Μπορούσαμε να πετύχουμε
Μαρκ Εργκόν: στέλεχος τότε του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSU), για πολλούς ο «κρυφός καθοδηγητής του Μάη», ο άνθρωπος που προσπάθησε να τον βγάλει από τα πανεπιστήμια και να του δώσει πολιτική διέξοδο. Σήμερα είναι συνταξιούχος καθηγητής της Ιστορίας, γράφει βιβλία και ζει αποτραβηγμένος σε ένα αγρόκτημα έξω από τη Νιμ.
Ας προσπαθήσουμε να γυρίσουμε 30 χρόνια πίσω. Ανήκατε, λοιπόν, στο PSU. Είχατε την αίσθηση ότι οδεύατε προς την επανάσταση ή η έκρηξη ήρθε έτσι, απρόοπτα;
«Κατ’ αρχήν το 1968 είχε προηγηθεί η Ιταλία με τα γεγονότα στα πανεπιστήμια και ύστερα ήταν η σειρά της Γερμανίας με τον Ντούτσκε. Νιώθαμε ότι αυτό το κύμα έρχεται προς τα εδώ. Εγώ τότε μαζί με τον Σοβαζό πήγαμε σε μια συνάντηση στη Ρώμη, συνάντηση “Λαών της Μεσογείου”, όπου μετείχαν ακόμη Ιταλοί, Γάλλοι, Γιουγκοσλάβοι, Μαροκινοί… Αυτά συνέβησαν τον Απρίλιο του 1968».
Ποια ήταν τα καθήκοντά σας μέσα στο PSU; Ποιες ήταν οι αρμοδιότητές σας;
«Ημουν μέλος του Εθνικού Γραφείου και κυρίως είχα επωμισθεί τις επαφές με τους νέους και τους φοιτητές».
Το μικρό αυτό κόμμα της Αριστεράς εμφανίζεται να έχει μια εντυπωσιακή παρουσία στον Μάη. Ο Ζεσμάρ είναι PSU, ο Σοβαζό είναι PSU… Και όμως, αντί να καθοδηγεί τα γεγονότα, καθοδηγείται από αυτά. Ακόμη και ο Ζεσμάρ τελικώς διαφοροποιήθηκε στη διάρκεια των γεγονότων…
«Οπως το λέτε, το PSU ήταν μια μικρή οργάνωση. Και επιπλέον με πολλές εσωτερικές διαφορές. Για παράδειγμα, ο Ζεσμάρ ήταν γραμματέας των πανεπιστημιακών αλλά ανήκε στη μειοψηφία του PSU, την “αριστερή μειοψηφία”, ας πούμε».
Σας έχουν αποδώσει την πατρότητα της «λύσης Μεντές – Φρανς» ως διάδοχης λύσης στο γκωλικό καθεστώς που έμοιαζε να καταρρέει.
«Οχι, δεν θα έλεγα ότι είχα την πατρότητα της ιδέας. Η ιδέα ήρθε από τους συνδικαλιστές. Συμφωνούσα όμως και εγώ. Μην ξεχνάτε, πάντως, ότι την εποχή εκείνη ο Μεντές – Φρανς είχε εγκαταλείψει το PSU και ένα μέρος της καθοδήγησης ήταν αυστηρό μαζί του. Η αποδοχή του δεν ήταν αυτονόητη».
Εχει γραφεί, πάντως, ότι από το PSU έφυγε εξαιτίας σας, επειδή είχατε εγκλωβίσει το κόμμα σε μια σεχταριστική γραμμή.
«Αυτό το λέει η γυναίκα του. Δεν νομίζω ότι ήταν έτσι. Εγώ εκτιμούσα πολύ τον Μεντές και πάντως τον εκτιμούσα πολύ περισσότερο από τον Μιτεράν!».
Ας γυρίσουμε στα γεγονότα. Κατά τη διάρκεια της κρίσης ποιος έπαιρνε τις αποφάσεις; Συνεδρίαζε το Εθνικό Γραφείο;
«Επαιρνε αποφάσεις αλλά κατά κανόνα ακολουθούσε τα γεγονότα. Ημουν τότε μαζί με τον Σοβαζό. Εγώ τον είχα φέρει στο PSU και άλλωστε έμενε σπίτι μου, τον φιλοξενούσα. Βλεπόμασταν, λοιπόν, κάθε ημέρα, συνεχώς. Δεν χρειάζονταν ειδικές συνεδριάσεις».
Ακριβώς ίσως εξαιτίας αυτής της σχέσης σας με τον Σοβαζό σάς αποδίδουν μια ειδική επιρροή στα γεγονότα. Και ότι εσείς προωθήσατε μια λύση πολιτικής διεξόδου από τις ταραχές μέσω μιας κυβέρνησης της Αριστεράς υπό τον Μεντές – Φρανς.
«Αυτή την άποψη τη βρίσκω υπερβολική. Δεν νομίζω ότι επί της ουσίας υπήρξε ποτέ η προοπτική μιας τέτοιας λύσης. Ακόμη και η παρουσία του Μεντές στη μεγάλη συγκέντρωση που οργανώσαμε στο γήπεδο του Σαρλετί λειτούργησε υπέρ της αποτυχίας».
