ΔΥΟ πολύ συγκεκριμένους στόχους θέτουν οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες για το αυριανό Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο πρώτος είναι να ληφθεί απόφαση για την άμεση σύγκληση του Συμβουλίου Σύνδεσης της Τουρκίας, το οποίο έχει αναβληθεί πολλές φορές τους τελευταίους μήνες. Ο δεύτερος αφορά την ομαλοποίηση των σχέσεων με την Αγκυρα μέσα από την έγκριση δύο κειμένων, της Εκθεσης της Προεδρίας και των Συμπερασμάτων. Το βασικό (κοινό) σημείο των δύο αυτών κειμένων είναι η παρότρυνση προς την Ελλάδα και την Τουρκία να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους μέσω διμερούς διαλόγου και εκείνα που θα παραμείνουν άλυτα να τα παραπέμψουν στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Τέσσερις χώρες η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία ανέλαβαν σειρά διπλωματικών πρωτοβουλιών το τελευταίο διάστημα ώστε να αποκατασταθεί ο έλεγχος του Συμβουλίου επί των σχέσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης με την Τουρκία. Τους τελευταίους δύο μήνες το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τα ψηφίσματά του είχε διαμορφώσει ένα κλίμα αντιπαραθέσεων με την Αγκυρα προκαλώντας σφοδρή ανησυχία στις περισσότερες χώρες – μέλη της Ενωσης ότι μπορεί να οδηγήσουν στην περιθωριοποίηση της Τουρκίας. Τις τριβές αυτές θα προσπαθήσουν να διασκεδάσουν αύριο οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, παρά τις αναμενόμενες ελληνικές αντιδράσεις. Το μήνυμα αυτό εστάλη με καθαρότητα προς την Αθήνα από τις τελευταίες συναντήσεις των πολιτικών διευθυντών και ιδίως με το Σχέδιο των Συμπερασμάτων που υπεβλήθη από την ιρλανδική προεδρία.
Η Αθήνα σε αυτή τη σύνοδο θα κινηθεί στη βάση των παραδοσιακών προσεγγίσεών της, θα επιδιώξει να αποτρέψει την τροποποίηση των θέσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης και θα ζητήσει την επανάληψη των διατυπώσεων του ψηφίσματος της 15ης Ιουλίου. Οι συσκέψεις που έγιναν στο υπουργείο Εξωτερικών την προηγούμενη εβδομάδα διαμόρφωσαν μια τακτική που στηρίζεται στην εκτίμηση πως η Ελλάδα θα πρέπει να συνεχίσει να εστιάζει την προσοχή της στο ότι η Τουρκία εγείρει εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος της και στην ανάγκη για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Σημειώθηκε ακόμη ότι θα πρέπει να αποφευχθεί, σε αυτή τη φάση, η διεύρυνση της θεματολογίας του (ενδεχόμενου) διαλόγου διότι σε μια τέτοια περίπτωση θα πολυδιασπασθούν και θα αποπροσανατολισθούν οι διεθνείς διαδικασίες κατευνασμού της έντασης.
Ο υπουργός Εξωτερικών κ. Θ. Πάγκαλος εξέφρασε την πρόθεσή του να εγείρει ακόμη και βέτο για να αποτρέψει την έγκριση του κειμένου των Συμπερασμάτων, αν και προφανώς οι χειρισμοί θα εξαρτηθούν εν πολλοίς από το κλίμα που θα επικρατήσει στη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών. Η τακτική αυτή ούτως ή άλλως έχει έναν χαρακτήρα προσωρινότητας καθώς αναμένεται η εντός των αμέσως επομένων εβδομάδων εξέταση από το ΚΥΣΕΑ των νέων ιδεών οι οποίες έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί και διερευνούν την εφαρμογή εναλλακτικών πολιτικών σε όλο το φάσμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Οι νέες αυτές ιδέες, τις οποίες συμμερίζονται και προωθούν ο αναπληρωτής υπουργός κ. Γ. Παπανδρέου και ο υφυπουργός Χρ. Ροζάκης, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο για να λειτουργήσουν οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ενωσης και Αγκυρας με τρόπο που να είναι ταυτόχρονα σε όφελος τόσο των ελληνικών συμφερόντων όσο και του εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας. Η κεντρική υπόθεση εργασίας της στρατηγικής αυτής είναι ότι η Ελλάδα δεν έχει κανένα πραγματικό κίνητρο να εμποδίσει την πορεία της Τουρκίας προς την Ευρώπη, αλλά αντίθετα μπορεί να ωφεληθεί από τον εκδημοκρατισμό της, το άνοιγμα των αγορών και τη δημιουργία ενός διευρυμένου πλέγματος επαφών σε όλα τα επίπεδα. Η προσέγγιση αυτή αναμένεται να συναντήσει αντιδράσεις, ορισμένες από τις οποίες θα είναι έντονες, καθώς δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη μια ευρεία συναίνεση για την ελληνική στρατηγική απέναντι στην Αγκυρα. Την κατάσταση θα περιπλέξει και η αντίδραση του κ. Μ. Εβερτ, ο οποίος, για τους δικούς του λόγους, είναι έτοιμος να κατηγορήσει την κυβέρνηση για υποχωρητισμό απέναντι στην Τουρκία. Τι προσδοκά η Αγκυρα
Η ΑΥΡΙΑΝΗ συνεδρίαση του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων έχει προκαλέσει το μέγιστο ενδιαφέρον της Αγκυρας, η οποία του αποδίδει ιδιαίτερη σημασία, εν πολλοίς για τον συμβολισμό που περικλείει παρά για τα πραγματικά αποτελέσματα που θα φέρει. Το κρίσιμο ερώτημα για την Τουρκία είναι αν θα επαναληφθούν διατυπώσεις ανάλογες με εκείνες που περιλαμβάνονται στη Δήλωση της 15ης Ιουλίου και οι οποίες την ενόχλησαν σφοδρά ή αν θα εξασφαλιστεί η διολίσθηση της Ευρώπης προς ηπιότερες θέσεις. Οι τουρκικές πρεσβείες στις χώρες – μέλη της Ενωσης έλαβαν οδηγίες να εκθέσουν προς τις αντίστοιχες κυβερνήσεις τη σταθερή άποψη της Αγκυρας ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές είναι αυστηρά διμερείς και δεν αφορούν τους «15».
