Η Βενεζουέλα, που έχει επανέλθει στα πρωτοσέλιδα μετά τις εξελίξεις που πυροδότησε η στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ για τη σύλληψη και μεταφορά του Νικολάς Μαδούρο σε αμερικανικό έδαφος, δεν θεωρούνταν απλώς μια όμορφη χώρα. Για δεκαετίες αποτελούσε έναν από τους πιο εξωτικούς και προνομιούχους προορισμούς ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής.
Η γοητεία της πήγαζε από μια μοναδική γεωλογική και βιολογική ποικιλομορφία που δύσκολα συναντά κανείς συγκεντρωμένη σε μία μόνο χώρα. Ξεκινώντας από το Εθνικό Πάρκο Canaima, με τα επιβλητικά tepuis – τα επίπεδα βουνά που υψώνονται σαν πέτρινα τραπέζια μέσα από τη ζούγκλα – και τον Salto Angel (αλλιώς γνωστό ως Angel Falls), τον ψηλότερο καταρράκτη του κόσμου, και φτάνοντας στο αρχιπέλαγος Los Roques με τα περισσότερα από 300 νησάκια και κοραλλιογενείς υφάλους.
Οι Ανδεις με τις χιονισμένες κορυφές και τα ορεινά χωριά (Estado Mérida), η ζούγκλα του Αμαζονίου με την εκρηκτική βιοποικιλότητα, η τεράστια τροπική πεδιάδα Los Llanos με την άγρια ζωή και η Médanos de Coro με τις αμμοθίνες της, μια μικρή Σαχάρα δίπλα στη θάλασσα, είναι μερικά μόνο από τα «μαγικά συστατικά» αυτής της ονειρεμένης χώρας. Μιας χώρας που επειδή μπορούσε να προσφέρει στον επισκέπτη το «απόλυτο πακέτο» απευθύνθηκε τουριστικά και σε ανθρώπους με μεγάλα πορτοφόλια, δημιουργώντας ένα τοπίο με έντονες αντιθέσεις ανάμεσα σε εκείνο που βίωνε ο εύρωστος οικονομικά τουρίστας και στην καθημερινή πραγματικότητα των κατοίκων.

Καράκας, μια πρωτεύουσα δύο ταχυτήτων
Πριν από τη μακρόχρονη κρίση που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και κορυφώθηκε μετά το 2010, το Καράκας ήταν μια από τις πλουσιότερες και ταχύτερα αναπτυσσόμενες πρωτεύουσες της Λατινικής Αμερικής. Λόγω και της πετρελαϊκής άνθησης συγκέντρωνε κεφάλαιο, μεσαία και ανώτερη τάξη και έντονη κατανάλωση. Διέθετε εμβληματικά δείγματα μοντερνισμού, με κορυφαία την Πανεπιστημιούπολη του μοντερνιστή αρχιτέκτονα Κάρλος Ραούλ Βιγιανουέβα (σήμερα Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO), αλλά και ουρανοξύστες, εντυπωσιακούς αυτοκινητοδρόμους και αστικό σχεδιασμό που τη δεκαετία του ’60 θεωρούνταν αιχμή του δόρατος.
Η πόλη είχε έντονη nightlife σκηνή, διεθνή εστιατόρια, μπαρ και clubs που συγκρίνονταν με εκείνα μεγάλων μητροπόλεων της ηπειρωτικής Αμερικής, ισχυρή καλλιτεχνική ζωή, μουσεία, θέατρα και διασυνδέσεις με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Ολα αυτά βεβαίως συνυπήρχαν με βαθιές κοινωνικές ανισότητες. Οι παραγκουπόλεις (barrios) με την αυξημένη εγκληματικότητα φιλοξενούσαν χιλιάδες κόσμου ακόμη και στις «χρυσές» δεκαετίες. Η εικόνα της ευημερίας αφορούσε και αφορά ένα σημαντικό – αλλά όχι καθολικό – κομμάτι της πόλης, αν και αυτό δεν το έβλεπαν οι τουρίστες που κινούνταν μόνο στις ασφαλείς περιοχές.

Ξενοδοχείο Humboldt, ένα μνημείο της ελίτ
Ετσι, στο Καράκας, η συνοικία Las Mercedes έγινε το επίκεντρο μιας προστατευμένης «φούσκας» («burbuja»), όπου οι επιπτώσεις της οικονομικής κατάρρευσης μοιάζουν να μη φτάνουν ποτέ. Εκεί, τα νέα γυάλινα κτίρια στεγάζουν luxury showrooms με Ferrari και Porsche, τα rooftop bars προσφέρουν θέα στο επιβλητικό όρος El Avila με τη συνοδεία ακριβής σαμπάνιας, ενώ τα bodegones (παντοπωλεία πολυτελείας που εμφανίστηκαν μαζικά κατά την οικονομική κρίση) προσφέρουν εισαγόμενα προϊόντα από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, τα οποία παραμένουν απρόσιτα για το 95% του πληθυσμού.
