Αρχίζει το ματς ή, για την ακρίβεια, δεν σταμάτησε ποτέ. Το φετινό Μουντιάλ βρίσκεται ήδη στην τελική ευθεία του, άλλοτε με ανατροπές και άλλοτε επιβεβαιώνοντας τα προγνωστικά, με αγώνες συναρπαστικούς ή αδιάφορους, πάντως ταυτισμένο με τις βραδιές του καλοκαιριού και με τη χαλαρή, λιγότερο ή περισσότερο φίλαθλη, διάθεση. Και, βέβαια, βρίσκεται στο επίκεντρο πολλών συζητήσεων καθώς η κορυφαία διοργάνωση του ποδοσφαίρου μοιάζει και πάλι να ισορροπεί ανάμεσα στο θέαμα και το βίωμα, στην εμπορευματοποίηση και τη λαϊκότητα.
Με 48 ομάδες αντί για τις συνήθεις 32, η διοργάνωση δέχεται κριτική ότι ωθεί στα άκρα την επέκταση του (τηλεοπτικού) «προϊόντος» αλλά και την αντοχή των ίδιων των ποδοσφαιριστών – αν και ακούγεται επίσης το αντεπιχείρημα περί εκδημοκρατισμού του Μουντιάλ, καθώς έτσι δίνεται η ευκαιρία σε μικρότερες χώρες να συμμετάσχουν στη γιορτή και να δοκιμάσουν την τύχη τους, όχι σπάνια επιφυλάσσοντας εκπλήξεις στους ισχυρούς.
Παρά τα ακριβά εισιτήρια που καθιστούν απρόσιτη την παρακολούθηση των αγώνων ή τα διαβόητα «διαλείμματα ενυδάτωσης» που γιουχάρονται από τους φιλάθλους ως μια αμιγώς διαφημιστική ανάπαυλα που διακόπτει τον ρυθμό του αγώνα, το Μουντιάλ διατηρεί τη διάσταση ενός γεγονότος οικουμενικής εμβέλειας που επιβεβαιώνει τη μαζική και λαϊκή ταυτότητα του ποδοσφαίρου.
Η ακτινογραφία των φιλάθλων
Καθώς, λοιπόν, το κλίμα των ημερών είναι θερινό και μουντιαλικό, η έρευνα που παρουσιάζουμε εδώ προέκυψε από την ιδέα να χαρτογραφηθεί το «γήπεδο» των σχετικών μας προτιμήσεων. Αφετηριακό ερώτημα ήταν το πόσο μας ενδιαφέρει στ’ αλήθεια το Μουντιάλ. Το 60% απάντησε ότι λίγο έως πολύ παρακολουθεί τους αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου που διεξάγεται αυτές τις μέρες – ενώ ένα 40% δεν ασχολείται καθόλου.
Ποια είναι τα δημογραφικά χαρακτηριστικά αυτού που 60%; Οι άνδρες παρακολουθούν περισσότερο απ’ ό,τι οι γυναίκες (74% έναντι 46%)· «η μπάλα» διατηρεί τον έμφυλο χαρακτήρα της, αλλά δεν είναι ευκαταφρόνητο ότι 1 στις 2 γυναίκες παρακολουθεί επίσης το Μουντιάλ.
Από τη σκοπιά της ηλικίας δεν εμφανίζονται ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις, σημάδι ότι το ποδόσφαιρο είναι διαγενεακό. Ας κρατήσουμε όμως και ένα ακόμη στοιχείο. Η παρακολούθηση του Μουντιάλ αυξάνεται στις ανώτερες κοινωνικές θέσεις, φτάνοντας στο 63% στη μεσαία τάξη και στο 69% στην ανώτερη. Μήπως οι «λαϊκές» τάξεις έχουν λιγότερη διάθεση ή χρόνο για τέτοιες διασκεδάσεις; Αραγε το ποδόσφαιρο χάνει τη λαϊκότητά του και επιβεβαιώνονται όσοι θεωρούν ότι μετατρέπεται σε ένα θέαμα πολυτελείας για λίγους; Ας κρατήσουμε ανοιχτό αυτό το ερώτημα.
Η γεωγραφία των προτιμήσεων
Αν τώρα εστιάσουμε την προσοχή μας σε αυτό το 60% του πληθυσμού που παρακολουθεί έστω και λίγο το Μουντιάλ, οι επόμενες ερωτήσεις είναι εύλογα ποια ομάδα υποστηρίζουν παραδοσιακά και ποιος παίκτης είναι ο αγαπημένος τους.
Στην κορυφή των ομάδων που συγκεντρώνουν τη διαχρονική προτίμηση βρίσκεται η Αργεντινή με 20% και ακολουθεί η Βραζιλία με 16%. Θα ήταν άραγε ίδια η εικόνα τη δεκαετία του 1970, όταν μεσουρανούσε ο Πελέ και προτού λάμψει το άστρο του Μαραντόνα και αργότερα του Μέσι; Πιθανόν όχι.
