Η αφηγηματική τέχνη μιας μακράς διήγησης κρίνεται και από τους συνειρμούς της: από θέματα και μοτίβα που σε παραλλαγές διασπείρονται σε όλο το μήκος της, όχι όμως εική και ως έτυχε· αλλά έτσι που να αντικατοπτρίζονται μεταξύ τους, μέσα από τις ομοιότητες και τις διαφορές τους. Η τεχνική αυτή χαρακτηρίζει γενικότερα την αρχαϊκή ποίηση και ειδικότερα την Οδύσσεια η δέκατη πέμπτη ραψωδία στίζεται από τέτοιους σημαντικούς συνειρμούς. Μόνο που και εδώ εμφιλοχωρεί μια εύκολη παρεξήγηση: οι συνειρμοί εκλαμβάνονται από μερικούς ως αμήχανες επαναλήψεις ή ακόμη και ως εμβόλιμες ντουμπλέτες.
Συνειρμικά λόγου χάριν λειτουργούν στο πλαίσιο της δέκατης πέμπτης ραψωδίας οι δύο πτηνοσημίες, που προοιωνίζονται (η μια στο παλάτι της Σπάρτης, η άλλη στα νερά της Ιθάκης) τον νόστο του Οδυσσέα και την εκδικητική μνηστηροφονία. Οι πτηνοσημίες αυτές όχι μόνον συνείρονται μεταξύ τους, αλλά και παραπέμπουν σε δύο άλλα ομόλογα σήματα, που το ένα εμφανίζεται στη δεύτερη ραψωδία και το άλλο στη δέκατη ένατη. Πρώτα οι πτηνοσημίες της 15. ραψωδίας.
Ο Τηλέμαχος ετοιμάζεται να εγκαταλείψει το παλάτι της Σπάρτης, ενώ ο Μενέλαος και η Ελένη τού προσφέρουν πολύτιμα ξένια δώρα. Ξενιστής και ξενιζόμενος αποχαιρετούν ο ένας τον άλλο, με αμοιβαίες ευχές, ενώ στο μεταξύ έχει τελεστεί από τον Μενέλαο η σπονδή της προπομπής, μπροστά στα ζεμένα άλογα. Ξαφνικά πετά, δεξιά μεριά, ένας αετός· κρατώντας στα νύχια του μια τεράστια ήμερη χήνα, που την άρπαξε μέσα από την αυλή· καθώς το περήφανο πουλί εξαφανίζεται με τη λεία του προς την ίδια κατεύθυνση από όπου εφόρμησε, ο Πεισίστρατος προκαλεί τον Μενέλαο να εξηγήσει το ευοίωνο σήμα. Τελικώς τον προλαβαίνει η Ελένη, που προσφέρει τη δική της μαντική ερμηνεία: η δεξιά εφόρμηση του αετού προλέγει, αν δεν βεβαιώνει κιόλας, τον νόστο του Οδυσσέα· ο σπαραγμός της χήνας εξεικονίζει τα επίδοξα θύματα της εκδίκησής του.
Στο μεταξύ, Τηλέμαχος και Πεισίστρατος ξεκινούν, διανυχτερεύουν στις Φηρές και, απόγεμα της άλλης μέρας, φθάνουν στο λιμάνι της Πύλου, όπου έχει ξεμείνει το καράβι του νέου με τους συνοδούς εταίρους. Ο γιος του Νέστορα υποχωρεί στη σπουδή του Τηλεμάχου, δέχεται να μην τον καθυστερήσει επιμένοντας να τον πάρει μαζί του στο παλάτι του πατέρα του· τον αποχαιρετά και φεύγει. Την ώρα όμως που ο Τηλέμαχος κάνει σπονδή και στην πρύμνη του καραβιού του προσεύχεται στην Αθηνά, εμφανίζεται μπροστά του ένας ξένος: φυγάς από το Αργος· γόνος της διάσημης μαντικής γενιάς του Μελάμποδα· μάντης και ο ίδιος, που σκότωσε όμως έναν επιφανή Αργείο: τώρα οι συγγενείς του τον κυνηγούν να τον σκοτώσουν· ικετεύει λοιπόν τον Τηλέμαχο να τον πάρει μαζί του και ο γιος του Οδυσσέα ενδίδει στην ικεσία του.
