Στο Ω της Ιλιάδας ο Πρίαμος επισκέπτεται τον Αχιλλέα για να εκλιπαρήσει την επιστροφή του νεκρού γιου του, του Εκτορα. Ο έλληνας πολεμιστής σε μια χειρονομία ανεπανάληπτης ανθρωπιάς δέχεται να παραδώσει τη σορό του εχθρού του για να ταφεί. Εκείνο που κάμπτει τον σκληροτράχηλο ήρωα είναι το γεγονός ότι στο πρόσωπο του βασανισμένου πατέρα αναγνωρίζει τη μορφή του δικού του γονιού, του Πηλέα, που δεν πρόκειται να τον ξαναδεί, αφού, όπως καλά γνωρίζει, είναι γραφτό να πεθάνει στα ξένα. Στην Οδύσσεια συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Ο καταπονημένος από τις πολύχρονες περιπλανήσεις του πολυμήχανος ήρωας θα επιστρέψει στην πατρίδα του και θα συναντηθεί, στο τέλος του έπους, με τον γέροντα Λαέρτη. Τα δύο μεγάλα έπη της αρχαϊκής εποχής συνδέονται, έστω και αντιθετικά, στενά μεταξύ τους.
Εκείνο που παραμένει αβέβαιο είναι αν η σύνθεσή τους πρέπει να αποδοθεί στον ίδιο ποιητή, τον Ομηρο, ή σε δύο ξεχωριστούς δημιουργούς, ενώ ένα τρίτο ενδεχόμενο συνίσταται στην υπόθεση ότι αρχικός ποιητής της Οδύσσειας υπήρξε ο Ομηρος, αλλά το έργο του εμπλουτίστηκε από κάποιον μεταγενέστερο διασκευαστή. Πράγματι, η προωθημένη αφηγηματική τεχνική του δεύτερου ποιήματος, οι εκλεπτυσμένες ηθικές αντιλήψεις, η γεωγραφική εμβέλεια των ταξιδιών του Οδυσσέα και άλλα ειδοποιά γνωρίσματα διαφοροποιούν αισθητά την πνευματική φυσιογνωμία του έπους αυτού από το παλαιότερό του, χωρίς όμως να το αποκόπτουν τελείως από αυτό, καθώς υφίσταται ένας αναντίρρητος διάλογος ανάμεσα στα δύο κείμενα.
Στο σημείο αυτό ανακύπτουν τα εξής κρίσιμα ερωτήματα: α) Ο διάλογος αυτός οφείλεται σε γραπτή εκδοχή της Ιλιάδας που είχε προ οφθαλμών ο νεότερος ποιητής, στη μακραίωνη προφορική παράδοση που διαμόρφωσε ένα κοινόχρηστο θεματικό και εκφραστικό υλικό ή στο απλό γεγονός ότι ο ποιητής και των δύο επών είναι ο ίδιος και συνεπώς είναι απολύτως φυσικό να παραπέμπει στο νεανικό του πόνημα; β) Είναι δυνατόν να προσδιοριστούν ακριβέστερα οι διακειμενικές σχέσεις ανάμεσα στα δύο έπη, καθώς και η αφηγηματική πρόοδος που συντελείται χάρη στο νεότερο ποίημα; γ) Αν η παράδοση είναι όντως προφορική, πόσο έγκυρα θεωρούνται τα πορίσματα που προέκυψαν από την ανάλυση του ζωντανού σερβοκροατικού έπους που μελέτησαν με επιτόπια έρευνα το πρώτο μισό του 20ού αιώνα ο Μ. Parry και ο μαθητής του Α. Lord; Σε αυτά τα κεφαλαιώδη ζητήματα είναι αφιερωμένες οι εργασίες του John Miles Foley, της Irene de Jong και του Αντώνη Ρεγκάκου.
Ενας άλλος κύκλος ερωτημάτων οδηγεί στους αντίποδες της αρχαϊκής εποχής, στα ελληνιστικά χρόνια και στην ύστερη αρχαιότητα. Ποια ήταν άραγε η μορφή της έκδοσης του Ομήρου που επιμελήθηκε ένας γραμματικός του διαμετρήματος του Αριστάρχου και σε ποιον ανάγονται τελικά οι διαφορετικές γραφές του ομηρικού κειμένου (F. Montanari); Τι γνώριζε για τον Ομηρο ο Λουκιανός (Η. G. Nesselrath);
Πώς ερμήνευαν αλληγορικά τον Ομηρο οι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι (Α. Dihle); Αλλες μελέτες αναφέρονται στην αντίσταση που προβάλλει το αρχαϊκό έπος στη διαβρωτική και ληθαργική επίδραση του χρόνου, καθώς η ποίηση μετατρέπεται σε όχημα αθανασίας, την οποία θα επιδιώξει αργότερα να διασφαλίσει για τα ανθρώπινα έργα η ιστοριογραφία του Ηροδότου (Ε. Bakker), στο επεισόδιο με τα άλογα του Αχιλλέα (S. Schein), στη διάδοση των επών στη Λέσβο (Μ. West), στην παρουσία του Μενελάου στην Ιλιάδα (Μ. Wilcock) και στις διακειμενικές σχέσεις του σοφόκλειου Αίαντα με την Ιλιάδα (Β. Zimmermann). Τέλος, τον τόμο απαρτιώνουν εργασίες των Burkert, Holoka, Lefevre, Nagy, Reichel και Woehrle.
