Οι φύλακες του ύπνου

κριτική θεάτρου Οι φύλακες του ύπνου «Οι τελευταίες ημέρες της Πομπηίας» του Θοδωρή Πετρόπουλου στο θέατρο Εμπορικόν σε σκηνοθεσία Κυριακής Σπανού και «Το δώρο» των Αλέξανδρου Ρήγα και Δημήτρη Αποστόλου στο θέατρο Κιβωτός σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ρήγα ΣΤΕΛΛΑ ΛΟΪΖΟΥ Από επάνω δεξιόστροφα: Φωτεινή Μπαξεβάνη, Δημήτρης Μαυρόπουλος, Αρης Σερβετάλης, Βίκυ Σταυροπούλου, Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, Υβόννη

Οι φύλακες του ύπνου

Με αφορμή τις «Τελευταίες ημέρες της Πομπηίας» και «Το δώρο» θα μπορούσαμε εδώ, λίγο πριν από το τέλος της σεζόν, να σκιαγραφήσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά ενός είδους θεάτρου που ακμάζει εμπορικά τον τελευταίο καιρό και το οποίο θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε τηλεοπτικό.


1) Το τηλεοπτικό θέατρο είναι το θέατρο της ατάκας: τα πάντα εδώ, όλα τα βασικά συστατικά της θεατρικής πράξης, υπάρχουν μόνο και μόνο για να υπηρετούν, να αναδεικνύουν και να δοξάζουν τις «έξυπνες» ατάκες που εκστομίζονται με ύφος θριαμβευτή από το στόμα των ηθοποιών. Ο λόγος δεν οικοδομεί συγκρούσεις, δεν φωτίζει τον ψυχισμό των ηρώων, δεν προκαλεί κανενός είδους συναίσθημα: αρνείται όλο το εύρος των δυνατοτήτων του, ομοιογενοποιεί τις αποχρώσεις και λειτουργεί μονάχα ως εγκωμιαστής του εαυτού του.


2) Το τηλεοπτικό θέατρο είναι το θέατρο της ψευδοσάτιρας: αν η υγιής σάτιρα οργανώνει την επίθεσή της γύρω από συγκεκριμένους στόχους επιδιώκοντας να αποκαλύψει τη γελοιότητα προσώπων και πραγμάτων, το τηλεοπτικό θέατρο ρίχνει άσφαιρα προς όλες τις κατευθύνσεις χωρίς τελικά να υπονομεύει τίποτε και κανέναν. Αδυνατώντας να εντοπίσει και να στηλιτεύσει τα βαθύτερα αίτια της ασθένειας, αρκείται στην κοροϊδευτική καταγραφή των εξωτερικών συμπτωμάτων της: οι αναφορές στην κοινωνία του «Big Brother», της Βίσση και του Πλούταρχου, των οικονομικών σκανδάλων, του νεοσυντηρητισμού, του χαφιεδισμού, της αμορφωσιάς συνθέτουν εδώ ένα εύπεπτο και χοντροκομμένο ανέκδοτο, μια τεράστια άοσμη φούσκα. Χαϊδεύει καθησυχαστικά τις συνειδήσεις υιοθετώντας την ίδια ισοπεδωτική λογική που υποτίθεται πως καταγγέλλει.


