Οι Χρυσές Σφαίρες! Χωρίς αμφιβολία, το πιο σημαντικό γεγονός παγκοσμίως αυτή τη στιγμή» είπε, και όλοι γέλασαν, γιατί ήταν προφανώς ένα ειρωνικό αστείο το οποίο, ενδεχομένως, αναφερόταν στη συνταγματική εκτροπή και την κατάλυση του διεθνούς δικαίου εκ μέρους της κυβέρνησης Τραμπ, ή, ποιος ξέρει, στις διαδηλώσεις στο Ιράν που έχουν μέχρι στιγμής (επιβεβαιωμένους) πάνω από 2.500 νεκρούς.
Μια διάσημη ηθοποιός, λαμβάνοντας αργότερα το βραβείο της, είπε: «Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν σήμερα. Εριξα ήδη το κράξιμό μου νωρίτερα, στο κόκκινο χαλί, οπότε δεν θα το κάνω τώρα. Αλλά σας ευχαριστώ. Ας κάνουμε όλοι το σωστό». Και όπως ήταν λογικό καταχειροκροτήθηκε, γιατί το να κάνεις το σωστό είναι σημαντικό πράγμα και πολύ δύσκολο, ειδικά στην εποχή μας, μια «πολύ σημαντική εποχή για να κάνουμε ταινίες» όπως είπε άλλος βραβευθείς (καταχειροκροτήθηκε, ευτυχώς). Στο προαναφερθέν κόκκινο χαλί, εξάλλου, πολλοί σελέμπριτι ανεβοκατέβαιναν με καρφιτσωμένες κονκάρδες που έγραφαν BE GOOD· αναφέρονταν φυσικά στη δολοφονία της Αμερικανίδας Ρενέ Γκουντ από πράκτορες του ICE, δηλώνοντας την αγανάκτησή τους με φινέτσα. Ενας άλλος νικητής απήγγειλε μερικούς στίχους απ’ το «One Love» του Μπομπ Μάρλεϊ. Εντάξει, αυτό κάπως αφαιρετικό, αλλά και πάλι, όντως στην εποχή μας οφείλουμε να get together, and feel alright.
Αλλά μάλλον είναι άδικο να κρίνουμε τους καλλιτέχνες γιατί δεν κράτησαν μια πιο ουσιαστικά πολιτική στάση στις Χρυσές Σφαίρες. Γιατί είναι κρίμα κι άδικο να περιμένουμε την οποιαδήποτε ουσιαστικά πολιτική δραστηριότητα στη σόουμπιζ, τον βασικό εκφραστή των αξιών του ισχύοντος συστήματος εξουσίας. Από την άλλη, το ισχύον σύστημα εξουσίας έχει αγριέψει επικίνδυνα. Και, θεωρητικά, στην περίπτωση αυτή δεν μιλάμε απλά και μόνο για σόουμπιζ. Μιλάμε για κινηματογράφο. Δηλαδή για τέχνη.
Οταν ο Μπρεχτ ρωτούσε «Θα τραγουδούν οι άνθρωποι και στους σκοτεινούς καιρούς;» κι απαντούσε «Ναι, θα τραγουδούν· για τους σκοτεινούς καιρούς» σίγουρα δεν εννοούσε Μπομπ Μάρλεϊ, αλλά μπορεί και να μην είχε φανταστεί το επίπεδο στο οποίο η καλλιτεχνική παραγωγή θα εξημερωνόταν, θα αφοπλιζόταν, θα τυποποιούνταν, φωτοτυπούνταν, θα αποποιούνταν των δυνάμεών της, γιατί ευθύνες μπορεί και να μην είχε ποτέ για να τις αποποιηθεί τώρα· αυτό που είχε και αποποιήθηκε είναι τη δύναμή της να αναλαμβάνει την ευθύνη.