Από τη σκοπιά της ηλικίας των ερωτώμενων, η Αργεντινή επικρατεί σε όλες τις ηλικιακές ομάδες εκτός από τους 65+ όπου η Βραζιλία έρχεται πρώτη. Και ενώ στη συνέχεια της κατάταξης βρίσκουμε τη Γαλλία με 10% και την Ισπανία με 9% (και ακόμη πιο κάτω ομάδες που παραδοσιακά συγκεντρώνουν «αντιπάθειες», όπως η Αγγλία, η Γερμανία και η Πορτογαλία), στις ηλικίες 17-34 η νεανική Ισπανία, που αναδύεται τα τελευταία χρόνια στα ευρωπαϊκά και διεθνή γήπεδα, κερδίζει την περισσότερο διαχρονική Γαλλία. Το ποδόσφαιρο, λοιπόν, εκτός από λαϊκότητα και διαγενεακότητα διαθέτει επίσης ιστορικότητα.
Η μάχη των ειδώλων
Ομάδες δεν υπάρχουν όμως χωρίς παίκτες. Και η κατάταξη των θεωρούμενων κορυφαίων παικτών κατ’ αρχήν επιβεβαιώνει την κυριαρχία της Αργεντινής, καθώς πρώτος και με διαφορά στο σύνολο των προτιμήσεων έρχεται ο Λιονέλ Μέσι (68%), ενώ ο Μαραντόνα προσπερνά τον Πελέ και μάλιστα σε όλες τις ηλικίες πλην των 65+.
Από την άλλη, αν και η Πορτογαλία δεν συγκεντρώνει παραδοσιακά ιδιαίτερες συμπάθειες, ο Κριστιάνο Ρονάλντο έρχεται δεύτερος στην κατάταξη των ποδοσφαιριστών με 37%, ένδειξη αναγνώρισης του ποδοσφαιρικού του ταλέντου (ενώ είναι από τους λίγους της λίστας που προτιμούν περισσότερο οι γυναίκες παρά οι άνδρες). Από εκεί και πέρα, συναντάμε προσωπικότητες που ταυτίζονται με συγκεκριμένες περιόδους ή στυλ ποδοσφαίρου: ο Ζιντάν ως το πρόσωπο της πολυπολιτισμικής Γαλλίας του 1998 και ο Εμπαπέ της νεότερης γαλλικής γενιάς, ο Κρόιφ του ολλανδικού «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου» ή παίκτες που τώρα γράφουν τις δικές τους σελίδες, σαν τον Γιαμάλ, τον Κέιν και τον Χάλαντ.
Με τον δυνατό ή τον αδύναμο;
Ανεξάρτητα από τις επιμέρους προτιμήσεις, όμως, υπάρχει πάντα και το σχεδόν υπαρξιακό ερώτημα: με τον δυνατό ή με τον αδύναμο; Η απάντηση είναι σαφής. Σχεδόν 1 στους 2 (46%) δηλώνει ότι όταν δεν παίζει η ομάδα του/της, τότε τάσσεται συνήθως με τα αουτσάιντερ και μόνο ένα 18% με τα φαβορί. Αυτό βέβαια μπορεί να μοιάζει αντιφατικό με την παραδοσιακή υποστήριξη των περισσότερων σε ομάδες που έχουν σηκώσει τουλάχιστον ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, όπως είδαμε προηγουμένως (Αργεντινή, Βραζιλία, Γαλλία, Ισπανία κ.ο.κ.).
Ωστόσο, πέρα από την «εθνική» μας ψυχολογία, καθώς προερχόμαστε από μια χώρα που ποδοσφαιρικά αποτελεί η ίδια αουτσάιντερ, υπάρχει και κάτι ακόμη. Μπορεί να υποστηρίζουμε και να απολαμβάνουμε τις μεγάλες ομάδες, αλλά προσδοκούμε ταυτόχρονα την έκπληξη, την ανατροπή της συνήθους τάξης πραγμάτων, τη στιγμή της εξαίρεσης όπου ο αδύναμος θα κερδίσει τον ισχυρό, όπως η Παραγουάη τη Γερμανία πριν από λίγες ημέρες, και θα αποδείξει ότι μπορεί και οι «απ’ έξω» να έχουν μια ευκαιρία.
Η κρυφή πολιτική διάσταση της στρογγυλής θεάς
Στο σημείο αυτό εμφανίζεται καθαρά και η πολιτική διάσταση του τρόπου με τον οποίο βλέπουμε μπάλα. Παρότι αριστεροί και δεξιοί δεν εμφανίζουν ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις στις προτιμήσεις ομάδας ή παίκτη, στο συγκεκριμένο ερώτημα υπάρχει μια σαφής συσχέτιση: όσο πηγαίνουμε αριστερότερα στον άξονα Αριστερά – Δεξιά τόσο ενισχύεται η προτίμηση για τα αουτσάιντερ, ενώ δεξιότερα αυξάνει η προτίμηση για τα φαβορί. Οσο και αν επισήμως ξορκίζεται η πολιτική, σε αυτό και σε άλλα Μουντιάλ, το ποδόσφαιρο παραμένει ένα γήπεδο στο οποίο προβάλλονται όχι μόνο αθλητικές αλλά και ιστορικές, γενεακές, αισθητικές, πολιτικές εν τέλει προτιμήσεις.

Ο κ. Γιάννης Μπαλαμπανίδης είναι πολιτικός αναλυτής, επικεφαλής πολιτικής και κοινωνικής έρευνας Metron Analysis.
