Από πότε ζωή ευκολότερη σημαίνει και καλύτερη; Το ερώτημα είναι απλοϊκό και προβοκατόρικο. Παίρνει ως δεδομένο ότι έχει υπάρξει μια στιγμή στον χρόνο όπου πράγματι πάρθηκε η απόφαση να ταυτιστούν αυτές οι δύο έννοιες. Μπορούμε πιο εύκολα, χωρίς να προβοκάρουμε, να πούμε ότι η ανθρώπινη εμπειρία είναι δύσκολη, και ότι οφείλουμε να προσπαθούμε να την κάνουμε ευκολότερη. Αλλά από εκεί, πώς φτάνουμε στην ισοδυναμία;
Πώς φτάνουμε, για παράδειγμα, στην πεποίθηση ότι η τεχνολογική εξέλιξη κάνει τη ζωή μας όλο και πιο εύκολη, πράγμα που συνεπάγεται ότι είναι καλή, και το αντίστροφο; Γιατί είναι δεδομένο ότι η ύπαρξη ενός προηγμένου chatbot που με φυσικότητα βρίσκει τη λύση (κάπου πρέπει να βάλουμε εισαγωγικά· στη «φυσικότητα», στο «βρίσκει», στη «λύση»;) σε κάθε σου πρόβλημα, χωρίς να χρειαστεί εσύ να κάνεις τίποτα πέρα απ’ το να το περιγράψεις, είναι γεγονός που βελτιώνει τη ζωή σου; Γιατί είναι δεδομένο ότι η άμεση πρόσβαση στη μουσική, σε όλη τη μουσική, όπου κι αν βρίσκεσαι, ό,τι κι αν κάνεις, τόσο που να μπορείς να αναθέσεις σε έναν αλγόριθμο να αποφασίσει τι σ’ αρέσει και να σ’ το βάλει να το ακούσεις, βελτιώνει την εμπειρία της μουσικής; Τα ερωτήματα δεν είναι ρητορικά, ούτε ειρωνικά. Δεν αναρωτιέμαι τόσο το ποια είναι η απάντηση στα ίδια τα ερωτήματα, όσο το γιατί δεν θέτουμε πιο συχνά αυτά τα ερωτήματα.
Λες και επιταχύνουμε μονίμως πάνω σε μια ράμπα εκτόξευσης (μιας εκτόξευσης που ποτέ δεν έρχεται), στην οποία η ταχύτητα είναι τόσο ιλιγγιώδης που δεν υπάρχει χρόνος για περίπλοκα ερωτήματα. Πολύ περισσότερο για ύποπτα ερωτήματα, που μπορεί από πίσω τους να κρύβουν συντηρητισμό, τεχνοφοβία, αρνητισμό ή, απλούστερα, αδράνεια. Αλλά γιατί είναι καλύτερο το να ακούς ένα βιβλίο απ’ το να το διαβάζεις; Γιατί είναι καλύτερο να σου καθαρίζουν το σπίτι ή να σου μαγειρεύουν απ’ το να καθαρίζεις και να μαγειρεύεις εσύ; Γιατί είναι καλύτερο να παραγγέλνεις κάτι απ’ το να πας να το πάρεις; Γιατί είναι καλύτερο να παρακολουθείς από το σαλόνι σου απ’ ό,τι απ’ τη θέση μιας αίθουσας; Γιατί είναι καλύτερο να βλέπεις τα μηνύματα που έρχονται στο κινητό σου από την οθόνη του ρολογιού σου, αντί να πιάσεις το κινητό σου; Γιατί είναι καλύτερο να γλιτώνεις τον περισσότερο δυνατό χρόνο, μέχρι και την τελευταία ώρα, το τελευταίο λεπτό, το δευτερόλεπτο; Γιατί;
Προφανώς για να κάνεις κάτι άλλο με αυτό τον χρόνο. Οπότε, τι θα κάνεις με όλον αυτό τον χρόνο που γλίτωσες;
Μα δεν τον βρίσκεις. Νιώθεις, μάλιστα, πως ο χρόνος σου όλο και λιγοστεύει. Κι επειδή ο χρόνος σου – με τρόπο μεταφυσικό – όλο και λιγοστεύει, διατίθεσαι να αφιερώσεις όλο και λιγότερο χρόνο στα πράγματα.
Οπότε μια ζωή ευκολότερη δεν ισοδυναμεί με ζωή καλύτερη. Μπορεί να σημαίνει απλώς ζωή ταχύτερη. Ζωή καλύτερα μετρήσιμη με όρους παραγωγικότητας, ανάπτυξης και κέρδους.
Από την άλλη, ευκολότερη ζωή θα πει πως γλιτώνουμε τριβή, γλιτώνουμε μόχθο, γλιτώνουμε ταλαιπωρία, αναμονή, υπομονή, βαρεμάρα, πόνο, ανησυχία, άγνοια, ανία, ανασφάλεια, ανισορροπία, απογοήτευση. Γλιτώνουμε άρα τα πράγματα εκείνα που θεωρούμε ανεπιθύμητα. Τα επιπρόσθετα βάρη της ζωής. Πρέπει, με λίγα λόγια, να πιστεύουμε ότι η ζωή μας είναι κάτι άλλο, κάτι πέραν αυτών των πραγμάτων. Κάτι πέραν αυτής της τριβής. Οτι η ζωή είναι αυτό που κάνουμε όταν δεν χάνουμε τον χρόνο μας στην τριβή. Με αυτό το σκεπτικό, τι είναι ζωή; Είναι η απόλαυση όσων δεν μας βασανίζουν; Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η ζωή μας περιλαμβάνει πολύ λίγη ζωή.
