Πικρόχολο σχόλιο για το επικαιρικό, συντελεσμένο πια, 5ο Συνέδριο του ΠαΣοΚ: μάλλον λογόρροια. Αφήνοντας την τηλεόραση προσώρας στην άκρη (αυτή έτσι κι αλλιώς παίζει το δικό της βιολί), προσθέτω ένα ακόμη στυφό σχόλιο για κάποιο δημόσιο σύμπτωμα που, όσο βλέπω, παραμένει ακόμη ασχολίαστο: το έντυπο χαρτομάνι.
Ισως να πρόκειται για απολίτικες αντιδράσεις, που αντιστοιχούν σε αλλεργικές φλύκταινες των διανοουμένων. Αν όμως το διπλό τούτο σχόλιο έχει παρ’ όλα αυτά κάποια σχέση με την τρέχουσα πραγματικότητα, αξίζει κάπως να συζητηθεί· έστω για εκτόνωση, μήπως και χαλαρώσουν τα τεντωμένα και ταλαιπωρημένα νεύρα μας.
Λοιπόν, από μαζοχισμό, ανάλωσα κι εγώ ώρες ατέλειωτες αυτές τις μέρες μπροστά στην τηλεοπτική οθόνη· βλέποντας και ακούγοντας τις αγορεύσεις (άλλες μετρημένες κι άλλες άμετρες ως προς τον χρόνο τους) επιφανών και αφανέστερων συνέδρων. Κοινό τους γνώρισμα, με σπάνιες εξαιρέσεις: φωνητικές υπερβολές μέχρι τελικής βραχνάδας· αλλά και απλωτές χειρονομίες, δίκην κουπιών σε θαλασσοταραχή. Υπάρχει βέβαια η πρόχειρη δικαιολογία: τα έχει αυτά εξ ορισμού η συνεδριακή ρητορική. Αλλά και λίγο μέτρο δεν μας βλάφτει. Ετσι, για να προσαρμοστούμε στον ευρωπαϊκό κανόνα, ο οποίος σε ανάλογες περιστάσεις εμφανίζεται σαφώς νηφαλιότερος και πιο συγκρατημένος. Το παράξενο είναι ότι τη φορά αυτή το παράδειγμα το έδωσε ο ίδιος ο Σημίτης, ήδη στην εισαγωγική του ομιλία. Αλλιώς μας είχε συνηθίσει ως τώρα. Προς τι λοιπόν η ξαφνική αλλαγή σε τόνο φωνής και τρόπο λόγου; Μήπως προς χάριν της εσωκομματικής αντιπολίτευσης και της γηραλέας μάλλον πασοκικής νεολαίας, που φαίνεται, γενικώς και ειδικώς, να απεχθάνονται όχι μόνον τον πολιτικό αλλά και τον ρητορικό εκσυγχρονισμό;
Και προχωρώ στο έντυπό μας χαρτομάνι. Τα σαββατιάτικα και κυριακάτικα φύλλα έγιναν πια τόμοι ασήκωτοι· τα πιάνεις και σου κόβεται το χέρι από το βάρος. Αυτός όμως ο χάρτινος, τυπωμένος όγκος φοβάμαι πως τελικώς στομώνει την αναγνωστική περιέργεια και όρεξη. Λίγο ακόμη και θα νοσταλγήσουμε τις παλιές εφημερίδες, που, με την υποχρεωτική τους οικονομία σε σελίδες, σε παρακινούσαν να τις διαβάσεις. Τώρα ο πολυσέλιδος όγκος των εντύπων μάλλον απωθεί, όταν δεν τρομάζει τον μέσο αναγνώστη.
Μπορεί αυτά που λέω να φαίνονται παλιοκαιρίσια βίτσια όσων δεν θέλουν, ή δεν μπορούν, να παρακολουθήσουν τον πληροφορικό καταιγισμό της εποχής μας. Οπως κι αν έχει το πράγμα, θα άξιζε νομίζω να γίνει κάποια σχετική δημοσκόπηση: να δούμε με αριθμούς και στατιστικές, όχι μόνον πόσοι αγοράζουν σήμερα εφημερίδα, αλλά πόσο και πώς την διαβάζουν.
Ξαναγυρίζω στο πασοκικό Συνέδριο, που έληξε ευτυχώς υπέρ του Σημίτη και της εκσυγχρονιστικής πολιτικής του. Ωστόσο, παρά τις άλλες διαφορές των συνέδρων που πήραν τον λόγο, υπήρξε γενική ρητορική ομοιομορφία, λίγο – πολύ πληκτική. Σχεδόν όλοι οι ομιλητές έμοιαζε να αντιγράφουν τον τύπο του πολιτικού βιτρίνας.
Μάλλον απρόσωποι, έδιναν την εντύπωση πως δεν διέθεταν προσωπικό ύφος και ήθος. Για να το πω αλλιώς: ο εξωτερικός συλλογικός τόπος εξαφάνιζε το εσωτερικό τοπίο του καθενός, όπου φαίνονται, όταν υπάρχουν, οι ουσιαστικές διαφορές πολιτικής και ανθρώπινης νοοτροπίας. Από την άποψη αυτή εκσυγχρονιστές και ασυγχρόνιστοι βάδισαν την πεπατημένη της ρουτίνας. Σε τούτο το κεφάλαιο δυστυχώς εκπλήξεις δεν υπήρξαν.