Το καράβι ταξιδεύει ολοταχώς μέσα στη νύχτα· παρακάμπτει την Ηλιδα· ξημερώματα πλησιάζει στην Ιθάκη· ο Τηλέμαχος, ακολουθώντας τις υποδείξεις της Αθηνάς, παραγγέλλει στους συντρόφους του να οδηγήσουν το πλοίο στο λιμάνι της πόλης· ο ίδιος θα ανέβει πρώτα στο μεσόγειο καλύβι του Εύμαιου. Τίθεται θέμα πού θα πάει ο Θεοκλύμενος· ο Τηλέμαχος προσώρας ταλαντεύεται· σαρκαστικά σκέφτεται τον Ευρύμαχο, επίδοξο γαμπρό της μάνας του και σφετεριστή της εξουσίας του πατέρα του. Τέλος, εκστομίζει μια ευχή – κατάρα: πριν από τον ανόσιο γάμο να βρει τον Ευρύμαχο η μαύρη μέρα του θανάτου. Ξαφνικά φαίνεται να πετά, δεξιά πάλι μεριά, ένα γεράκι· κρατεί στα πόδια του μια περιστέρα· τη μαδά και σκορπίζει τα φτερά της ανάμεσα στο πλοίο και στον Τηλέμαχο. Τώρα θα αναλάβει ο Θεοκλύμενος να ερμηνεύσει τον καλό οιωνό: δεν θα κινδυνεύει η βασιλική γενιά του Οδυσσέα· δική της θα ‘ναι για πάντα η εξουσία.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι δύο πτηνοσημίες λειτουργούν αυξητικά και συμπληρωματικά μεταξύ τους. Καθώς ο νόστος του Τηλεμάχου πάει να συμπέσει με τον νόστο του Οδυσσέα, οι καλοί οιωνοί διπλασιάζονται και ο ένας προσαυξάνει το κύρος του άλλου. Οι ομοιότητές τους είναι προφανείς. Δεν πρόκειται όμως για ταυτολογία: ο αετός του Διός τρέπεται σε γεράκι, ταχυδρόμο του Απόλλωνα· η χήνα σε περιστέρα· η αρπαγή του θύματος σε μάδημα των φτερών του· τη μαντική Ελένη διαδέχεται ο επαγγελματίας μάντης Θεοκλύμενος. Μια μορφή σκοτεινή, που θα παίξει μαντικό ρόλο και μέσα στο παλάτι της Ιθάκης, ενώ συγχρόνως θυμίζει το πρόσωπο και τον ρόλο που έχει εγκαινιάσει πρώιμα στη δεύτερη μόλις ραψωδία του έπους ο Αλιθέρσης.
Αφορμή της δικής του εμφάνισης μέσα στο έπος και πάλι μια πτηνοσημία, με σήμα της δύο αετούς, που εμφανίζονται στην πλήθουσα αγορά των Ιθακησίων, για να επικυρώσουν την κατάρα και πάλι του Τηλεμάχου για όλεθρο των υπερφίαλων μνηστήρων. Κι εκεί οι αετοί έρχονται από ψηλά· κατεβαίνουν από την κορυφή του βουνού, σταλμένοι από τον Δία· πετούν ο ένας στο πλάι του άλλου με τεντωμένα τα φτερά τους· βουτούν πάνω από τις κεφαλές των μνηστήρων· σχίζουν με τα άγρια νύχια τους τους δικούς τους λαιμούς και τις παρειές τους· ύστερα φεύγουν, δεξιά μεριά, ανάμεσα από τα σπίτια και την πόλη. Την ερμηνεία του οιωνού την αναλαμβάνει ο μάντης Αλιθέρσης, θυμίζοντας πως τα είχε όλα πρόωρα και σωστά προφητέψει, τότε που οι Αργείοι, μαζί τους και ο Οδυσσέας, ξεκινούσαν για το Ιλιο· ο ιθακήσιος βασιλιάς θα περιπλανηθεί και θα βασανιστεί πολύ· θα χάσει, στου γυρισμού τον δρόμο, όλους τους συντρόφους του· αλλά πάνω στον εικοστό χρόνο θα επιστρέψει στην πατρίδα, αγνώριστος και εκδικητής.