Ποιος είχε την ιδέα της συγκέντρωσης στο Σαρλετί;
«Υπήρξε μια μεγάλη διαδήλωση κοντά στο Χρηματιστήριο όπου είχαν γίνει σκληρές μάχες, με ξύλο και τραυματίες. Ηταν μετά την αναγγελία του δημοψηφίσματος από τον Ντε Γκωλ τη νύχτα της 13ης Μαΐου. Ο Σοβαζό είπε τότε ότι πρέπει να γίνει μια νέα διαδήλωση αλλά κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αποφευχθούν οι ταραχές. Τότε έπεσε η ιδέα ενός κλειστού χώρου, ενός σταδίου. Κατά σύμπτωση, ο αδελφός ενός από τα στελέχη του PSU ήταν ταμίας στο στάδιο του Σαρλετί. Και έτσι έκλεισε το Σαρλετί».
Ο Σοβαζό συμφώνησε;
«Ναι, απολύτως! Ολοι είχαν συμφωνήσει. Εκτός από τους κομμουνιστές».
Κατά τη διάρκεια των γεγονότων είχατε επαφή με τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς;
«Με τους σοσιαλδημοκράτες δεν είχαμε ιδιαίτερες σχέσεις· άλλωστε και αυτοί δεν είχαν μεγάλη επιρροή στο φοιτητικό κίνημα. Ο Μιτεράν, μάλιστα, ήταν μάλλον αντίθετος με την εξέγερση, πίστευε ότι τελικώς θα λειτουργήσει υπέρ της κυβέρνησης. Με τους κομμουνιστές οι σχέσεις μας ήταν άθλιες. Ο Ζορζ Μαρσέ είχε αποκαλέσει τον Κον Μπεντίτ “αναρχικό Γερμανοεβραίο” και τους άλλους “παιδιά μικροαστών”».
Γνωρίζατε τον Κον Μπεντίτ πριν από τον Μάιο;
«Οχι, δεν τον γνώριζα. Τότε, στις 13 Μαΐου, ήρθε στη συγκέντρωσή μας στο Σαρλετί. Αλλά πριν δεν τον ήξερα. Αντιθέτως είχαμε καλές σχέσεις με τα διάφορα αυτόνομα φοιτητικά κινήματα και κινήσεις, καθώς και με τους τροτσκιστές του Κριβίν. Με τους μαοϊκούς πάλι οι σχέσεις μας δεν ήταν καλές, παρ’ όλο που βρεθήκαμε στην ίδια πλευρά».
Με την άλλη πλευρά, τη Δεξιά, υπήρξαν επαφές;
«Θυμάμαι μια μέρα που πήγα στη Βουλή με τον Μεντές – Φρανς και τον Ροκάρ. Μερικοί βουλευτές της Δεξιάς μάς χαιρετούσαν, μας έκαναν νοήματα, αυτό ήταν όλο, δεν πήγε παραπέρα. Θυμάμαι μια πολύωρη συζήτηση με τον Μεντές όταν μας ανακοίνωσε ότι θα δεχόταν να συγκροτήσει κυβέρνηση αλλά θα έβαζε μέσα και μερικούς από τους ηγέτες της εξέγερσης, όπως ο Ζεσμάρ. Σε αυτό ήταν αντίθετος ο Μιτεράν και είχε ειπωθεί τότε ότι είχε έρθει σε συνεννόηση με πολιτικούς της Δεξιάς. Δεν μπορείς όμως να ξέρεις ακριβώς. Τότε κυκλοφορούσαν συνεχώς πολλές φήμες. Μας έλεγαν ότι έρχονται τα τανκς, ότι βρίσκονται ήδη στο Φοντενεμπλό. Και φυσικά δεν υπήρχαν τανκς».
Πώς εξηγείτε ότι το Παρίσι γνώρισε μια τέτοια εξέγερση επί ένα μήνα σχεδόν χωρίς να υπάρξουν νεκροί;
«Εχω μια εξήγηση. Δεν ξέρω αν είναι η μόνη. Πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε ο αρχηγός της Αστυνομίας, ο Γκριμό. Ηταν ένας πολύ εντάξει άνθρωπος που προερχόταν από την Αριστερά και επέδειξε σύνεση και μετριοπάθεια. Αντιθέτως, αν είχε διατηρηθεί στη θέση ο προκάτοχός του, ο Μορίς Παπόν, αυτός που καταδικάστηκε τώρα για συνεργασία με τους Γερμανούς, πολύ φοβούμαι ότι θα είχαμε πολλά θύματα. Η παρουσία του Γκριμό στην Αστυνομία αποτελεί για μένα τη βασική αιτία που δεν χύθηκε αίμα».
Τελικώς ήταν αποτυχία ή επιτυχία ο Μάης;
«Επιτυχία ή αποτυχία σε σχέση με τι;».
Σε σχέση με την πολιτική.
«Σε σχέση με την πολιτική ήταν μια αποτυχία. Εμείς ήμασταν μια μικρή οργάνωση που βρέθηκε ξαφνικά στην πρώτη γραμμή των γεγονότων. Δεν μπορούσαμε να αντιληφθούμε τους πραγματικούς συσχετισμούς δυνάμεων. Οπως δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε ότι είχαμε απέναντί μας τον στρατηγό Ντε Γκωλ που δεν ήταν ο οιοσδήποτε. Πιστεύω λοιπόν ότι ήταν μια πολιτική αποτυχία γιατί, ενώ μπορούσαμε να πάρουμε την εξουσία, δεν την πήραμε».