3) Το τηλεοπτικό θέατρο είναι το θέατρο της κατίνας: «Το δώρο» ελάχιστα διαφέρει από ένα ριάλιτι σόου όπου το καλεσμένο ζευγάρι έρχεται να βγάλει τα άπλυτά του στη φόρα: η γυναίκα να κλαφτεί επειδή ο άντρας της δεν την ικανοποιεί σεξουαλικά, ο άντρας να γκρινιάξει γιατί η γυναίκα του δεν ενδίδει σε πεολειχία, οι οργασμοί που ποτέ δεν είχαν, οι στάσεις που ποτέ δεν δοκίμασαν κ.ο.κ. Το χιούμορ των συγγραφέων αποδεικνύεται εδώ περισσότερο στερημένο και από το πιο οξύ σύνδρομο στέρησης: το 90% των διαλόγων αφορά το μέγεθος του πέους, την πυκνότητα του τριχωτού του εφηβαίου, τη διάρκεια και τη συχνότητα της σεξουαλικής πράξης. «Γιατί, ρε Νίκο μας, αρέσουν τόσο πολύ τα τσιμπούκια;» ρωτάει ο παραπονεμένος σύζυγος τον κουμπάρο. «Γιατί απολαμβάνουμε δέκα λεπτά απόλυτης ησυχίας». Η κατινιά ως απόλυτη αξία, ως τρόπος σκέψης, ως γραφή, ως αισθητική.


4) Το τηλεοπτικό θέατρο είναι το θέατρο της ευκολίας: συγγραφικής, σκηνοθετικής, σκηνογραφικής, ερμηνευτικής. Δεν είναι μόνο ότι εκφράζεται μέσα από απλοϊκά σχήματα και εξόφθαλμα ευρήματα: το αφελές εναρκτήριο σκετσάκι της «Πομπηίας», όπου ανακοινώνεται η απαγωγή του «άρρωστου» πολιτισμού μας, ο παραλληλισμός των ημερών μας με τις «τελευταίες της Πομπηίας» μέσα από την ανάγνωση αποσπασμάτων ενός ταξιδιωτικού οδηγού ή το παιδιάστικο νούμερο με το γκέι ζευγάρι να υστεριάζει ανακαλύπτοντας ότι η κόρη τους είναι στρέιτ αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η ευκολία αφορά επίσης την ίδια τη διαδικασία γένεσης του θεατρικού αυτού προϊόντος: παραγωγοί, σεναριογράφοι, σκηνοθέτες και ηθοποιοί που δημιουργούν ένα τηλεοπτικό χιτ μεταφέρουν αβασάνιστα την επιτυχημένη συνταγή τους στο σανίδι εφαρμόζοντας τις ίδιες μεθόδους, ακολουθώντας τις ίδιες τακτικές, αναπαράγοντας το ίδιο στυλ ετοιμοπαράδοτης «ψυχαγωγίας» και προσβλέποντας στο ίδιο κοινό.


5) Γι’ αυτό και το τηλεοπτικό θέατρο είναι το θέατρο της χαύνωσης: έχοντας εξασφαλίσει το αβαντάζ της αναγνωρισιμότητας δεν ζητεί τίποτε περισσότερο από τη διαιώνιση των οικείων σχημάτων, των εύληπτων μηνυμάτων. «Το θέαμα είναι το κακό όνειρο της σύγχρονης κοινωνίας, η οποία, αλυσοδεμένη, δεν εκφράζει τίποτε περισσότερο από την επιθυμία της για ύπνο. Το θέαμα είναι ο φύλακας αυτού του ύπνου» γράφει ο Γκυ Ντεμπόρ στην «Κοινωνία του θεάματος» και τον ίδιον ακριβώς ρόλο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι παίζει και το θέατρο που προκύπτει από αυτή την επιθυμία. Αποκοιμισμένοι θεατές, χωρίς πολλές απαιτήσεις, άνθρωποι που πάνε στο θέατρο μόνο και μόνο για να βυθιστούν εκ νέου στη γνώριμη τηλεοπτική τους λήθη. Το τηλεοπτικό θέατρο αποδεικνύεται έτσι ο καλύτερος σύμμαχος του συστήματος: όντας το αντίθετο της σκέψης, της δημιουργίας και της φαντασίας, αναπαράγει τα ευτελέστερα γνωρίσματα της μητέρας του τηλεόρασης. Το μόνο στο οποίο συντελεί είναι η καλλιέργεια του παθητικού ανθρώπου και η εξαθλίωση των μαζών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version