Τρεις διαφορετικοί ερευνητικοί δρόμοι οδήγησαν – ύστερα από πολύμηνη έρευνα – τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές στην έκδοση ενταλμάτων σύλληψης για δύο άνδρες 42 ετών και μία γυναίκα 46 ετών, που βρίσκεται ωστόσο εκτός Ελλάδας, για τον φονικό εμπρησμό τον Μάιο του 2010 της τράπεζας Marfin: οι αναζητήσεις σε άγνωστα φωτογραφικά αρχεία από τη μοιραία ημέρα του εμπρησμού, η σύγκριση οπτικού υλικού από την επίθεση με τα δεδομένα… άσχετων ερευνών σε σπίτια – και ιδιαίτερα σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές – αντιεξουσιαστών το 2020 και τα δεδομένα από εμπρηστική επίθεση που είχε σημειωθεί την ίδια ημέρα στα πρώην γραφεία της Νομαρχίας Αθηνών στη λεωφόρο Αμαλίας με δράστες τα ίδια πρόσωπα.
Η 46χρονη καταζητούμενη γυναίκα βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και αναμένεται να κινηθούν οι διαδικασίες για τη διεθνή εκτέλεση του εντάλματος, ενώ όλα τα άτομα σε βάρος των οποίων εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης προέρχονται από τον αντιεξουσιαστικό χώρο. Οπως αναφέρουν οι πληροφορίες του «Βήματος», κρίσιμες για την αναφερόμενη πλέον διαλεύκανση της υπόθεσης ήταν οι επανεξετάσεις των καταθέσεων αυτοπτών μαρτύρων και οι καταθέσεις στελεχών των Εγκληματολογικών Εργαστηρίων, που προχώρησαν το τελευταίο χρονικό διάστημα σε συγκρίσεις ψηφιακού υλικού και ταυτοποίησαν με απόλυτη βεβαιότητα ορισμένους από τους δράστες και ιδιαίτερα άτομο μεγάλου αναστήματος – έναν εκ των συλληφθέντων – το οποίο φαίνεται να έχει διακριτό ρόλο στην υπόθεση.
Επιπλέον έχει διαπιστωθεί από το σχετικό οπτικό υλικό ότι στην ίδια ομάδα εμπρηστών βρίσκονταν ακόμη δύο-τρία άτομα, για τα οποία όμως δεν φέρεται να έχουν συγκεντρωθεί επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ωστόσο έχουν ταυτοποιηθεί από τις Αρχές.
Μια επιπρόσθετη διαπίστωση στα παραπάνω αποτελεί το γεγονός ότι οι εμπρηστές της Marfin, πιθανόν αγνοώντας τον όλεθρο που είχαν σκορπίσει το βράδυ του εμπρησμού της τράπεζας, προχώρησαν και σε άλλους εμπρησμούς την ίδια μέρα σε άλλα σημεία της πρωτεύουσας. Οπως προκύπτει δε από το οπτικό υλικό που έχουν αντλήσει οι αστυνομικές αρχές, λίγες ημέρες αργότερα έφυγαν για διακοπές σε παραλιακή περιοχή της χώρας.
Το ελληνικό FBI
Πρόκειται για την τέταρτη και πιο συγκροτημένη προσπάθεια επανεξέτασης – αυτή τη φορά από το Τμήμα Ανθρωποκτονιών του ελληνικού FBI – της τραγωδίας της Marfin. Οι προηγούμενες προσπάθειες θεωρήθηκαν άστοχες, καθώς είτε δεν ολοκληρώθηκαν είτε κατέληξαν στην απαλλαγή δύο ατόμων που είχαν κατηγορηθεί για τον εμπρησμό του συγκεκριμένου τραπεζικού καταστήματος αλλά και του βιβλιοπωλείου Ιανός.
Ο εμπρησμός του υποκαταστήματος της Marfin σημειώθηκε στις 5 Μαΐου του 2010, στη διάρκεια μαζικής πορείας για τα οικονομικά μέτρα που είχαν αναγγελθεί εν όψει της ψήφισης του πρώτου μνημονίου από τη Βουλή μία ημέρα μετά. Ενώ οι διαδηλωτές κατευθύνονταν μέσω της οδού Σταδίου στη Βουλή, άγνωστοι κουκουλοφόροι αποκόπηκαν από την πορεία και πέταξαν βόμβες μολότοφ και εύφλεκτο υλικό μέσα στο υποκατάστημα της τράπεζας Marfin-Εγνατία, επί της οδού Σταδίου 23, το οποίο στεγαζόταν σε ένα ανακαινισμένο νεοκλασικό κτίριο. H επίθεση αυτή είχε σαν τραγικό αποτέλεσμα τον θάνατο από ασφυξία των τραπεζικών υπαλλήλων Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, 32 ετών (έγκυος 4 μηνών), Επαμεινώνδα Τσάκαλη, 36 ετών, και Παρασκευής Ζούλια, 35 ετών.
Σημειώνεται ότι τον Ιούλιο του 2013 κρίθηκαν ένοχοι ο διευθύνων σύμβουλος της Marfin, ο υπεύθυνος ασφαλείας του κτιρίου και η διευθύντρια του καταστήματος για πολλαπλές παραλείψεις στα μέτρα πυρασφάλειας (δεν υπήρχε έξοδος κινδύνου κ.λπ.) και στην εκπαίδευση του προσωπικού.
Τον Απρίλιο του 2011, δηλαδή έναν χρόνο περίπου μετά το περιστατικό, συντάχθηκε μια δικογραφία που περιείχε 40 περίπου φωτογραφίες, τρεις καταθέσεις «βασικών» μαρτύρων και μία επιστολή άγνωστης προέλευσης, ενώ κλήθηκαν ως ύποπτα για τις εμπρηστικές επιθέσεις τέσσερα άτομα. Τα στοιχεία εναντίον τους ωστόσο θεωρήθηκαν άνευ δικονομικής αξίας, οπότε δεν υπήρξε συνέχεια στην εξέλιξη της υπόθεσης. Τελικά, τρία χρόνια αργότερα, παραπέμφθηκε για τον εμπρησμό του τραπεζικού καταστήματος μόνο ένα άτομο, που αρνήθηκε την κατηγορία. Ταυτόχρονα παραπέμφθηκε σε δίκη ένα ακόμα πρόσωπο για τον εμπρησμό στο απέναντι από την τράπεζα βιβλιοπωλείο.
Μετά από πολλές αναβολές, η δίκη ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2016 με την απαλλαγή των δύο κατηγορουμένων «ελλείψει ικανών ενδείξεων ενοχής», όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στη δικαστική απόφαση. Από τότε υπήρξαν κι άλλες προσπάθειες (κυρίως την περίοδο 2020-2024) για εξιχνίαση της υπόθεσης, χωρίς όμως σημαντικό αποτέλεσμα.
Το τελευταίο διάστημα ωστόσο επιχειρήθηκε ανάλυση όλου του φωτογραφικού υλικού που είχε καταγραφεί εκείνη την ημέρα, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης στον έλεγχο και μελέτη των συνολικών κινήσεων των συγκεκριμένων υπόπτων.