Παράλληλα, η τουρκική κυβέρνηση θεωρεί ότι η ελληνική στάση αύριο θα αποτελέσει έναν βασικό παράγοντα της διαμόρφωσης των σχέσεων των δύο χωρών για μια μακρά περίοδο. Η Αγκυρα έχει καταγράψει ιδιαίτερα αρνητικά και δεν κρύβει τη δυσφορία της από το γεγονός ότι ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών κ. Θ. Πάγκαλος δεν απάντησε στην επιστολή της κυρίας Τανσού Τσιλέρ προς τους ομολόγους της των χωρών – μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης παρά την παρέλευση ενός μηνός από την επίδοσή της. Η τουρκική διπλωματία θεωρεί ότι η επιστολή αυτή εισήγαγε ορισμένες ιδέες που θα έπρεπε να έλξουν την προσοχή της Αθήνας.
Παρά την απογοήτευσή της από τη μη απάντηση του κ. Πάγκαλου, η κυρία Τσιλέρ προχώρησε σε μια χειρονομία προς την Αθήνα με νέες δηλώσεις της την περασμένη εβδομάδα. Η θέση που προβάλλει συμπυκνώνεται στη διατύπωση: «Η Τουρκία είναι έτοιμη να αναζητήσει τρόπους που να επιλύουν τα τουρκοελληνικά προβλήματα με διάλογο και μεθόδους σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο χωρίς να αποκλείονται οι μηχανισμοί τρίτου μέρους». Ταυτόχρονα αναφέρεται και στις «ιστορικές ισορροπίες στο Αιγαίο» για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως «αυτά τα προβλήματα αλληλοσυνδέονται και συνιστούν ένα σύνολο το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί ταυτόχρονα». Η τουρκική ιδέα για την ταυτόχρονη αντιμετώπιση των προβλημάτων δεν ισοδυναμεί (διευκρίνιζαν καλά ενημερωμένες πηγές) με την ταυτόχρονη επίλυσή τους ως πακέτου, αλλά με την ταυτόχρονη τοποθέτησή τους στο τραπέζι του διαλόγου.
Η κυρία Τσιλέρ ήταν επί μακρόν αντίθετη με την ανάμειξη «τρίτου μέρους» στις ελληνοτουρκικές διαφορές. Γι’ αυτό άλλωστε όταν ανέλαβε το υπουργείο Εξωτερικών εγκατέλειψε πλήρως το «πακέτο» των προτάσεων που είχε διατυπώσει ο προηγούμενος πρωθυπουργός της Τουρκίας κ. Μεσούτ Γιλμάζ. Ακόμη και προ μηνός στην επιστολή προς τους υπουργούς Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ενωσης αναφέρθηκε μόνο σε κάποιο μηχανισμό ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, αλλά απέφυγε να μνημονεύσει το «τρίτο μέρος». Η πρόσφατη μεταστροφή της ήταν αποτέλεσμα αφενός των συστηματικών παραινέσεων, ακόμη και πιέσεων, από τις Ηνωμένες Πολιτείες και αφετέρου των εισηγήσεων των τούρκων διπλωματών, οι οποίοι διαπιστώνουν ότι το διεθνές κλίμα ελάχιστα ευνοεί τις αδιάλλακτες προσεγγίσεις. ΠΡΟΣ ΠΕΡΙΟΔΟ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ
Η νέα περίοδος της ελληνικής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία θα έχει αναπόφευκτα πολλά από τα χαρακτηριστικά ενός συμβιβασμού. Τα όσα θα γίνουν στο συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών αύριο καθώς και το είδος των τουρκικών αντιδράσεων θα επηρεάσουν σε σημαντικό βαθμό και το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα εξελιχθεί η ανταλλαγή απόψεων στην Αθήνα. Αν η Αγκυρα επιδείξει μετριοπάθεια και αν η Ευρωπαϊκή Ενωση διαμορφώσει μια συγκροτημένη πολιτική για την περιοχή, θα υπάρξουν καλύτερες συνθήκες και για έναν δημιουργικό προβληματισμό στις γραμμές της ελληνικής κυβέρνησης.
