Το λάθος του νεαρού και άπειρου έλληνα μονάρχη να ορκίσει σε ηλικία μόλις 27 ετών την κυβέρνηση των συνταγματαρχών της 21ης Απριλίου δεν ήταν μόνο επιζήμιο για τη χώρα, αφού προλείαινε διεθνώς το πεδίο διπλωματικής αναγνώρισης του δικτατορικού καθεστώτος, αλλά και μοιραίο για τον ίδιο ο οποίος, μετά παρέλευση οκτώ μηνών και έπειτα από μία αποτυχημένη απόπειρά του να ανατρέψει το καθεστώς, θα βρεθεί αυτεξόριστος με τελική συνέπεια την οριστική απώλεια του θρόνου του.
«Ανεξαρτήτως του αν ήταν ή όχι καλά προετοιμασμένος ο βασιλιάς, ο κύβος ερρίφθη…» ανέφερε στο με αριθμ. 164 απόρρητο τηλεγράφημά του προς το ΝΑΤΟ στις 13 Δεκεμβρίου ο αμερικανός πρεσβευτής στην Αθήνα Φίλιπ Τάλμποτ, λίγο μετά την αποχώρησή του από τα ανάκτορα στο Τατόι, όπου είχε κληθεί στις 09.00 από τον Κωνσταντίνο δύο ώρες προτού ο ίδιος επιβιβαστεί σε στρατιωτικό αεροσκάφος μαζί με τη Φρειδερίκη, την Αννα-Μαρία που κυοφορούσε το τρίτο παιδί της, τον γυναικολόγο της και τα δύο παιδιά του, με προορισμό – όπως είπε στον Τάλμποτ – την Καβάλα. Εκεί, έχοντας δώσει τις κατάλληλες οδηγίες σε πιστούς του ανώτατους αξιωματικούς, επρόκειτο να κηρύξει τη δική του «αντεπανάσταση», καταργώντας τη στρατιωτική κυβέρνηση των Αθηνών και οδηγώντας τη χώρα πίσω στη συνταγματική διακυβέρνησή της.
Από τον Τάλμποτ ο Κωνσταντίνος ζήτησε τρία πράγματα εκείνο το παγωμένο πρωινό: να μεταδοθεί το διάγγελμά του από τον αμερικανικό ραδιοφωνικό σταθμό «Η Φωνή της Αμερικής», να ειδοποιηθούν οι Π. Πιπινέλης και στρατηγός Σπαντιδάκης, υπουργοί Εξωτερικών και Αμυνας, που απουσίαζαν σε συνεδρίαση του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες για τις προθέσεις του, και να τον ακολουθήσουν, όπως επίσης ζήτησε να ενημερωθούν οι βασιλικοί οίκοι Δανίας και Ισπανίας που σχετίζονταν άμεσα με συγγενική σχέση μαζί του και, τέλος, να αναλάβουν οι ΗΠΑ δύο τινά. Αφενός να πείσουν τους συνταγματάρχες να μην αντιδράσουν και ξεσπάσει στη χώρα εμφύλιος και, αφετέρου, να στείλουν σαφή προειδοποίηση προς πάσα γειτονική της χώρας κατεύθυνση να μην προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί εις βάρος των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων της την ανωμαλία αυτή (οπ.π).
Από τα τρία αιτήματα, όπως προκύπτει από την ανάγνωση διπλωματικών φακέλων της περιόδου, καλύφθηκε σε όλος του το εύρος το δεύτερο, αγνοήθηκε πλήρως το πρώτο, καθώς οι ΗΠΑ επιθυμούσαν μεν να νουθετούν, αλλά να απέχουν από ενεργό ανάμειξη στα εσωτερικά της χώρας (απόρρητο τηλεγράφημα 2751 του Τάλμποτ την ίδια ημέρα προς το State Department) και απουσιάζει κάθε ένδειξη για το τρίτο, αν και πέραν πάσης αμφιβολίας εικάζεται ότι, έχοντας δαπανήσει τα μύρια όσα για τη διασφάλιση της ειρήνης στον νευραλγικό χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, μετά τη μεσολάβηση μιας νέας όξυνσης στο Κυπριακό και του πολέμου των «Εξι ημερών» μεταξύ Αιγύπτου – Ισραήλ, μερικούς μόνο μήνες πριν, η νατοϊκή πολιτική της οποίας ηγείτο η Αμερική υποδείκνυε ως ευνόητη την τήρηση υποσχέσεως στη συγκεκριμένη επιθυμία του βασιλιά.