Το Netflix, σχεδόν σίγουρα, θα εξαγοράσει τη Warner Bros, έναντι 83 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Πράγμα που για πολλούς σημαίνει το τέλος του Χόλιγουντ – και κατ’ επέκταση του κινηματογράφου – όπως το ξέρουμε, και τον θάνατο της κινηματογραφικής αίθουσας. Το πτώμα της αίθουσας, στη συνέχεια, θα κατασπαραχθεί από το streaming, όπου ο καθένας μπορεί να δει ό,τι του αρέσει, για όσο του αρέσει. Το μοντέλο streaming βασίζεται φυσικά στην πληρωμή συνδρομής. Για να πληρώνει κανείς σταθερά τη συνδρομή του, θα πρέπει να του προσφέρεται σταθερά λαχταριστό περιεχόμενο προς κατανάλωση.
Ποιο περιεχόμενο, λοιπόν, είναι λαχταριστό; Το ερώτημα δεν είναι ελιτίστικο, η απάντηση ξεπερνά τα κινηματογραφικά είδη. Λαχταριστό περιεχόμενο, στατιστικά, είναι το «ασφαλές» ή αλλιώς το ακίνδυνο περιεχόμενο· ακίνδυνο τόσο από την πλευρά του παρόχου, όσο κι από την πλευρά του καταναλωτή. Περιεχόμενο προβλέψιμο ως προς τη θεματολογία, το είδος, ακόμα και τους χαρακτήρες του. Συνταγή πετυχημένη που δεν αλλάζει. Remakes και reboots, sequels και prequels, μια κωμωδία που μοιάζει με εκείνη την κωμωδία, ένα θρίλερ που παίζει εκείνη από εκείνο το θρίλερ.
Είναι κοινοτοπία να πούμε ότι στον καπιταλισμό η τέχνη είναι προϊόν. Η καινοτομία, εν προκειμένω, είναι η τέχνη – που δεν είναι τίποτα άλλο εκτός από – προϊόν. Στην ώρα της κρίσης, που θα έπρεπε να είναι «ένα πολεμικό όργανο άμυνας και επίθεσης απέναντι στον εχθρό» όπως είχε πει ο Πικάσο, η τέχνη της κυρίαρχης κουλτούρας ανακυκλώνεται, μαζί της ανακυκλώνει ακίνδυνες ιδέες και θεματικές, ενώ απαιτεί οι διάλογοι στην οθόνη να είναι αρκετά απλοϊκοί ώστε να καταλαβαίνουν τι γίνεται οι θεατές που παράλληλα σκρολάρουν στα κινητά τους.
Πριν από μερικά χρόνια θα ήταν μίζερο να παραπονεθούμε ότι η τάδε ρομαντική κομεντί είναι γλυκανάλατη, ή ότι το τάδε μπλοκμπάστερ είναι αμερικανιά. Ο κόσμος όμως έχει αλλάξει τόσο δραματικά και τόσο ραγδαία που πολλή από την τέχνη που καταναλώναμε πια μοιάζει με αναμνηστικό, η ιστορική σημασία του οποίου έχει αναθεωρηθεί. Εχει απογυμνωθεί τόσο που πια ξεπροβάλλουν τα βασικά συστατικά στοιχεία της, οι πυλώνες πάνω στους οποίους στεκόταν, η οπτική του κόσμου που (ως επί το πλείστον) εξέφραζε. Το ξόρκι της σόουμπιζ έσβησε, πίσω απ’ τις χρυσές κουρτίνες υπήρχε πάντα τέντα τσίρκου κι εμείς δεν ζούμε στη Δύση που ζούσαμε, δεν είμαστε ασφαλείς, δεν είμαστε όμως και φαντασιόπληκτοι. Αλλά η μαζική, ή τέλος πάντων η προσβάσιμη στους πολλούς κουλτούρα ζει τη νύχτα των ζωντανών νεκρών της, προσπαθώντας να μας πείσει ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, αν εξαιρέσεις ότι όλα έχουν πεθάνει.
