mpitsi@dolnet.gr
Νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) απλοποιεί τη διαδικασία αδειοδότησης των έργων παραγωγής Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), αφού περιορίζει τους γνωμοδοτικούς φορείς για την εγκατάσταση ΑΠΕ από 41(!) που είναι σήμερα σε εννέα. Ακόμη προσδιορίζει πλήρως τους τομείς για τους οποίους ο κάθε φορέας γνωμοδοτεί και θεσπίζει ανώτατα χρονικά όρια για κάθε στάδιο της διαδικασίας. Ετσι, αναμένεται να ανοιχτούν νέοι δρόμοι για τις ιδιωτικές επενδύσεις και να απεγκλωβιστούν σημαντικές δράσεις του Γ’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, οι οποίες καθυστερούν λόγω του γραφειοκρατικού κυκεώνα. Αυτήν τη στιγμή την ΚΥΑ έχουν υπογράψει οι υπουργοί Ανάπτυξης και ΠΕΧΩΔΕ. Για να οδεύσει όμως προς το Εθνικό Τυπογραφείο πρέπει να περάσει και από τα γραφεία των υπουργών Γεωργίας, Πολιτισμού, Μεταφορών και Αμυνας, διαδικασία που θα πάρει αρκετό καιρό.
Ο αδειοδοτικός μαραθώνιος των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) περνά σήμερα από 41 φορείς ενώ ο αριθμός των απαιτούμενων υπογραφών ξεπερνά τις 340! Ανάμεσα στις υπηρεσίες που πρέπει να δώσουν την έγκρισή τους είναι η Διεύθυνση Αλιείας. «Μήπως ενοχληθούν τα ψάρια που περνούν από την κορυφογραμμή όπου βρίσκονται εγκατεστημένες ανεμογεννήτριες» σχολιάζει ειρωνικά ο δρ Ν. Βασιλάκος, μέλος του ΔΣ της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Παραγωγών ΑΠΕ (EREF).
Ενα μεγάλο αγκάθι στη λειτουργία των ΑΠΕ στη χώρα μας αποτελεί η απουσία χωροταξικού σχεδιασμού. «Πρόκειται για ένα έργο 100 φορές δυσκολότερο από το Κτηματολόγιο, το οποίο θεωρώ αδύνατο να προχωρήσει τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον» λέει ο κ. Βασιλάκος. Η όχληση από τις ανεμογεννήτριες έχει αναχθεί σε μείζον περιβαλλοντικό πρόβλημα, με αποτέλεσμα ντόπιοι και εταιρείες παραγωγής ΑΠΕ να καταλήγουν συχνά στα δικαστήρια για το αν η χωροθέτηση των ΑΠΕ είναι νόμιμη ή όχι. «Αυτό αποδίδεται και στην παντελή απουσία της πολιτείας από την αναγκαία ενημέρωση των τοπικών κοινωνιών και φορέων, για τα πολλαπλά πλεονεκτήματα των ΑΠΕ, πράγμα που οδηγεί συχνά στην παραπληροφόρηση και στην εχθρική στάση των τοπικών κοινωνιών έναντι των ΑΠΕ, με τελική συνέπεια την αποτελμάτωση και την εγκατάλειψη των δρομολογημένων έργων ΑΠΕ» λέει ο κ. Κώστας Βολιώτης, από το Πανελλήνιο Δίκτυο Οικολογικών Οργανώσεων.
* Η ανάπτυξη αιολικών πάρκων
Πρόσφατα μάλιστα ο Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας γνωμοδότησε αρνητικά για την εγκατάσταση αιολικών πάρκων ισχύος 109 MW στην περιοχή της Αττικής, σε περιοχές που, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της Ελληνικής Επιστημονικής Ενωσης Αιολικής Ενέργειας δρ Ι. Τσιπουρίδη, «είναι καθ’ όλα συμβατές με την ανάπτυξη αιολικών πάρκων». Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόρριψης «… η συνεισφορά τους στο ενεργειακό ισοζύγιο της Αττικής θα είναι μηδαμινή και δυσανάλογη συγκριτικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που θα προκαλέσουν». Για το ίδιο θέμα το Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (4.10.2002) είχε επισημάνει ότι «τα αιολικά πάρκα της Αττικής θα συμβάλουν στον περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 255.000 τόνους και διοξειδίου του θείου κατά 4.800 τόνους ανά έτος, σε σύγκριση με τη λειτουργία συμβατικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, ενώ θα εξοικονομούνται και 420.000 τόνοι λιγνίτη. Παράλληλα θα εξοικονομούνται και 15.000.000 m3 εισαγόμενου φυσικού αερίου, σε ετήσια βάση, με προφανή οφέλη για την εθνική μας οικονομία».
