Είναι δύσκολο το έργο του νομοθέτη. Η κατασκευή κανόνων που θα έχουν γενική ισχύ και θα αντέχουν στον χρόνο είναι έργο που προϋποθέτει γνώση, κοινό νου και ικανότητα καθαρών προβλέψεων. Ο «αυθαίρετος» νομοθέτης, επιπρόσθετα, έχει μια ιδιότυπη αυτοπεποίθηση. Μπορεί να κάνει τα πάντα! Να εκβιάζει συμπεριφορές, έστω κι αν έχουν τη δύναμη της παράδοσης! Να επιβάλλει τα πάντα! Ακόμη και το περιεχόμενο της συνείδησης του ατόμου! Ο δημοκρατικός νομοθέτης δεν έχει την αυτοπεποίθηση του νομοθέτη των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Εχει ιστορική γνώση και σύνεση. Και, κυρίως, τον σεβασμό προς τη μόνη δύναμη που τον νομιμοποιεί: τον λαό.
* Το βασικό καθήκον του νομοθέτη είναι η αποτύπωση κανόνων που εκφράζουν ή εξειδικεύουν αρχές και συμπεριφορές που αντέχουν στον χρόνο. Ο Αστικός Κώδικας, οι γενικές αρχές του, οι γενικοί κανόνες στις συναλλαγές, το βιβλίο που αφιερώνει στα κληρονομικά, επιβεβαιώνουν την προηγούμενη σκέψη και την καθιστούν κατανοητή. Η ζωή, το ανθρώπινο σώμα, η ελευθερία του προσώπου, η περιουσία του είναι αγαθά που η ποινική προστασία τους έχει πεντακάθαρο διαχρονικό χαρακτήρα.
* Ο δημοκρατικός νομοθέτης έχει βεβαίως και το δικαίωμα να επιχειρεί ρήξεις. Οπως στο οικογενειακό δίκαιο το 1983. Ο νομικός κόσμος ήταν τότε ώριμος. Η συνταγματική εντολή για την εφαρμογή της ισότητας ανάμεσα στα δύο φύλα ήταν και αυτή σαφής. Και όσες πολιτικές δυνάμεις δεν άντεχαν το νέο αυτό βήμα περιορίστηκαν στην αντιπροσώπευση ξεπερασμένων ιδεών και μη πλειοψηφικών κοινωνικών ρευμάτων.
* Ο δημοκρατικός νομοθέτης μπορεί να ενθαρρύνει και συμπεριφορές που δεν είναι κατανοητές, πρόσκαιρα, από την κοινωνική πλειοψηφία. Οπως στη μεταρρύθμιση του Ποινικού Κώδικα με αλλεπάλληλα νομοθετήματα της περιόδου 1982-1985. Αυτό όμως προϋποθέτει σωστή στάθμιση συμφερόντων και αγαθών, ένταξη κάθε πρότασης του νομοθέτη σε γενικά παραδεδεγμένες αρχές και ανάδειξη του παιδαγωγικού ρόλου του.
* Ο νομοθέτης αντιμετωπίζει και το καινούργιο. Αλλοτε για να αναμορφώσει υπάρχοντες θεσμούς. Αλλοτε για την «επαναστατική» υιοθέτηση της νεωτερικότητας. Οχι σπάνια σπεύδει έγκαιρα. Οπως στο δίκαιο ανταγωνισμού. Και κάποτε βραδυπορεί. Δεν έχει, κατά κανόνα, όλα τα στοιχεία για μια βαθύτερη γνώση του καινούργιου. Οπως στο δίκαιο της βιοτεχνολογίας. Αυτό κατ’ αρχήν δεν τον ενοχοποιεί. Δικαιούται ο νομοθέτης και να διαλογίζεται με διάρκεια, αναζητώντας μάλιστα νέες συμμαχίες. Νέες συνθέσεις, ιδεολογικές και κοινωνικές. Αρκεί όμως, στο τέλος, να μη συναλλαγεί.
Εκεί όμως που δοκιμάζεται, ιστορικά και ιδεολογικά, ο νομοθέτης είναι στη ρύθμιση των σχέσεών του με ό,τι μπορεί να σταθεί έναντί του και απέναντί του. Η Δικαιοσύνη και ο Τύπος (γραπτός και ηλεκτρονικός). Και ενώ η σχέση του νομοθέτη με τη Δικαιοσύνη, κατά τα κύρια στοιχεία της, οριοθετείται στον Θεμελιώδη Νόμο της χώρας, στο Σύνταγμα (μια από τις πιο ευτυχείς στιγμές του νομοθέτη, για μια σειρά ιστορικούς λόγους), η σχέση του με τον Τύπο έχει μια καθημερινότητα. Και από τη φύση της μια διαρκή αντιπαλότητα. Ο Τύπος υπάρχει, κυρίως, μέσα από την άσκηση κριτικής.