Oλα αυτά την ώρα που το ηλεκτρικό δίκτυο και η υδροδότηση στην υπόλοιπη χώρα καταρρέουν. Ξενοδοχεία όπως το ιστορικό Humboldt – σκαρφαλωμένο στην κορυφή του βουνού και προσβάσιμο με τελεφερίκ – αποτελούν το σύμβολο μιας αναγεννημένης ελίτ. Το εμβληματικό κατάλυμα ονομάστηκε προς τιμήν του γερμανού φυσιοδίφη και εξερευνητή Αλεξάντερ φον Χούμπολτ, ο οποίος μεταξύ 1799 και 1804 εξερεύνησε τη Λατινική Αμερική. Σχεδιάστηκε από τον βενεζουελάνο αρχιτέκτονα Τομάς Χοσέ Σανάμπρια ως πύργος 19 ορόφων με 70 δωμάτια και πανοραμική θέα 360 μοιρών. Εγκαινιάστηκε στις 29 Δεκεμβρίου 1956, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μάρκος Πέρες Χιμένες, και αρχικά λειτούργησε υπό διαχείριση συνεργαζόμενη με τη Sheraton ως πολυτελές θέρετρο με πισίνα, μπαρ, εστιατόριο και ντίσκο. Αυτό μέχρι το 1961, οπότε έκλεισε λόγω έλλειψης συντήρησης και βλαβών στο τελεφερίκ. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 παραχωρήθηκε ξανά στη Sheraton, αλλά μετατροπές και οικονομικές δυσκολίες οδήγησαν σε νέο κλείσιμο.
Κατά την περίοδο 1970-1990 χρησιμοποιήθηκε περιστασιακά για κρατικές και εκπαιδευτικές λειτουργίες. Το ξενοδοχείο γνώρισε αλλεπάλληλες περιόδους εγκατάλειψης, αλλά ύστερα από εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης επαναλειτούργησε το 2018, για να θεωρείται μέχρι και σήμερα σύμβολο του παλιού μεγαλείου της χώρας – και συγχρόνως, της άνισης κατανομής του πλούτου της. Η διανυκτέρευση κοστίζει από 370 ως 600 δολάρια, ανάλογα με την περίοδο. Αυτό τη στιγμή που στη χώρα, σύμφωνα με εκτιμήσεις και ανεξάρτητες αναλύσεις, ο μέσος μηνιαίος μισθός στον δημόσιο τομέα κυμαίνεται μεταξύ 100 και 160 δολαρίων και στον ιδιωτικό μεταξύ 200 και 240 δολαρίων.

Η Las Mercedes εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις πιο κοσμοπολίτικες περιοχές του Καράκας: επιχειρηματικό κέντρο και γαστρονομικός προορισμός με έντονη νυχτερινή ζωή. Φιλοξενεί πάντα γραφεία πολυεθνικών και τοπικών εταιρειών, τράπεζες, πρεσβείες, επιχειρηματικά hubs, πολυτελή ξενοδοχεία και serviced apartments. Είναι μια γειτονιά που λειτουργεί πολύ έντονα την ημέρα ως business district και το βράδυ ως κέντρο διασκέδασης, γι’ αυτό και συχνά παρουσιάζεται ως η «βιτρίνα» της σύγχρονης Βενεζουέλας.
Μια άλλη πολύ καλή περιοχή είναι η La Castellana, όπου λειτουργεί το πολυτελέστερο αυτή τη στιγμή ξενοδοχείο της πόλης, το Cayena Caracas. Σχεδιασμένο σαν αναγεννημένη casona colonial (μεγάλη κατοικία με παραδοσιακή αρχιτεκτονική), με εσωτερικούς κήπους και νεοκλασική αισθητική, συνδυάζει παραδοσιακή ατμόσφαιρα με σύγχρονες ανέσεις. Αποτελεί αγαπημένο σημείο διαμονής για διπλωμάτες, επιχειρηματίες και καλλιτέχνες όταν επισκέπτονται το Καράκας, λόγω του υψηλού επιπέδου, της ασφάλειας και της ιδιωτικότητας που προσφέρει. Οι τιμές ξεκινούν από τα 420 δολάρια ανά διανυκτέρευση για να ξεπεράσουν τα 1.300 για τη σουίτα με θέα στο βουνό.
Το αρχιπέλαγος των διασημοτήτων
Εξω από το Καράκας, αν υπάρχει ένας τόπος όπου η σκληρή κοινωνική πραγματικότητα της στεριάς μοιάζει να χάνεται, αυτός είναι το αρχιπέλαγος Los Roques. Πρόκειται για ένα εθνικό πάρκο στην Καραϊβική με κοραλλιογενή νησιά και νερά που θυμίζουν Μαλδίβες και άλλους τέτοιους προορισμούς. Εδώ δεν υπάρχουν μεγάλα ξενοδοχεία, για λόγους προστασίας του πανέμορφου περιβάλλοντος, παρά μόνο πανδοχεία (posadas) που φιλοξενούν ελάχιστους επισκέπτες.