Ο ψυχαναλυτής Ανταμ Φίλιπς έχει γράψει εκτενώς για τη ζωτική σημασία που έχει για τον άνθρωπο το να μπορεί να «το πιάνει», με την έννοια του να «το καταλαβαίνει», του «πιάνω το αστείο σε ένα ανέκδοτο», πιάνω αυτό που λέει πλαγίως ένας φίλος μου, το νόημα ενός ποιήματος, το μήνυμα μιας ταινίας. Οπως λέει ο ίδιος: «Eίναι αυτό που στη γλώσσα της ψυχανάλυσης θα λέγαμε εντολή του Υπερεγώ, και κυβερνά τις ζωές μας: “Πρέπει να το πιάσεις”. Πρέπει να το πιάσεις για να ανήκεις στην ομάδα μας».
Η τέχνη για την οποία συζητάμε είναι απολύτως κατανοητή. Βρίσκεται πέραν κάθε παρεξηγήσεως. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην πιάσεις ό,τι πάει να σου πει, γιατί σ’ το έχει ξαναπεί. Αμέτρητες φορές. Το νόημα είναι πασιφανές, το μήνυμα πιο ξεκάθαρο από ποτέ, και άρα ποτέ πριν δεν ήταν τόσο εύκολο να ανήκεις στην ομάδα όσο τώρα. Στην ομάδα που δεν συνταράσσεται, δεν ενοχλείται, δεν αναρωτιέται και μάλλον δεν διασκεδάζει καν, τουλάχιστον όχι όσο κάποτε. Απλώς αντιλαμβάνεται. Απλώς το πιάνει. Αυτό, και το επόμενο, και το μεθεπόμενο, και το μεθεπόμενο αυτού έργο, και άπαξ και μπορεί και τα πιάνει όλα αυτά, συνεχίζει να περιβάλλεται από ένα ασφαλές πλέγμα στο οποίο μπορεί να επαναπαυθεί – το πλέγμα της ασφαλούς, όπως είπαμε, κουλτούρας – και άρα δεν χρειάζεται να πιάσει τίποτα άλλο. Δεν χρειάζεται, για παράδειγμα, να πιάσει τη νέα αισθητική του φασισμού που πατάει πάνω σε AI generated εικόνες. Δεν χρειάζεται να πιάσει την απέλαση των γειτόνων του. Κι αν είναι ζητούμενο, τέλος πάντων, να πιάσει και κάτι άλλο, θα πρέπει να το κάνουμε με αντίστοιχα ακίνδυνο τρόπο. Να το κάνουμε, για παράδειγμα, ατάκα σε κονκάρδα.
Οσο η τέχνη επανασυσκευάζεται και επαναπροωθείται, τόσο στρογγυλεύουν οι γωνίες της. Μουδιασμένα, ανήξερα χαμόγελα, σόμα και αισθησιοταινίες, στον θαυμαστό παλιό μας κόσμο.
«Κάθε τυραννία στηρίζεται στη δήθεν τέλεια κατανόηση των αναγκών του άλλου» γράφει ο Φίλιπς. Ακόμα και στο Χόλιγουντ, βέβαια, υπάρχουν φωνές που επιμένουν να μην κατανοούνται τόσο αβίαστα, να μην αφοπλίζονται τόσο αδιαπραγμάτευτα. Στο Μια Μάχη Μετά Την Αλλη, ταινία που ασχολείται με έννοιες όπως ο φασισμός και η επανάσταση, ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Πολ Τόμας Αντερσον καταφεύγει κι αυτός στην επανάληψη, επαναλαμβάνοντας όμως μια ατάκα της Νίνα Σιμόν: «Θα σου πω τι είναι για μένα η ελευθερία: κανένας φόβος». Ο Φίλιπς θα προσέθετε σε αυτό: «Υπάρχει μια μορφή ελευθερίας […] στο να μη γίνεσαι κατανοητός».
Μάλλον δεν είναι μια «πολύ σημαντική εποχή για να κάνουμε τέχνη». Μάλλον είναι μια πολύ επικίνδυνη εποχή για να κάνουμε ακίνδυνη τέχνη.
Ο κ. Φοίβος Οικονομίδης είναι συγγραφέας και τακτικός συνεργάτης του «Βήματος».
