Οι «Αθέατοι» της Ινδίας δεν είναι και τόσο αθέατοι, αφού αυτά τα λείψανα της εποχής των μαχαραγιάδων και των μισομυθικών πριγκίπων αριθμούν ίσως και ένα εκατομμύριο. Κάνουν την εμφάνισή τους σε γάμους και γεννητούρια σε πόλεις και χωριά, θλιβεροί απόηχοι μιας παμπάλαιης σεξουαλικής πρακτικής που μας την εμφανίζει δυναμικά και «ατμοσφαιρικά» η Τζέφρεϊ, μια Ινδοαμερικάνα της Νέας Υόρκης που έζησε χρόνια στην Ινδία και ξέρει να γράφει αυτό που χωρίς να είναι μυθιστόρημα είναι μια παραμυθένια ιστορία, επιστημονικά τεκμηριωμένη.
Απορεί η συγγραφέας που στα τέλη του 20ού αιώνα όχι μόνο υπάρχουν «ίχρας», ευνούχοι, στην Ινδία αλλά πολλοί το θεωρούν αυτό φυσικό. Βρίσκεται στο Νέο Δελχί για ένα γάμο και παρακολουθεί κάποιους άνδρες ντυμένους με γυναικείο σάρι να μπαίνουν στο σπίτι από την πόρτα της υπηρεσίας, να παίρνουν το τουμπελέκι και το ντέφι και να καλοτυχίζουν τη νύφη και τον γαμπρό για κάτι που δεν θα τους το ευχηθεί ποτέ κανένας.
Η Τζέφρεϊ δεν μας δίνει κάποια ιστορία του ευνουχισμού στην Ινδία ούτε παρουσιάζει τη ζωή ενός, τυπικού είτε τυχαίου, ευνούχου. Προτιμά να μας ξεναγήσει μέσα από μια περιήγηση στη μεγάλη χώρα, Ινδία, και να μας βάλει να ακούσουμε τι λένε οι ντόπιοι για τους «ίχρας» τους άλλοι με συμπάθεια, άλλοι αδιάφορα, οι πιο πολλοί με κακεντρέχεια και σαρκασμό.
Εκείνο που καταφέρνει να μας δώσει είναι το συλλογικό πορτρέτο αυτών των «αθέατων», το πορτρέτο μιας όχι πολύ γνωστής πτυχής αναχρονισμού. Ισως απορεί κανείς για το θέμα που διάλεξε να ασχοληθεί μια νεαρή κοπέλα που τριγυρνά στην Ινδία με μπλουτζίν και σκούρο φανελάκι ρωτώντας, ακούγοντας και καταγράφοντας, αλλά «με παρέσυρε αυτός ο τραγικός αναχρονισμός», λέει κάπου. Αλλωστε οι συγγενείς της στην Ινδία, όταν έμαθαν για ποιους ενδιαφερόταν, την απέτρεψαν και της ζήτησαν «να γράψει κάτι άλλο». Ευτυχώς δεν τους άκουσε. Και ο αναγνώστης αποζημιώνεται γι’ αυτό.
