Στην Ελλάδα μπορεί να ξαναχορέψω…
Εκανε την πρώτη χορογραφία του το 1983, ύστερα από παρότρυνση του Γίρι Κίλιαν. Από το 1990, ως επικεφαλής του Εθνικού Μπαλέτου της χώρας του που μετονομάζεται έκτοτε η Compania Nacional de Danza, γράφει ιστορία. Κατάφερε να τη μετατρέψει στην πρώτη ομάδα σύγχρονου χορού στην Ισπανία και να την κάνει περιζήτητη σε όλον τον κόσμο για την ποιότητα και το ρεπερτόριό της.
Πόσο εύκολο είναι για έναν καλλιτέχνη να διευθύνει ένα Εθνικό Μπαλέτο και συγχρόνως να χορογραφεί ή και να χορεύει; Δεν προκύπτει κάποιου τύπου διχασμός;
«Ο χορός είναι σκληρή δουλειά, σε μαθαίνει στην πειθαρχία. Από την άλλη πλευρά, με τον χρόνο μαθαίνω να αποδέχομαι τον διχασμό του χαρακτήρα μου. Εχω ευαισθησίες, ξέρω όμως ταυτόχρονα να πατάω γερά τα πόδια μου στη γη. Πολύ θα ήθελα να είμαι διαρκώς με τους χορευτές μου και να δημιουργώ, οφείλω όμως να αντιμετωπίσω συμβόλαια, περιοδείες, συνεννοήσεις με το υπουργείο, όλο αυτό το βάρος της γραφειοκρατικής πραγματικότητας».
Πώς τα πηγαίνετε με τη σημερινή κυβέρνηση;
«Πολύ καλύτερα. Μετά από επτά χρόνια σκληρής δουλειάς, επιτυχιών και διεθνούς αναγνώρισης της ομάδας, ήρθε, όπως ήταν αναμενόμενο, η αναγνώριση και στην Ισπανία. Αν και παραμένω αριστερών πεποιθήσεων ψηφίζω το Σοσιαλιστικό Κόμμα , η δουλειά μιας χορευτικής ομάδας δεν έχει σχέση με τις δικές μου πολιτικές θέσεις».
Είστε ειλικρινής, εκφράζετε ελεύθερα τις απόψεις σας.
«Δεν ξέρω αν είμαι ειλικρινής. Απεχθάνομαι όμως τον εφησυχασμό και το βόλεμα. Μ’ αρέσει να κινητοποιώ τον εαυτό μου και τους άλλους. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να είναι δημόσιος υπάλληλος· είναι αυτός που κάνει τη δουλειά του τρόπο ζωής».
Κάπως έτσι ερμηνεύεται και η απόφασή σας πριν από δύο χρόνια να αφήσετε τόσο πρώιμα τη χορευτική καριέρα; Αλλοι την παρατείνουν επ’ αόριστον και εσείς προτού ακόμη συμπληρώσετε τα 40 θελήσατε να αποχωρήσετε από τη σκηνή.
«Η δύναμη της αδράνειας μας τραβάει προς τα πίσω. Είναι σημαντικό να μπορεί να αλλάζει κανείς χωρίς να φοβάται για να συνεχίζει μετά πιο δημιουργικά αλλού. Μετά από μια δοκιμασία ξαναγεννιέσαι, γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Γιατί οφείλεις να ταυτισθείς με τον καινούργιο σου εαυτό. Δεν μ’ αρέσει να με προλαβαίνουν οι καταστάσεις. Δεν ξέρω, ίσως και τη χορογραφία την εγκαταλείψω κάποια μέρα, όταν αισθανθώ ότι δεν έχω κάτι ουσιαστικό να πω. Να αφήσω χώρο να εκφρασθούν κι άλλοι νεότεροι. Γιατί να συνεχίζεις; Υπάρχουν στιγμές που καταθέτει κανείς ό,τι σημαντικό έχει να πει και μετά συνήθως επαναλαμβάνεται».
Σαν την Γκρέτα Γκάρμπο που αποσύρθηκε νωρίς!
(γέλια) «Για να τη θυμόμαστε πάντα νέα και πολύ ωραία».
Οπως και εσείς που αφήσατε τη σκηνή νέος και ωραίος.
«Στην Ισπανία δεν χορεύω καθόλου εδώ και δύο χρόνια. Αφησα τόπο στους νέους χορευτές μου. Αλλωστε χορογραφία για την ομάδα και διεύθυνση είναι ήδη πολύ βαριά καθήκοντα. Στην Ελλάδα όμως μπορεί να χορέψω λίγο στη “Μεσόγειο”. Μπορεί… Οσο για την ομορφιά, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για ένα χορογράφο».
Είχατε όμως ως χορευτής χαρισματική σκηνική παρουσία.