Το συνειρμικό τόξο που συνδέει τη δεύτερη με τη δέκατη πέμπτη ραψωδία λειτουργεί αμφίδρομα: μπρος – πίσω, αλλά και πίσω – μπρος. Εδώ ο αετός διπλασιάζεται και η πτηνοσημία προεξαγγέλλεται ως διοσημία. Η επαπειλούμενη τιμωρία των μνηστήρων εξεικονίζεται κατά κάποιον τρόπο με ομοιοπαθητική μέθοδο: οι δύο αετοί σχίζουν τους δικούς τους λαιμούς και τις δικές τους παρειές. Η ερμηνεία του Αλιθέρση αποδείχνεται συνολική: καλύπτει όλο το φάσμα της οδυσσειακής περιπέτειας· από την αποδημία του ήρωα έως τον τελικό του νόστο.
Από μιαν άποψη θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ο Θεοκλύμενος της δέκατης πέμπτης ραψωδίας είναι το μαντικό αντίγραφο του Αλιθέρση. Πλάι όμως στις αναλογικές ομοιότητες προέχουν και εδώ διακριτικές διαφορές: ο ένας είναι Ιθακήσιος, ο άλλος Αργείος· δικός ο πρώτος, ξένος ο δεύτερος, με φημισμένο αλλά και σκοτεινό παρελθόν εξόριστος ικέτης. Ο συνειρμός επομένως κάθε άλλο παρά ταυτολογικός ελέγχεται· χρησιμεύει ως συνεκτικός ιστός ανάμεσα σε δύο ραψωδίες που βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους.
Οι πτηνοσημίες εξάλλου της δέκατης πέμπτης ραψωδίας, κυρίως η πρώτη, παραπέμπουν και στα επόμενα και παρεπόμενα του έπους, όπως αυτά εξελίσσονται μέχρι της δέκατης ένατης ραψωδίας.
Μέσα στη νύχτα, με τους μνηστήρες να έχουν φύγει, η Πηνελόπη συνομιλεί, όλο και οικειότερα, με τον αγνώριστό της Οδυσσέα. Μεσολαβεί η σκηνή των «Νίπτρων», όπου ο προσδοκώμενος αναγνωρισμός των συζύγων μεταφέρεται απροσδόκητα από την Πηνελόπη στην Ευρύκλεια. Η βασίλισσα δεν παίρνει είδηση από τον ενδιάμεσο αυτόν λαθραίο αναγνωρισμό. Αμέσως μετά συνεχίζει τις θλιβερές εξομολογήσεις της στον ξένο, μιλώντας για το πένθος και τους οδυρμούς που της προκαλεί, μέρα και νύχτα, η παρατεινόμενη απουσία του Οδυσσέα, που μάλλον σημαίνει και τον οριστικό του όλεθρο. Αν είναι έτσι, ταλαντεύεται: μήπως έφτασε η ώρα, υπό την πίεση και του Τηλεμάχου, να ξαναπαντρευτεί, διαλέγοντας τον άριστον των μνηστήρων; να εγκαταλείψει εγκαίρως το βασιλικό παλάτι, προτού οι μνηστήρες εξανεμίσουν για καλά τα αγαθά του οίκου; Αλλά θυμάται κάποιο όνειρό της, που την προβλημάτισε· μήπως ο ξένος θα μπορούσε να το ακούσει και να το εξηγήσει;
