Ελληνοαμερικανικές σχέσεις: Από τη Γη της Επαγγελίας στον αντιαμερικανισμό

Η Τζένη Λιαλιούτη και ο Κωνσταντίνος Διώγος εξετάζουν την ειδική σχέση ανάμεσα στην Ελλάδα και τις ΗΠΑ και τις διακυμάνσεις που πέρασε από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα.

Ελληνοαμερικανικές σχέσεις: Από τη Γη της Επαγγελίας στον αντιαμερικανισμό

Στα 250 χρόνια της ιστορίας των ΗΠΑ, η σχέση της Ελλάδας με τη χώρα-σήμα κατατεθέν του καπιταλιστικού νεωτερισμού βίωσε φάσεις ισχυρών διακυμάνσεων, προτού διαμορφωθεί σε στενή διπλωματική και αμυντική συμμαχία. Η ελληνική κοινωνία κινήθηκε από τον θαυμασμό για την οικονομική και πολιτισμική πρωτοπορία των αμερικανικών μητροπόλεων στην εχθρικότητα για την κατά περιόδους επεμβατικότητα της Ουάσιγκτον στις ελληνικές πολιτικές υποθέσεις. Η γενικά θετική εικόνα για τις ΗΠΑ τον 19ο αιώνα έδωσε τη θέση της στον ισχυρό αντιαμερικανισμό που χαρακτήρισε την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.

Η Τζένη Λιαλιούτη, επίκουρη καθηγήτρια Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ και συγγραφέας του βιβλίου Ο αντιαμερικανισμός στην Ελλάδα, 1947-1989 (εκδ. Ασίνη, 2016) και ο Κωνσταντίνος Διώγος, διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και συγγραφέας του βιβλίου Το όραμα των Ελλήνων για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2024), μιλούν στο «Βήμα» για το πώς βλέπουν διαχρονικά οι Ελληνες τις ΗΠΑ.

Η «Χρυσή Εποχή» του 19ου αιώνα

«Πρώτος σταθμός σε αυτή την πορεία είναι το 1821 και η ανάγκη πολιτειακής και θεσμικής συγκρότησης της Ελλάδας, που στρέφει το βλέμμα των επαναστατημένων Ελλήνων στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Οι ΗΠΑ αποτελούν το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο δημοκρατίας στον κόσμο – ήταν μαζί με την Ελβετία τα μόνα αβασίλευτα κράτη στην υφήλιο. Το ενδιαφέρον είναι τόσο μεγάλο που γεννάει και τον πρώτο “αμερικανολόγο” της εποχής, τον Αδαμάντιο Κοραή, ο οποίος έχει μεγάλη γνώση για τις αμερικανικές εξελίξεις και προσπαθεί να την μεταδώσει στους συνοδοιπόρους του. Υπάρχει στις ΗΠΑ, την ίδια περίοδο, αυτό που αποκαλείται “ελληνικός πυρετός”, δηλαδή ένα κίνημα φιλελληνισμού που κορυφώθηκε το 1828 με μαζικές αποστολές τροφίμων με στόχο να ανακουφίσουν τα γυναικόπαιδα και τους πρόσφυγες» μας λέει ο κ. Διώγος.

«Δεύτερος σταθμός είναι το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, η περίοδος του Χαρίλαου Τρικούπη, που ταυτίζεται με την ανάγκη για εκσυγχρονισμό της χώρας. Συμπίπτει χρονικά με τη “Χρυσή Περίοδο” των ΗΠΑ, που ορίστηκε από τη ραγδαία ανάπτυξη, την έντονη αστικοποίηση, την αλματώδη βιομηχανική πρόοδο, το εργατικό κίνημα και την αύξηση των ημερομισθίων. Το ελληνικό αίτημα για εκσυγχρονισμό, λοιπόν, διαμορφώθηκε με σημείο αναφοράς τις μεγάλες αμερικανικές πόλεις όπως η Νέα Υόρκη ή το Σικάγο, που έμοιαζαν πόλεις του μέλλοντος. Μετά την ελληνική πτώχευση του 1893, βλέπουμε μια αμφισβήτηση της ίδιας της έννοιας του εκσυγχρονισμού, επομένως αμφισβητείται και ο αμερικανικός τρόπος ζωής, κατεξοχήν νεωτερικός. Εδώ διακρίνουμε έναν πρώιμο αντιαμερικανισμό, στα πλαίσια ενός αντιδυτικισμού, μιας ανάγκης για επαναπροσέγγιση με παραδοσιακές αξίες. Τρίτος σταθμός είναι η περίοδος της μαζικής μετανάστευσης, από την αρχή της δεκαετίας του 1890 έως το 1924 και την ψήφιση στις ΗΠΑ του Νόμου περί Μετανάστευσης που επέβαλε αυστηρές ποσοστώσεις, μειώνοντας δραματικά τον αριθμό των μεταναστών. Στην Ελλάδα δημιουργούνται αντίρροπες δυνάμεις, με όσους επωφελούνται οικονομικά (πλοιοκτήτες, ναυτιλιακοί πράκτορες, πολιτευτές, ειδικές μεταναστευτικές εφημερίδες κ.ά.) να στηρίζουν τη μετανάστευση, ενώ όσοι βρίσκονται στον αντίποδα μιλούν για “εθνική πληγή” και σκιαγραφούν μια αστική δυστοπία στις ΗΠΑ αντί για μια καλύτερη ζωή. Τελευταίο κομβικό σημείο είναι ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το αποκορύφωμα της πολιτικής κατανάλωσης των ΗΠΑ για εσωτερική χρήση. Οι βασιλικοί αποθεώνουν τον αμερικανό πρόεδρο ως φιλειρηνιστή όσο οι ΗΠΑ είναι ουδέτερες και όταν τελικά μπαίνουν στον πόλεμο, τον Απρίλιο του 1917, η συμπάθεια αλλάζει στρατόπεδο και οι ΗΠΑ γίνονται το βασικό επιχείρημα των βενιζελικών υπέρ του πολέμου» προσθέτει ο κ. Διώγος.

