Οι μοντερνιστές ανέδειξαν δύο μεγάλα θέματα. Την πόλη και τον καλλιτέχνη. Και μέσα από αυτά την ενότητα της μορφής. Στον σχεδόν φουτουριστικό σταθμό του Χαλανδρίου, περιμένοντας το τρένο για το Μοναστηράκι, σκέφτομαι πως αυτή η νέα μεταολυμπιακή Αθήνα είναι πλέον μια πραγματική μητρόπολη, που δεν χρειάζεται κανείς να την ανακαλύψει μέσω της μνήμης, μια πόλη που μόνο η παρουσία της αρκεί για να αναπτύξεις την προσωπική σου στρατηγική της περιπλάνησης. Μένει να ανακαλύψουμε τον καλλιτέχνη και αυτός με τη σειρά του την ενιαία πόλη και όχι τα υβρίδια μέσω των οποίων ως τώρα την αναγνώριζε.
Ο μύθος της Αθήνας από τη γέννηση του νέου ελληνικού κράτους ακόμη παρέμενε μετέωρος. Ελειπε το σχέδιο, η ενότητα και η συγκρότηση των σημείων αναγνώρισης. Ετσι η Αθήνα ήταν μια πόλη απροσανατόλιστη, χωρίς σαφή περάσματα και σημεία διείσδυσης, που δύσκολα διαβαζόταν. Γι’ αυτό και δεν μπορούσες να τη δεις από απόσταση.
Στις αφηγήσεις της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας, όπου θα έπρεπε να πρωταγωνιστεί η αθηναϊκή τοπογραφία, ο ορίζοντας είναι γενικά χαμηλός. Η ίδια η πόλη ως ιδέα παρέμενε κλειδωμένη στο παρελθόν της. Αναπόφευκτο. Χωρίς σαφές σχέδιο για το παρόν δεν μπορείς να μοιραστείς την ιστορική στιγμή. Γι’ αυτό άλλωστε και η τοπογραφία στα σημαντικότερα πεζογραφήματα της ελληνικής λογοτεχνίας δεν είναι αθηναϊκή. Από όλες τις μητροπόλεις της Δύσης η πόλη των Αθηνών είναι εκείνη που έχει επιδράσει λιγότερο στη λογοτεχνία. Εχουμε χρονικά ζωής, θραύσματα της καθημερινότητας – αλλά ως εδώ. Υπάρχει η Μόσχα του Τσέχοφ, η Πετρούπολη του Ντοστογιέφσκι, το Παρίσι του Μποντλέρ και του Μπαλζάκ και το Λονδίνο του Ντίκενς – αλλά η Αθήνα τίνος; Του Ροΐδη ίσως, όμως η κλίμακα εκεί είναι πολύ μικρότερη.
Δεν υπάρχει πόλη που να ζει το παρελθόν της αν δεν είναι προσανατολισμένη στο παρόν. Ετσι μόνο μπορεί, όπως το Λονδίνο του Ντίκενς και το Παρίσι του Μπαλζάκ, να λειτουργήσει ως ζωντανό και αδιαίρετο σώμα. Στη μεγάλη λογοτεχνία καμιά αληθινή μητρόπολη δεν είναι απλή μεταφορά. Συλλογίζομαι τώρα με μια διάθεση αισιοδοξίας, που την πολλαπλασιάζει το πολυεθνικό πλήθος το οποίο έχει κατακλύσει σήμερα, μετά το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων, το Μοναστηράκι, ότι έστω και αργά θα αποκτήσουμε από πρώτο χέρι τις κυρίαρχες εμπειρίες του 20ού αιώνα αφήνοντας πίσω τα διχαστικά διλήμματα που τις συνόδευαν. Και ότι αυτό το πολεοδομικό κείμενο, που διαβάζεται γραμμικά αλλά λειτουργεί κυκλικά, θα το κωδικοποιήσουμε σε άλλες μορφές αφηγήσεων, που θα προκύψουν τα επόμενα χρόνια. Η Αθήνα μπαίνει στο παρόν με το μέτωπό της στραμμένο στο μέλλον. Και τούτο ίσως φορτίσει εκ νέου ρυθμικά την Ιστορία και τους μύθους της, που θα πρέπει να ξαναζήσουν συμβολικά σε μια πόλη όπου από τα εσωτερικά της σύνορα περνάει ο ζωντανός χρόνος με όλες τις αντιφάσεις είκοσι πέντε αιώνων πολιτισμού, όπως τον βλέπουμε να διαστρωματώνεται μέσα στην αναδιαμορφωμένη πόλη, από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός ως τον Κεραμεικό και από τον Τύμβο του Μαραθώνα ως το Φάληρο. Αυτός ο ανακτημένος χρόνος είναι σήμερα η νέα χώρα των αφηγήσεων.
Το μόνο παράδειγμα στην ελληνική λογοτεχνία όπου πρωταγωνιστεί η πόλη είναι η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης. Ισως γιατί τη Θεσσαλονίκη την έκανε πόλη ο Βενιζέλος μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, αναθέτοντας το έργο στον γάλλο αρχιτέκτονα Ernest Hebrard. Περπατώντας τώρα στην Αποστόλου Παύλου και κοιτάζοντας τον Παρθενώνα και το φωτισμένο Ηρώδειον, αυτό το «λάλον ερείπιο», σκέφτομαι τους μεγάλους οραματιστές της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας: τον Κλεάνθη, τον Τσίλερ, τον Πικιώνη, τον Κανδύλη, που φαντάστηκαν μια Αθήνα αντάξια του ονόματός της. Το σημερινό μεταμορφωμένο άστυ δεν είναι βέβαια εκείνο που ονειρεύτηκαν. Είναι όμως μια μητρόπολη πλέον, ένας τεράστιος νους που «αναπνέει» και ένα υπερ-κείμενο που αναζητεί τους αναγνώστες και τους αφηγητές του.