Είδε, λέει, στον ύπνο της είκοσι χήνες να βόσκουν στην αυλή της μουσκεμένο στάρι και αγαλλίασε η ψυχή της. Ξαφνικά, ένας αετός, γιγάντιος κι αγκυλομύτης, κατέβηκε από το βουνό, όρμησε και τσάκισε τον λαιμό τους, τις άφησε νεκρές, κι ύστερα υψώθηκε ξανά στον θείο αιθέρα. Βογκούσε εκείνη και θρηνούσε για τις χαμένες χήνες της. Οπότε ο αετός γύρισε πίσω, κάθησε στην κορφή της στέγης και της μίλησε: ό,τι σου φανερώθηκε δεν ήταν όνειρο, της είπε, αλλά η πραγματική αλήθεια· ο αετός είναι ο άντρας σου· οι χήνες οι μνηστήρες· εγώ είμαι ο καλός σου, που γύρισα στην πατρική μου γη, και γρήγορα θα θανατώσω όλους τους μνηστήρες σου. Ξύπνησε, λέει, η Πηνελόπη αλαφιασμένη κι ανοίγοντας τα μάτια της βλέπει τις χήνες ζωντανές, να βόσκουν ακόμη στην αυλή το στάρι τους (τ 535-553). Σίγουρα πρόκειται για ένα από τα πιο εντυπωσιακά όνειρα της αρχαϊκής ποίησης και όχι μόνο. Η γοητευτική πολυσημία του αφήνει περιθώρια ακόμη και για ψυχαναλυτικού τύπου ερμηνείες που δεν έλειψαν.
Εδώ ενδιαφέρει περισσότερο ο συνειρμός του με την πρώτη πτηνοσημία της δέκατης πέμπτης ραψωδίας. Αν η διοσημία της δεύτερης ραψωδίας διπλασίασε τον ένα αετό της, το όνειρο της Πηνελόπης εικοσαπλασιάζει τη μία χήνα της. Ο πραγματικός εξάλλου οιωνός μετατρέπεται τώρα σε ονειρικό όραμα, που διεκδικεί όμως το κύρος της εγρήγορης αλήθειας. Η εξήγηση του οιωνού στη δέκατη ένατη ραψωδία δραματοποιείται και διαβαθμίζεται: ο ίδιος ο αετός ερμηνεύει τον εαυτό του και την ερμηνεία αυτή επικυρώνει αμέσως μετά ο αγνώριστος για την Πηνελόπη Οδυσσέας. Παρά ταύτα η βασίλισσα διστάζει: τα ονειρικά σύμβολα την μπερδεύουν· γιατί οι πραγματικές χήνες είναι δικές της και τις αγαπά· ξυπνώντας θα τις δει να βόσκουν ζωντανές και πάλι στην αυλή της. Ενα όνειρο που διαγράφει καθαρά το μέλλον μπορεί να αποτελεί αίνιγμα για το προβληματικό παρόν. Ετσι κι αλλιώς η αμηχανία της βασίλισσας κρίνεται απαραίτητη για την εξέλιξη του έπους: νομιμοποιεί την τόξου θέσιν, που θα ευοδώσει τη μνηστηροφονία· την οποία πραγματοποιεί ο Οδυσσέας, την ώρα που η Πηνελόπη κοιμάται στο υπερώο της και βλέπει το πιο γλυκό όνειρο της ζωής της, αφότου ξενιτεύτηκε ο άντρας της.
Εδώ θα σταματήσω. Οι συνειρμοί της Οδύσσειας, ειδικότερα της δέκατης πέμπτης ραψωδίας, πρέπει να μείνουν ανοιχτοί. Ετσι το θέλησε ο ποιητής, συνομιλώντας και συνωμοτώντας με τους ακροατές του.
Ο κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης είναι ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