* Η συμμετοχή στην ηλεκτροπαραγωγή
Ετσι, η εγκατάσταση των 109 MW στην Αττική έχει παγώσει. Την ίδια στιγμή η Ελλάδα δεν έχει ακόμη υιοθετήσει επίσημα, έστω και σε επίπεδο πολιτικής διακήρυξης, τον στόχο του 20,1% για τη συμμετοχή των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή της χώρας (δηλαδή των περίπου 3.000 MW ΑΠΕ ως το 2010) που έχει θέσει η Κοινοτική Οδηγία 2001/77/EC. Ακόμη, η χώρα μας δεν έχει λάβει τα απαραίτητα μέτρα – βάσει των υποχρεώσεων που απορρέουν από το Πρωτόκολλο του Κιότο – για τη μείωση των επικίνδυνων εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου. Οι ΑΠΕ εκτιμάται ότι θα συμβάλουν στην απαιτούμενη μείωση των εκπομπών κατά περίπου 4,4 εκατομμύρια τόνους. «Αν η χώρα μας δεν προχωρήσει άμεσα στη λήψη μέτρων θα πρέπει ή να αγοράσει τα δικαιώματα των υπερβαλλουσών εκπομπών CO2 από την ελεύθερη αγορά ή να υποστεί τις κυρώσεις, οι οποίες εκτός από πολιτικό αναμένεται να έχουν και σημαντικό οικονομικό κόστος» επισημαίνει ο κ. Βασιλάκος. Ακόμη και με μία συντηρητική εκτίμηση της τιμής αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών, της τάξεως των 25 ευρώ/τόνο CO2, προκύπτει ότι μία πιθανή αποτυχία του προγράμματος ανάπτυξης των ΑΠΕ στη χώρα μας θα της κοστίζει περίπου 110 εκατ. ευρώ τον χρόνο, από το 2010 και μετά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι με την ΚΥΑ 15393/2332/05.08.02 των υπουργών Οικονομίας και ΠΕΧΩΔΕ, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια εφαρμογής του νέου περιβαλλοντικού νόμου 3010/02, οι εγκαταστάσεις ΑΠΕ άνω των 5 MW κατατάσσονται στα έργα που είναι πιθανό να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον, όπως τα διυλιστήρια και οι βαριές βιομηχανίες.
* Ο κορεσμός και οι νέοι σταθμοί
Την ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα εμποδίζει και η έλλειψη υποδομής στα δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας σε βασικές ανεμώδεις περιοχές της χώρας (σε Θράκη, Εύβοια / Κυκλάδες και Λακωνία), τα οποία έχουν κορεστεί εδώ και πολύ καιρό και αδυνατούν πλέον να απορροφήσουν την ηλεκτρική ενέργεια από νέους σταθμούς. Επενδύσεις αιολικών πάρκων, συνολικής ισχύος πάνω από 1.200 MW (πολλές από τις οποίες είναι καθ’ όλα ώριμες αδειοδοτικά και χρηματοδοτικά), έχουν μπει στο ψυγείο, περιμένοντας την αναβάθμιση των τοπικών δικτύων μεταφοράς για να «ξεπαγώσουν».
ΙΣΧΥΣ Τι συμβαίνει στην ΕΕ
Το 2002 εγκαταστάθηκαν στη χώρα μας μόνο 4 νέα MW ΑΠΕ ανεβάζοντας την εγκατεστημένη ισχύ σε 276 MW. Την ίδια στιγμή, οι χώρες με τις μεγαλύτερες δυνατότητες παραγωγής αιολικής ενέργειας είναι η Γερμανία (με περισσότερα από 12.000 MW), η Ισπανία (4.830 MW), οι ΗΠΑ (4.685 MW), η Δανία (2.880 MW) και η Ινδία (1.702 MW)! Συνολικά, η παγκόσμια εγκατεστημένη ισχύς από ΑΠΕ έφθασε τα 31.000 MW στα τέλη του 2002, ενέργεια που μπορεί να τροφοδοτήσει 16 εκατομμύρια σπίτια στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η ταχύτερα αναπτυσσόμενη πηγή ενέργειας παγκοσμίως είναι η αιολική ενέργεια με 32% ετήσιο μέσο όρο ανάπτυξης τα τελευταία πέντε χρόνια. «Η διεθνής αγορά αιολικής ενέργειας μπορεί να αξίζει ως το 2010 περί τα 25 δισ. ευρώ. Αυτή τη στιγμή καλύπτει το 2% των ευρωπαϊκών αναγκών» τονίζει ο διευθύνων σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης Αιολικής Ενέργειας κ. Corin Millais.