«Στην οικογένειά μου ήμασταν εννέα αδέρφια και πρέπει να σας πω ότι ποτέ δεν θεωρήθηκα ο ωραίος της οικογένειας. Ας επιστρέψουμε όμως σε αυτό που συζητούσαμε. Είδα την τελευταία δουλειά του Μπεζάρ και στενοχωρήθηκα. Παρ’ ότι δεν έχει τι άλλο να πει, συνεχίζει. Υπήρξε τόσο σημαντικός άνθρωπος για τον χορό… Το ίδιο συμβαίνει και με άλλους χορογράφους. Ο Κάνινγκαμ π.χ. συνεισέφερε πολλά στη δεκαετία του ’60, σήμερα όμως επαναλαμβάνεται και γίνεται κουραστικός».
Το ίδιο συμβαίνει και με χορευτές. Υπάρχει κάποιου είδους ματαιότητα.
«Περισσότερο είναι ο φόβος. Είναι άνθρωποι που χωρίς τον χορό δεν θα μπορούσαν να ζήσουν. Ο χορός τούς απορροφά τόσο που φοβούνται να βγουν στον κόσμο με κάτι άλλο έξω από αυτόν. Σκέφτομαι επίσης χορεύτριες σαν την Αλίσια Αλόνσο ή τη Μάγια Πλισέτσκαγια, τις οποίες όμως δεν παύω να θαυμάζω. Είναι τόσο σκληρό επάγγελμα ο χορός, απαιτεί τόση αφοσίωση…».
Εσείς πώς γίνατε χορευτής;
«Γεννήθηκα στη Βαλένθια το 1957 και μεγάλωσα σε μια εποχή που στην Ισπανία ήταν σχεδόν αδιανόητο για ένα αγόρι να θέλει να γίνει χορευτής. Ημουν νευρικό και απροσάρμοστο παιδί, δεν αγαπούσα το ποδόσφαιρο. Ηθελα από μικρός να γίνω καλλιτέχνης, να κάνω οτιδήποτε και βεβαίως να φύγω από τη Βαλένθια. Οι γονείς μου δεν με εμπόδισαν. Αν είχα μείνει, θα είχα τρελαθεί. Εφυγα λοιπόν 17 χρόνων να σπουδάσω χορό στο Λονδίνο».
Μετά τα Ραμπέρ στο Λονδίνο, περάσατε από τη Μούδρα του Μπεζάρ στις Βρυξέλλες και από εκεί στο στούντιο του Αλβιν Εϊλι στη Νέα Υόρκη. Η χορευτική καριέρα σας ξεκίνησε στα Κούλμπεργκ για να συνεχίσετε ως χορευτής και χορογράφος στο Νέντερλαντς Ντανς Θίατερ του Κίλιαν. Μια 16χρονη πετυχημένη περιπλάνηση που κατέληξε το 1990 σε επιστροφή στην πατρίδα.
«Η επιστροφή ήταν ένα αποφασιστικό σημείο στη ζωή μου. Εφυγα από την Ισπανία όταν ήταν δικτατορία, σχεδόν κυνηγημένος σε ένα κλίμα ανελεύθερο και αντιπνευματικό. Και όταν επέστρεψα βρήκα πολλά θετικά να συμβαίνουν ενώ συγχρόνως έμεναν πολλά να γίνουν, ειδικά στον χορό. Ηταν επιλογή λοιπόν η επιστροφή μου. Με έκανε να αισθάνομαι πραγματικά χρήσιμος».
Τι αλλαγές έχουν επέλθει στα οκτώ χρόνια που είστε καλλιτεχνικός διευθυντής και χορογράφος στην Κομπανία Ναθιονάλ δε Ντάνθα;
«Παρέλαβα μια ομάδα χωρίς ταυτότητα. Αιτία ήταν οι συνεχείς αλλαγές καλλιτεχνικών διευθυντών: είχαν περάσει διαδοχικά πριν από μένα ο Βίκτορ Ούλατε, η Μάρια δε Αβιλα, ο Ρέι Μπάρα και η Μάγια Πλισέτσκαγια. Βεβαίως στην Ισπανία δεν υπήρχε παράδοση κλασικού μπαλέτου ώστε να δημιουργηθεί σε λίγα χρόνια. Χρειάζονται σχολή, στυλ, μια ολόκληρη κουλτούρα και όλα αυτά δεν μεταφυτεύονται. Οπότε όταν ήρθα εγώ, δεν ετίθετο ζήτημα να συνεχίσω σε αυτή τη γραμμή και το ρεπερτόριο άλλαξε ριζικά. Μαζί με τις δικές μου χορογραφίες συχνά έχουμε τέσσερις πρεμιέρες στη σειρά υπάρχουν και έργα των Γίρι Κίλιαν, Γουίλιαμ Φόρσαϊθ, Χανς βαν Μάνεν, Ματς Εκ, Οχάντ Ναχαρίν. Πρόκειται για μια ομάδα σύγχρονου χορού που ερμηνεύει διαρκώς καινούργια έργα».