Το κίνημα του Κωνσταντίνου δεν ξάφνιασε παρά μόνο ως προς την ημερομηνία του. Η ατυχής, στην κυριολεξία παρανοϊκή, απόπειρα των συνταγματαρχών να προχωρήσουν μυστικά χωρίς να συμβουλευθούν τη διπλωματική υπηρεσία της χώρας σε διαβουλεύσεις, με την τουρκική ηγεσία στο φυλάκιο των Κήπων του Εβρου στις 9 Σεπτεμβρίου που πυροδότησε τα εθνικιστικά ανακλαστικά της Τουρκίας και οδήγησε στο φιάσκο της Κύπρου, με συνέπεια τη μειωτική για το κύρος της χώρας απόφαση απόσυρσης των ελλαδικών στρατευμάτων από την Κύπρο, προκάλεσε αισθήματα βαθύτατης δυσαρέσκειας στους ανώτατους αξιωματικούς που συσπειρώθηκαν γύρω από τον επίσης δυσαρεστημένο βασιλιά. Ανάμεσά τους, πλην του αντιστρατήγου Κ. Δόβα, συμβούλου του Κωνσταντίνου, ήταν ο διοικητής της Α´ Στρατιάς στη Λάρισα αντιστράτηγος Κ. Κόλλιας, ο ομοιόβαθμός του διοικητής του Γ´ Σώματος Γ. Πιερίδης που είχε μετακινηθεί εξαιτίας της όξυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων από τη Θεσσαλονίκη στην Κομοτηνή, ο επιτελάρχης του Γ´ Σώματος ταξίαρχος Ο. Βιδάλης και ο διοικητής της ΧΧ θωρακισμένης Μεραρχίας Α. Ερσελμαν που βρισκόταν και αυτή στην Κομοτηνή. Επίσης μερικοί ακόμη που όμως δεν βρίσκονταν σε μάχιμες μονάδες όπως ο αντιστράτηγος Μανέττας, ο υποστράτηγος Λιαράκος και άλλοι επιτελικοί.
Αντιθέτως, είχε κυκλοφορήσει η φήμη την οποία ο Κωνσταντίνος διέψευδε, λέγοντας πως «ένας βασιλιάς δεν συνωμοτεί», ότι το κίνημα θα ξεσπούσε στη Θεσσαλονίκη την 28η Οκτωβρίου κατά την εθνική επέτειο. Οι δε «New York Times», με δημοσίευμά τους στις 7 Δεκεμβρίου, λίγες ημέρες μετά τη συνέντευξη στην εφημερίδα «Le Monde» του αυτεξόριστου Κ. Καραμανλή στο Παρίσι με την οποία στήριζε ηθικά τον βασιλιά, ζητώντας κατάργηση του στρατιωτικού νόμου και επιστροφή των προβλεπομένων από το Σύνταγμα εξουσιών στον μονάρχη, προέβλεπαν το προετοιμαζόμενο κίνημα. Βεβαίως ο Καραμανλής είχε προειδοποιήσει μέσω τρίτων επτά φορές τον Κωνσταντίνο να μην προχωρήσει στο εγχείρημά του. Ο Κωνσταντίνος όμως, όπως ανέφερε ο Τάλμποτ σε απόρρητο άνευ ημερομηνίας μακροσκελές έγγραφό του (αρ. 343) προς τον προϊστάμενό του τμηματάρχη D. Brewster, στη διάρκεια δείπνου στην πρεσβευτική κατοικία, παρουσία της Αννας-Μαρίας και του Σ. Βανς στις 30 Νοεμβρίου 1967, ούτε να ακούσει δεν ήθελε για τον Καραμανλή. «Τον ρώτησα» γράφει ο Τάλμποτ «αν είχε δει τις δηλώσεις Καραμανλή στην εφημερίδα “Le Monde“» και του διαβίβασε την παραίνεση ανθρώπου που ήλθε σε επαφή με τον Καραμανλή στο Παρίσι «χωρίς να του αποκαλύψω ότι ήταν ο Α. Τσαλδάρης», ότι πρέπει επειγόντως να έλθει σε επικοινωνία με τον Καραμανλή. «Ο βασιλιάς τότε, μάλλον απότομα, άλλαξε συζήτηση. Δεν τον πίεσα» γράφει ο Τάλμποτ, εικάζοντας ότι «είτε η αντιπάθεια της βασιλικής οικογενείας για τον Καραμανλή παραμένει ισχυρή είτε υπάρχει ένα είδος κεκαλυμμένης σχέσης μεταξύ τους». Οταν ο Τάλμποτ τον νουθέτησε να μιλήσει έστω με τον Πιπινέλη, ο Κωνσταντίνος υπήρξε