To Sabbia By LD είναι από τα πιο πολυτελή, με τις τιμές ανά διανυκτέρευση να ξεπερνούν τα 650 δολάρια. Οι διασημότητες (ανάμεσά τους, λατινοαμερικανοί ποδοσφαιριστές και μοντέλα) και οι επιχειρηματίες φτάνουν με ιδιωτικά αεροπλάνα στον μικρό διάδρομο προσγείωσης, αναζητώντας την απόλυτη ιδιωτικότητα, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα και την κοινωνική αναταραχή.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα (τα οποία βεβαίως είναι δύσκολο να επιβεβαιωθούν), τα τελευταία χρόνια έχουν μεταξύ άλλων επισκεφθεί το αρχιπέλαγος ο Χάρισον Φορντ, ο Μικ Τζάγκερ (τακτικός θαμώνας των πολυτελών posadas) και ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ.

Εθνικό Πάρκο Canaima
Στο νότιο τμήμα της χώρας, ο τουρισμός υψηλών προδιαγραφών παίρνει τη μορφή της εξερεύνησης. Στο Εθνικό Πάρκο Canaima, εκεί όπου όπως γράψαμε βρίσκεται ο ψηλότερος καταρράκτης του κόσμου, ο Salto Angel των 979 μέτρων, έχουν δημιουργηθεί αρκετές οικολογικές μονάδες φιλοξενίας (eco-lodges) πολυτελείας.
Η εμπειρία ενός ταξιδιού στην περιοχή περιλαμβάνει πτήσεις πάνω από τα αρχέγονα tepuis (τραπεζοειδή όρη) και διαμονή σε σουίτες που συνδυάζουν το design με τον σεβασμό στο περιβάλλον. Η περιοχή έχει εξελιχθεί σε έναν «παράδεισο» προσβάσιμο σε εκείνους που μπορούν να διαθέσουν μερικές χιλιάδες δολάρια για λίγες ημέρες επαφής με το μεγαλείο της φύσης – χωρίς να αποκλείονται και οι πιο οικονομικές λύσεις.
Παράλληλες πραγματικότητες
Πίσω από τη χώρα που είδε το νόμισμά της να εξανεμίζεται και εκατομμύρια παιδιά της να αναζητούν την τύχη τους στο εξωτερικό, πίσω από τους τίτλους των ειδήσεων για τον πληθωρισμό και την πολιτική κρίση, υπάρχει πάντα μια άλλη Βενεζουέλα, εκείνη που απευθύνεται σε όσους διαθέτουν τα μέσα να τη γνωρίσουν και να την απολαύσουν υπό διαφορετικούς όρους. Η luxury πλευρά της χώρας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πολιτική κατάσταση. Πολύ μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού εξακολουθεί να ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.
Την ίδια στιγμή, η Βενεζουέλα κατέχει παγκόσμια πρωτιά στα καλλιστεία με 24 τίτλους έως το 2025, μεταξύ άλλων με επτά «Miss Universe» και με έξι «Miss World». Τα προηγούμενα χρόνια οι τουρίστες που επισκέπτονταν μέρη όπως το Canaima ζούσαν μέσα σε μια «χρυσή φούσκα», προστατευμένοι από ιδιωτικές φρουρές, απολαμβάνοντας έναν προορισμό που για τους ίδιους προσλάμβανε διαστάσεις ονείρου, ενώ για τους ντόπιους παρέμενε ένα δυσχερές πεδίο μάχης για την καθημερινή επιβίωση.
Σήμερα, ωστόσο, ακόμη κι αυτή η παράλληλη, αποστειρωμένη πραγματικότητα έχει καταρρεύσει. Μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και την αλυσιδωτή έκρηξη γεγονότων που ακολούθησαν η χώρα έχει βυθιστεί σε μια νέα περίοδο απόλυτης αβεβαιότητας, με τις μετακινήσεις και τις βασικές υποδομές να λειτουργούν αποσπασματικά. Ο τουρισμός – πολυτελής ή μη – έχει ουσιαστικά παύσει, αφήνοντας πίσω του άδεια lodges και αεροδρόμια και έναν τόπο που, έστω και προσωρινά, έχει σταματήσει να προσποιείται ότι μπορεί να πουλήσει το όνειρο της απόδρασης. Και που προσπαθεί ο ίδιος να αποδράσει από την αδράνεια και τη δυστοπία και να επαναδιατυπώσει την ίδια του την ύπαρξη, αναζητώντας μια έξοδο προς μια στοιχειώδη κανονικότητα, όπου η επιβίωση και η αξιοπρέπεια προηγούνται κάθε πρόσκαιρης λάμψης.