Στη δουλειά σας μπορεί κανείς να διακρίνει πολλά κλασικά στοιχεία. Κατά τη γνώμη σας, πού έγκειται το σύγχρονο πνεύμα;
«Δυσκολεύομαι με τις ετικέτες. Θα το λέγαμε δουλειά που γίνεται από ανθρώπους που ζουν και δημιουργούν σήμερα. Τον πρώτο καιρό όταν είχα επιστρέψει στην Ισπανία είχα δυσκολία να κατατάξω τον εαυτό μου. Δεν έμοιαζα με αυτούς που αυτοανακηρύσσονταν πρωτοποριακοί χορεύοντας με γκαμπαρντίνες και μπότες ούτε και με τους κλασικούς βεβαίως. Χρησιμοποιώ χορευτές με στέρεα κλασική βάση και μπορεί κανείς να διακρίνει γραμμή, τεχνική, μουσικότητα. Μια ολόκληρη κατηγορία χορογράφων δουλεύει έτσι: ο Κίλιαν, ο Φόρσαϊθ, ο Εκ, ο Κρίστοφερ Μπρους».
Ποια είναι η ιδιαιτερότητα του δικού σας στυλ; Από την πρώτη χορογραφία «Jardi Tancat» (1983) ως σήμερα παρατηρεί κανείς μια εμμονή να εκφράζετε καταστάσεις της ψυχής μέσω της κίνησης;
«Οι χορογραφίες μου έχουν να κάνουν με τον άνθρωπο και τα συναισθήματα, δεν βλέπω τον χορό ως μια τέχνη διακοσμητική. Αυτά τα συναισθήματα επιθυμώ να εκφράζω μέσα από την κίνηση του σώματος χωρίς την προσφυγή σε επιδειξιμανείς σκηνικές λύσεις. Επιπλέον δεν κάνω έργα για τον εαυτό μου, απευθύνομαι στον θεατή γιατί έχω ανάγκη την επικοινωνία μαζί του. Περιμένω κάθε φορά το νεύμα του κοινού. Αν στην αρχή η δουλειά μου έμοιαζε με παράθυρο ανοιχτό στον έξω κόσμο, πιο αυθόρμητη και εξωστρεφής, τελευταία, από το “Por vos muero” (Για σας πεθαίνω) και μετά, γίνεται περισσότερο ενδοσκοπική».
Στο «Por vos muero» εμπνέεστε από παλιά ισπανική μουσική του 15ου-16ου αιώνα και από τους στίχους του Garcilaso de la Vega. Σας ελκύουν παλαιότερες εποχές;
«Εκείνη την εποχή ο χορός ήταν γνήσια λαϊκή έκφραση. Δεν υπήρχε ατομικότητα, πρώτοι χορευτές κλπ. Αργότερα, όταν χάνει το αυθεντικό λαϊκό έρεισμά του, αρχίζει να αφορά τους λίγους. Εγώ αυτό το έρεισμα ζητώ να ξαναβρώ. Από την άλλη πλευρά, δεν αγαπώ μόνο την ποίηση. Συχνά τη συγκρίνω με τον χορό. Γιατί και τα δύο ζητούν μουσική, ρυθμό, ακρίβεια. Η δουλειά που ετοιμάζω αυτόν τον καιρό εμπνέεται από ένα ποίημα του Λόρκα, το “Remanso” (Το καταφύγιο)».
Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του;
«Οχι, δεν σκέφτομαι επετειακά, ήταν απλή σύμπτωση. Το πνεύμα του Λόρκα με πολιορκούσε καιρό και έπρεπε κάτι να κάνω».
Τις χορογραφίες σας τις διαπερνά έντονη μουσικότητα. Είναι κάτι που πρέπει να αποδώσουμε στον δάσκαλο και μέντορά σας Γίρι Κίλιαν;
«Δεν είναι μόνο ο Γίρι. Είναι ότι θεωρώ τη μουσική υπέρτατη τέχνη. Η λογική με την οποία είναι φτιαγμένος ο κόσμος έχει μουσική, ρυθμό· η μουσική είναι η τελείωση του Σύμπαντος. Αγαπώ κατά βάθος τη μουσική περισσότερο από τον χορό. Αλλά ο χορός χρησιμοποιεί τη μουσική και ως έκφραση του σώματος είναι απτός, σε γειώνει. Οι ρίζες μου άλλωστε βρίσκονται στον Νότο».
Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο έχετε τιμήσει τη νότια καταγωγή σας.
«Τις ρίζες σου απλά τις κουβαλάς και σε επηρεάζουν υποδορίως. Δεν είναι συνειδητή κίνηση. Η δουλειά μου, λοιπόν, είναι φυσικό να προδίδει την καταγωγή μου. Οχι γιατί σε μια χορογραφία εμπνέομαι από μεσογειακή μουσική ή γιατί ονομάζω ένα έργο μου “Mediterrania” (Μεσόγειος) όσο γιατί η θάλασσα αυτή ευνόησε τις διασταυρώσεις των πολιτισμών που φέρω εντός μου».
Η Compania Nacional de Danza εμφανίζεται στο Ηρώδειο την Τρίτη και την Τετάρτη, 9 μ.μ.