Επισημαίνει ότι υπάρχει ήδη από το πρώτο διάστημα επαφής των δύο χωρών «μια σχέση αγάπης και μίσους»: «Οι ΗΠΑ είναι μια χώρα που λατρεύουμε και ταυτόχρονα λατρεύουμε να μισούμε, γιατί σε αυτήν καθρεφτίζονται οι φιλοδοξίες και οι διαψεύσεις μας ως έθνος. Ο Ελληνας είναι φιλοαμερικανός ή αντιαμερικανός εκείνη την περίοδο αναλόγως με το πόσο καλά δουλεύει το αμερικανικό παράδειγμα για την Ελλάδα».

Δεξιός και αριστερός αντιαμερικανισμός

«Ο ελληνικός αντιαμερικανισμός ξεκινάει από τα αριστερά του πολιτικού φάσματος, λόγω της εμπλοκής των ΗΠΑ στον εμφύλιο πόλεμο μέσα από το Δόγμα Τρούμαν και την παροχή οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας στους νικητές. Ομως από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, το φαινόμενο διαχέεται στα δεξιά της πολιτικής σκηνής λόγω του Κυπριακού. Είναι μια φάση όπου ο αντιαμερικανισμός συναντά τον ελληνικό εθνικισμό. Ταυτόχρονα συμβαίνει μια πολιτισμική αντίδραση στην αμερικανική επιρροή, από τον εκσυγχρονισμό των ηθών μέχρι τους ρόλους των δύο φύλων και τη διάδοση πολιτιστικών προϊόντων όπως η τζαζ ή οι κινηματογραφικές ταινίες. Συντηρητικές εφημερίδες όπως η “Καθημερινή” φιλοξενούν έναν έντονα καταγγελτικό λόγο για αυτά τα πολιτιστικά προϊόντα που συναντάται και σε αριστερά έντυπα όπως η “Αυγή”. Και φυσικά στα κείμενα της ελληνικής Εκκλησίας, όπως της Ιεράς Συνόδου, που ζητούν την απαγόρευση αμερικανικών ταινιών» μας λέει η κυρία Λιαλιούτη.

«Στη δεκαετία του 1960 και τον κύκλο πολιτικής έντασης που ανοίγουν οι εκλογές του 1961 και κορυφώνεται στα Ιουλιανά, υποχωρεί ο παραδοσιακός διαχωρισμός εθνικόφρονες – μη εθνικόφρονες και διαμορφώνεται η διαιρετική τομή Δεξιά – Αντιδεξιά. Ο αντιαμερικανισμός σε αυτό το πλαίσιο γίνεται ερμηνευτικό εργαλείο για την αντιδεξιά δυναμική. Αλλάζει ως φαινόμενο ποιοτικά χαρακτηριστικά την περίοδο της δικτατορίας, κορυφώνεται με την τραγωδία της Κύπρου και επιτρέπει στη Μεταπολίτευση να ενσωματωθεί σε ένα ενιαίο εθνικό αφήγημα που εξηγεί τη δικτατορία και την τουρκική εισβολή στη Μεγαλόνησο» προσθέτει.

Εγινε τελικά ο αντιαμερικανισμός συγκολλητική ουσία για την ελληνική κοινωνία μετά τη Μεταπολίτευση; «Ναι, εξελίχθηκε σε ένα συμπεριληπτικό εθνικό αφήγημα το οποίο καλλιεργούσε και μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος που ήθελε να μετακυλήσει την ευθύνη στον εξωτερικό παράγοντα. Ετσι υποβάθμισε πρότερες εσωτερικές διαιρέσεις, για αυτό αγκαλιάστηκε από μεγάλη μερίδα της κοινωνίας» λέει η κυρία Λιαλιούτη. Προσθέτει ότι στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 ο αντιαμερικανισμός μπήκε σε ύφεση. «Διατηρείται ως τελετουργικό σε κινητοποιήσεις ή σε επίπεδο πολιτικής επικοινωνίας αλλά έχει απολέσει τον ριζοσπαστισμό των πρώτων χρόνων. Ο πολιτιστικός εξαμερικανισμός και η καταναλωτική κουλτούρα συμβάλλουν επίσης σε αυτή την κατεύθυνση» υπογραμμίζει. Ο αντιαμερικανισμός, προσθέτει, τροφοδοτήθηκε από πραγματικά ιστορικά γεγονότα αλλά η πολιτική πρόσληψη του προσέδωσε διαφορετικές αναγνώσεις ανά χρονική περίοδο.

«Τα χρόνια των Μνημονίων, ο αντιγερμανισμός αντικατέστησε εν μέρει τον εξωτερικό εχθρό και η θετική αποτίμηση της προεδρίας Ομπάμα συνέβαλε στην ύφεση του αντιαμερικανισμού. Συνεχίζει να υπάρχει ωστόσο ως κληρονομιά, ως ένα υπόστρωμα ερμηνευτικών σχημάτων που ενεργοποιείται ανάλογα με τη συγκυρία» καταλήγει η κυρία Λιαλιούτη περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο επιβιώνει σήμερα.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version