλα χλόης» του.
Βιβλία των Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, Σάμιουελ Μπέκετ, Τενεσί Γουίλιαμς, Ερνεστ Χεμινγκγουέι, Τζον Στάινμπεκ, Φ. Σ. Φιτζέραλντ, την «Αισθηματική αγωγή» του Γκυστάβ Φλομπέρ ή ακόμη και ποιήματα του Χάινριχ Χάινε έβρισκε κανείς στα ράφια της βιβλιοθήκης της –πέραν ασφαλώς των βιβλίων που έγραφαν φίλοι, όπως ο Τρούμαν Καπότε, με τον οποίο πήγαινε σε διάφορα σουαρέ και κουτσομπόλευε (αναμενόμενο εν προκειμένω) το Χόλιγουντ.
Οι αγαπημένες της φωτογραφίες ήταν αυτές όπου έβλεπε τον εαυτό της να διαβάζει. Η περίφημη εικόνα της σε μια παιδική χαρά του Αμαγκάνσετ στο Λονγκ Αϊλαντ να έχει βυθιστεί στις τελευταίες σελίδες του «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις (όταν η Μόλι Μπλουμ παραληρεί μονολογώντας), την οποία και απαθανάτισε η Ιβ Αρνολντ για λογαριασμό του περιοδικού «Esquire», είναι πιο κοντά σε μια πραγματικότητα που απολάμβανε πιο πολύ από κάποιες άλλες, όπου αναγκαστικά έπρεπε να σουφρώσει υποσχετικά τα χείλη της, ακόμη κι αν την περιτριγύριζε η κατάθλιψη.
Ο «Αγγελος του σεξ»
Τον Αύγουστο του 2012 συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από τον μυστηριώδη θάνατο της Μέριλιν Μονρόε (1962) στο σπίτι της στο Μπρέντγουντ της Καλιφόρνιας σε ηλικία μόλις 36 ετών. Δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί αν αυτοκτόνησε από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών σε συνδυασμό με αλκοόλ ή αν τη δολοφόνησαν –η πιο ευφάνταστη θεωρία συνωμοσίας πάντως γύρω από τον χαμό της προκύπτει αν εμπλέξουμε ταυτοχρόνως τη δολοπλόκο οικογένεια Κένεντι, τις μυστικές υπηρεσίες της CIA αλλά και τη Μαφία. Η παραφιλολογία για τη γυναίκα που ο Νόρμαν Μέιλερ χαρακτήρισε κάποτε «γλυκό άγγελο του σεξ», που κόσμησε το πρώτο εξώφυλλο του περιοδικού «Playboy» το 1953 και ενσάρκωσε τις περισσότερες ανδρικές φαντασιώσεις στη μεταπολεμική κινηματογραφική βιομηχανία ξεπερνά τη φιλολογία. Το ίδιο το παρελθόν της –από την κληρονομική (λόγω μαμάς) «τρέλα» και τη σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική της ηλικία ως τον άφατο πόνο της ψυχοθεραπείας και το μοναχικό βάρος που φέρει μια προδομένη (όπως ισχυριζόταν η ίδια) σταρ στα τελευταία της –έγινε η αφορμή να στηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός που τεμαχίζει και ανασυνθέτει ακατάπαυστα την εικόνα της. Το ενδιαφέρον για αυτήν που έγινε σύμβολο ερωτισμού σε αγνές αλλά και σε πιο κολασμένες εκδοχές έχει δημιουργήσει πολλές και αντιφατικές επιστρώσεις πάνω στην «αληθινή» Μέριλιν: τη Νόρμα Τζιν Μόρτενσον, κόρη αγνώστου πατρός, που γεννήθηκε στο Λος Αντζελες το 1926.
Τον Αύγουστο του 2012 συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από τον μυστηριώδη θάνατο της Μέριλιν Μονρόε (1962) στο σπίτι της στο Μπρέντγουντ της Καλιφόρνιας σε ηλικία μόλις 36 ετών. Δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί αν αυτοκτόνησε από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών σε συνδυασμό με αλκοόλ ή αν τη δολοφόνησαν –η πιο ευφάνταστη θεωρία συνωμοσίας πάντως γύρω από τον χαμό της προκύπτει αν εμπλέξουμε ταυτοχρόνως τη δολοπλόκο οικογένεια Κένεντι, τις μυστικές υπηρεσίες της CIA αλλά και τη Μαφία. Η παραφιλολογία για τη γυναίκα που ο Νόρμαν Μέιλερ χαρακτήρισε κάποτε «γλυκό άγγελο του σεξ», που κόσμησε το πρώτο εξώφυλλο του περιοδικού «Playboy» το 1953 και ενσάρκωσε τις περισσότερες ανδρικές φαντασιώσεις στη μεταπολεμική κινηματογραφική βιομηχανία ξεπερνά τη φιλολογία. Το ίδιο το παρελθόν της –από την κληρονομική (λόγω μαμάς) «τρέλα» και τη σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική της ηλικία ως τον άφατο πόνο της ψυχοθεραπείας και το μοναχικό βάρος που φέρει μια προδομένη (όπως ισχυριζόταν η ίδια) σταρ στα τελευταία της –έγινε η αφορμή να στηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός που τεμαχίζει και ανασυνθέτει ακατάπαυστα την εικόνα της. Το ενδιαφέρον για αυτήν που έγινε σύμβολο ερωτισμού σε αγνές αλλά και σε πιο κολασμένες εκδοχές έχει δημιουργήσει πολλές και αντιφατικές επιστρώσεις πάνω στην «αληθινή» Μέριλιν: τη Νόρμα Τζιν Μόρτενσον, κόρη αγνώστου πατρός, που γεννήθηκε στο Λος Αντζελες το 1926.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