Ο αξιοζήλευτος αμητός των προηγούμενων ομηρικών μελετών, που είναι γραμμένες από διαπρεπείς ομοτέχνους του τιμωμένου, απαρτίζει τον καλαίσθητο αφιερωματικό τόμο για τα εβδομηνταπεντάχρονα του ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου του Φράιμπουργκ Wolfgang Kullmann, του διακεκριμένου γερμανού κλασικού φιλολόγου που, μεταξύ πολλών άλλων, ανάλωσε τον πνευματικό του μόχθο στην ερμηνεία του Ομήρου, της τραγωδίας και του Αριστοτέλη.
Στους δύο πρώτους τομείς είναι κυρίως αφιερωμένος ο δεύτερος υπό παρουσίαση τόμος, που περιλαμβάνει 17 μελετήματα του Kullmann, και ανάμεσά τους μερικές σημαντικές πρωτοδημοσιευόμενες πρόσφατες εργασίες του.
Τη μερίδα του λέοντος αποσπά ο Ομηρος, ενώ, εκτός από την αρχαία ελληνική τραγωδία, μια μελέτη αφορά τη Μήδεια του Σενέκα και μια δεύτερη την πρόσληψη του Καλλιμάχου στη ρωμαϊκή λογοτεχνία. Πριν από δέκα χρόνια είχε κυκλοφορήσει ένας άλλος συγκεντρωτικός τόμος με 21 εργασίες του Kullmann που πραγματεύονταν ομηρικά μοτίβα και θέματα. Η μετατόπιση των ενδιαφερόντων του συγγραφέα είναι εμφανής στον παρόντα τόμο, καθώς το κέντρο της προσοχής του καταλαμβάνουν ερωτήματα που απαιτούν ιστορική και αρχαιολογική τεκμηρίωση, καθώς και αφηγηματολογική μεθοδολογία.
Με τον τρόπο αυτόν ενισχύονται οι νεοαναλυτικές θέσεις που είχε προβάλει ο Kullmann πριν από μισό περίπου αιώνα, και έτσι η θεωρία του για τη σύνθεση των επών αποτελεί σήμερα τη μόνη βιώσιμη και λειτουργική πρόταση που μπορεί να ανταγωνιστεί γόνιμα και ισάξια την ευρέως διαδεδομένη και κοινώς αποδεκτή στον αγγλοσαξονικό χώρο θεωρία για την προφορική σύνθεση των ομηρικών ποιημάτων. Βασική είναι η άποψη του γερμανού μελετητή ότι πρέπει να πιστώσουμε στον Ομηρο μεγαλύτερο μερίδιο φαντασίας και ευρηματικότητας από ό,τι είναι πρόθυμοι να του αναγνωρίσουν οι οπαδοί μιας αποκλειστικά ιστορικού τύπου ερμηνείας. Από τις μελέτες του για την τραγωδία ξεχωρίζει η εργασία για την Αλκηστη του Ευριπίδη, η οποία διατηρεί την αξία της παρά την πάροδο 35 ετών από τη συγγραφή της, ενώ η νεότερη μελέτη του για το μεταθεατρικό νόημα των Βακχών του ίδιου τραγικού αποδεικνύει πειστικά ότι η αναζήτηση ενός τέτοιου νοήματος, με το οποίο νιώθουμε εξοικειωμένοι χάρη στους ενοφθαλμισμένους στα έργα του Σαίξπηρ στοχασμούς περί θεάτρου, είναι ατελέσφορη προκειμένου για την αρχαία τραγωδία.
Το Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ, αναγνωρίζοντας δημοσίως και ευγνωμόνως την πλούσια προσφορά του Kullmann, τον τίμησε στις 6 Νοεμβρίου 2002 αναγορεύοντάς τον επίτιμο διδάκτορα ύστερα από εισήγηση του μαθητή του Α. Ρεγκάκου, στην επιμέλεια του οποίου οφείλονται οι δύο εξαίρετοι τόμοι.
Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη ικανοποίηση για έναν πανεπιστημιακό δάσκαλο από την έμπρακτη αναγνώριση της οφειλής εκ μέρους των μαθητών του. Δεν απομένει παρά να του ευχηθούμε από καρδιάς υγεία και μακροημέρευση, ώστε να συνεχίσει για πολλά χρόνια ακόμη και να ολοκληρώσει το σημαντικό έργο του.
Ο κ. Δανιήλ Ιακώβ είναι καθηγητής στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