Ισως με τέτοιον τελεολογικό τρόπο, ακόμα πιο ριζοσπαστικό μάλιστα, να σκεφτόταν και ο CEO της OpenAI όταν πριν από λίγες μέρες προσπάθησε να κατευνάσει τις ανησυχίες σχετικά με τις ενεργειακές απαιτήσεις των γλωσσικών μοντέλων:
«Λέμε πολλά για το πόση ενέργεια χρειάζεται για να εκπαιδευτεί ένα AI μοντέλο, αλλά και ο άνθρωπος θέλει πολλή ενέργεια για να εκπαιδευτεί. Του παίρνει περίπου είκοσι χρόνια ζωής, μαζί με όλο το φαγητό που καταναλώνει σ’ εκείνη την περίοδο, μέχρι να γίνει έξυπνος».
Στην Αθήνα ανοίγουν δισκάδικα. Μυρίζουν με το πηχτό, αψύ άρωμα του βινυλίου. Δάχτυλα τρέχουν πάνω σε βινύλια. Εξώφυλλα άλμπουμ που έχεις συνηθίσει να βλέπεις σε μικρά τετραγωνάκια στη γωνία κάποιας υπηρεσίας streaming αποκτούν υπόσταση και έχουν τελείως άλλη επίδραση πάνω σου. Βρίσκονται πραγματικά στα χέρια σου. Αγγίζεις ένα πράγμα. Κι όταν το παίρνεις σπίτι σου, σου ανήκει. Αυτή η μουσική σού ανήκει. Τη βγάζεις από τη θήκη της, τη βάζεις στο πικάπ, τοποθετείς τη βελόνα, την κατεβάζεις πάνω της. Ακούς το ένα κομμάτι, ύστερα το επόμενο. Τελειώνει το πρώτο μέρος και γυρίζεις ανάποδα τον δίσκο. Με όρους αποτελεσματικότητας, τελεολογικά μιλώντας, έχεις προσθέσει αχρείαστα επιπλέον βήματα στη διαδικασία κατανάλωσης της μουσικής και έχεις περιορίσει δραματικά την γκάμα επιλογών σου. Εχεις χάσει χρόνο. Εχεις αυξήσει κατακόρυφα την τριβή. Εχεις κάνει τη ζωή σου πιο δύσκολη.
Πρέπει όμως να υπάρχει και κάτι άλλο πέρα από αυτή την απογύμνωση, την αλγοριθμοποίηση της ανθρώπινης εμπειρίας. Κάποια σαφής απόσταση ανάμεσα στο λάδωμα των αρθρώσεων της μηχανής και στην τριβή που ζεσταίνει τα ανθρώπινα χέρια και τα σώματα. Μάλλον, δεν πρέπει, είναι βέβαιο πως υπάρχει, όπως και το ότι η επάνοδος των αναλογικών μέσων δεν είναι μια νοσταλγική επιστροφή στο ρετρό, αλλά στροφή σε μια εμπειρία με βάθος. Που δεν αποσκοπεί στην άμεση ικανοποίηση. Που αναγνωρίζει πως δεν μπορούν όλα να εξομοιωθούν με μια φαγούρα που θέλει ξύσιμο, και γρήγορα.
Γι’ αυτό το μέλλον, που κάποτε ντυνόταν με φουτουριστικές φαντασιώσεις, μπορεί να μη χρειάζεται πια να μοιάζει πιο εξελιγμένο από το παρόν για να φαντάζει καλύτερο· πολύ περισσότερο για να φαντάζει αισιόδοξο. Δεν οφείλει να είναι αποτελεσματικότερο ούτε ευκολότερο. Το μέλλον οφείλει να είναι ωριμότερο από το παρόν, στο μέτρο πάντα του ανθρώπου. Και η ωριμότητα απαιτεί αναγνώριση των αναγκών και αποδοχή τους. Εχουμε ανάγκη από ένα μέλλον πιο «δύσκολο». Με περισσότερη τριβή.
Ο Νικ Κέιβ, πέρα από διάσημος σταρ της rock n’ roll, απέκτησε και μια άλλου τύπου διασημότητα μετά την τραγική απώλεια του δεκαπεντάχρονου γιου του, και τον τρόπο με τον οποίο αυτή άλλαξε τον ίδιο και το προφίλ που έδειχνε στον κόσμο. Σε μια δημόσια συζήτησή του, απαντώντας σε ερώτηση του κοινού, είπε: «[…] Η rock n’ roll απάντησή μου θα ‘ταν “fuck no! Δεν μετανιώνω για τίποτα”. Αλλά η ειλικρινής απάντηση είναι ότι μετανιώνω για πολλά, κυρίως επειδή τώρα καταλαβαίνω τι [είναι]… τι έχει να προσφέρει η ζωή. […] Υποθέτω αυτό είναι το να μεγαλώνεις. Είναι η συσσώρευση πραγμάτων που μετανιώνεις, απογοητεύσεων, πραγμάτων που μετουσιώνονται σε απώλειες. Ισως το να μεγαλώνεις είναι μια συσσώρευση απώλειας, που σε κάνει διαφορετικό άνθρωπο… σε κάνει πραγματικό άνθρωπο, νομίζω».
Αποφεύγοντας μανιωδώς τη δυσκολία, την τριβή, την απώλεια, αποφεύγουμε κάτι πολύ ουσιαστικότερο. Πολύ ζωτικότερο. Μπορεί να μη μας είναι εύκολο να το ονοματίσουμε. Να μη μας είναι τόσο εύκολο να το προσεγγίσουμε με μαθηματική ακρίβεια. Αλλά βρίσκεται σε οδυνηρή εγγύτητα με αυτό που θέλουμε να λέμε ανθρώπινη ζωή.
Ο κ. Φοίβος Οικονομίδης είναι συγγραφέας και τακτικός συνεργάτης του «Βήματος».