πάλι αρνητικός. Κατ’ αυτόν, καίτοι ικανός ο Πιπινέλης είχε ήδη κάνει το λάθος να περιέλθει στο στρατόπεδο των χουντικών, «και παραλίγο να πάρει στον λαιμό του και μερικούς στρατιωτικούς τους οποίους ο ίδιος (ο βασιλιάς) είχε σώσει την τελευταία στιγμή». Εκείνο το βράδυ ο Τάλμποτ σημείωνε πως ο βασιλιάς έδειχνε πολύ ανήσυχος. Φοβόταν συλλήψεις αξιωματικών φίλα διακειμένων στον ίδιο και γι’ αυτό είχε συμβουλεύσει, όπως είπε στον αμερικανό πρεσβευτή, τους Κόλλια και Πιερίδη, που βρίσκονταν στην Αθήνα, αλλά και τον υπουργό Αμυνας Γρ. Σπαντιδάκη να μην κοιμηθούν στα σπίτια τους. «Στις 3.30 το πρωί καταλάβαμε ότι ο βασιλιάς μπορεί να είχε δίκιο γιατί πρόσθετες φρουρές κινητοποιήθηκαν εντός της Αττικής, τελικώς όμως όχι για να συλλάβουν αλλά ως πρόσθετη φρουρά επισήμων μετά την έκρηξη βόμβας με θύμα μια γυναίκα στο κέντρο της Αθήνας». Σε εκείνο το δείπνο της 30ής Νοεμβρίου ο Τάλμποτ γράφει ότι πρώτη φορά άκουσε τον Κωνσταντίνο – όσο οι άλλοι μιλούσαν μεταξύ τους – να του ψιθυρίζει: «”Πολύ γρήγορα θα τους ξεφορτωθώ τους συνταγματάρχες”. Δεν είπε όμως πότε, ούτε και πώς».
Η ημέρα αυτή δεν άργησε να έλθει. Εν όψει αποστράτευσης την 14η Δεκεμβρίου αξιωματικών που βρίσκονταν στο πλευρό του, ο Κωνσταντίνος αποφασίζει στις 12 Δεκεμβρίου να ενημερώσει εμπιστευτικά τους δικούς του ότι το κίνημα θα ξεσπούσε την επομένη με την αναχώρησή του οικογενειακώς στην Καβάλα. Στο μεταξύ για λίγη ώρα χάνεται. Οι συνταγματάρχες τον αναζητούν στη Λάρισα γιατί το διάγγελμά του, που ωστόσο ήταν μαγνητοφωνημένο, ακούγεται από εκεί. Στην Καβάλα οι Αμερικανοί δεν μπορούν να τον εντοπίσουν με δικούς τους και για λίγο όλοι σαστίζουν: «Μα, πού είναι ο βασιλιάς;». Στις 5.20 το απόγευμα ο Τάλμποτ αρχίζει να ενημερώνει μέσω teleconference το State Department, ζητώντας οδηγίες. Το State Department του συστήνει να στείλουν δικούς τους να τον βρουν και, αν δεν είναι σίγουροι για την Καβάλα, για να μη γελοιοποιηθούν να λένε γενικώς ότι ο «βασιλιάς βρίσκεται στη Μακεδονία». Δίνεται οδηγία επίσης στον Τάλμποτ να μη μιλάει ο ίδιος με τους συνταγματάρχες αλλά η πρεσβεία να ενημερώνεται μέσω κατώτερου στελέχους της, να μην παίρνει καμία θέση και να προσπαθεί να κατευνάζει τις δύο πλευρές προς αποφυγήν αιματοχυσίας.
«Γιατί να βιαστούν να φύγουν;»
Στις 14 Δεκεμβρίου, μετά την αποτυχία του βασιλικού κινήματος και την αναχώρηση της βασιλικής οικογενείας για τη Ρώμη, ο Τάλμποτ στέλνει νέο τηλεγράφημα (αρ. 2807), αποκαλώντας την κυβέρνηση των συνταγματαρχών περιφρονητικά «Papadopoulos company» και προβλέποντας ότι «τώρα με την τιμή (honor)» και – σε παρένθεση – filotimo «των στρατιωτικών πληγωμένα, η δημοκρατία στην Ελλάδα φαίνεται να αργεί περισσότερο. Τώρα που αισθάνονται πιο ισχυροί, γιατί να βιαστούν να φύγουν;» έγραφε χαρακτηριστικά.
Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι προϊσταμένη της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών.