Διαχρονικά η σχέση νομοθέτη και Τύπου και η οριοθέτησή της δεν ήταν άνετη, ευτυχής ή αθώα. Ακόμη και στις ώρες της ουσιαστικής συμμαχίας νομοθέτη και Τύπου η αμοιβαία καχυποψία για τις «κινήσεις» και τα «κίνητρα» ήταν χαρακτηριστική. Και η συμπεριφορά, για αυτόν τον λόγο, αντιφατική.
Ο χάρτης των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων στο Σύνταγμά μας είναι ένας από τους πιο σύγχρονους. Η μεγάλη του αδυναμία; Η διάταξη για τον (γραπτό) Τύπο είναι σχοινοτενής και βαρύνεται με λεπτομέρειες που ξεπεράστηκαν ιστορικά, ενώ άλλες αχρηστεύθηκαν στην πράξη. Η διάταξη για τον (ηλεκτρονικό) Τύπο κρύβει τους μεγάλους φόβους του νομοθέτη απέναντι στο καινούργιο, μέσα από τη συρροή λέξεων και νοημάτων που δύσκολα κανείς ανευρίσκει το ιστορικό, το πολιτικό (και το πρακτικό) περιεχόμενό τους.
Η καχυποψία, οι ανέλεγκτες φοβίες και η ιστορική αδυναμία του νομοθέτη φαίνονται ξεκάθαρα και στη συμπεριφορά του ως κοινού νομοθέτη. Το πιο άψογο νομοθέτημα για τον Τύπο στον τόπο μας παραμένει ο νόμος του 1932 του Ελευθερίου Βενιζέλου. Και όμως και αυτή η πρόταση κανόνων για τον Τύπο υπονομεύθηκε από τον ίδιο τον νομοθέτη. Εκείνος ο νόμος ψηφίστηκε στην πιο αδύναμη ιστορική περίοδο του Εθνάρχη. Πολύ λίγοι πείστηκαν ότι ο νόμος αυτός δεν ήταν μια αντίδρασή του στις κραυγές της τότε αντιπολίτευσης και στο σύνθημα της εποχής «κάτω οι κλέφτες».
Αδράνησε ο νομοθέτης στο θέμα της ιδιωτικής τηλεόρασης το 1988 και 1989. Οχι από άγνοια. (Οι νέες συνθήκες ήσαν ορατές και από τον κοινό πολίτη). Από φόβο μόνο. Και από μια κακή αντίληψη του ρόλου του. Και όταν, προς το τέλος του 1989, επιχείρησε ο νομοθέτης να προσαρμοσθεί στη νέα πραγματικότητα, έφτιαξε με μαστοριά και πονηριές μηχανισμούς και «μηχανές», με μια διαρκή διάθεση συναλλαγής. Και αυτό το πλήρωσαν όλοι. Και ο νομοθέτης. Ο νόμος αυτός και οι όμοιοί του δεν εφαρμόστηκαν ποτέ. Η απορρύθμιση της δημόσιας τηλεόρασης κατέληξε σε ανομία.
Δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι και ο Τύπος είναι αθώος. Τα φαινόμενα της παραπληροφόρησης δεν είναι σπάνια. Αλλά, κατά κανόνα, η παραπληροφόρηση είναι καρπός κάποιων κρυφών συμμαχιών μεταξύ της πολιτικής εξουσίας [που κρύβεται ή δεν κρύβεται πίσω απ’ τον «απρόσωπο»(;) νομοθέτη] και του Τύπου. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο ρόλος των ΜΜΕ τα τελευταία χρόνια είναι ιδιαίτερα ισχυρός και σε παγκόσμιο επίπεδο. Αλλ’ αυτό συμβαίνει τα χρόνια που και η πολιτική εξουσία υποτάχθηκε στους ανελέητους κανόνες της αγοράς.
Η καλλιέργεια όμως του φόβου μπροστά στα ΜΜΕ καταλήγει να είναι ιστορικά άχρηστη. Τουλάχιστον γιατί καμιά τεχνολογική καινοτομία δεν παρέμεινε μονοπώλιο. Χρήστες και μεγάλοι ή μικροί πρωταγωνιστές στις νέες τεχνολογίες θα ‘μαστε σε λίγα χρόνια όλοι μας. Αυτό συνέβη στο χαρτί. Οπως συνέβη και στην τυπογραφία.
Η αναφορά του νομοθέτη στα «κίνητρα» ή στη «διαπλοκή των συμφερόντων» δεν μπορεί να δικαιολογήσει, δικαιοπολιτικά και ιστορικά, την αδράνεια, προσωρινή ή διαρκή, του νομοθέτη στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Η υπόνοια της απόπειρας συναλλαγής καθιστά τον νομοθέτη μέρος του προβλήματος. Και, κυρίως, τον αχρηστεύει.
Ο κ. Αντώνης Ν. Βγόντζας είναι νομικός
