Διάλογος στο ΒΗΜΑ: «Μουντιάλ, μια περφόρμανς παγκόσμιας κλίμακας»

Δύο ευρηματικοί δημιουργοί, ο Πάρις Μέξης και ο Κωνσταντίνος Ρήγος, οι οποίοι αν και δε δηλώνουν φανατικοί ποδοσφαιρόφιλοι παρακολουθούν τους αγώνες του Μουντιάλ, συζητούν για το λαϊκό θέαμα και τις πολλές ομοιότητες του ποδοσφαίρου με το θέατρο και τον χορό

Πάρις Μέξης και ο Κωνσταντίνος Ρήγος, γνωστοί στον χώρο των τεχνών ως πολυσχιδείς και ευρηματικοί δημιουργοί, με αρκετές διακρίσεις στο βιογραφικό τους, αν και δε δηλώνουν φανατικοί ποδοσφαιρόφιλοι, παρακολουθούν ανελλιπώς το Μουντιάλ και συζητούν για τις πολλές ομοιότητες μεταξύ ποδοσφαίρου και θεάτρου ή χορού, εκκινώντας από τη «χορευτικότητα των ποδοσφαιριστών», απαντούν στην πρόκληση για τις καλλιτεχνικές παρεμβάσεις που θα πρότειναν αν αναλάμβανε η Ελλάδα μία παγκόσμια ποδοσφαιρική διοργάνωση και καταλήγουν ότι «το Μουντιάλ είναι μια περφόρμανς παγκόσμιας κλίμακας».

ΠΑΡΙΣ ΜΕΞΗΣ: «Κωνσταντίνε, έχεις παρακολουθήσει καθόλου το φετινό Μουντιάλ;».

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΡΗΓΟΣ: «Ναι, έχω παρακολουθήσει αρκετά. Κάθε μέρα βλέπω ένα μέρος ενός αγώνα, όχι μεγάλο και όχι ολόκληρο, αλλά φετιχιστικά, επειδή το ποδόσφαιρο έχει μια γοητεία και επειδή πάντα αυτοί οι αγώνες είναι πολύ ενδιαφέροντες σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο. Τους παρακολουθώ δηλαδή όποτε έχω χρόνο, όποτε είμαι σπίτι ή εκτός και έχει κάπου τηλεόραση».

Π.Μ.: «Και εγώ. Σίγουρα βλέπω την ομάδα ή τις ομάδες που με ενδιαφέρουν, αλλά συνήθως παρακολουθώ το Μουντιάλ όταν πλησιάζει προς τη “θερμή” του φάση, όταν έχει λίγο ξεκαθαρίσει αυτό που στην μπάλα λένε ο “άμαχος πληθυσμός”. Επίσης, εμένα με συγκινεί πάρα πολύ η παρέλαση των ομάδων στην έναρξη του Μουντιάλ, όπως και στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όταν βλέπω κάτι χώρες που δεν έχω ιδέα ότι υπάρχουν – ενώ θα έπρεπε ενδεχομένως. Εντάξει, βέβαια, εγώ δεν είμαι κανένας μεγάλος ποδοσφαιρόφιλος, αλλά μπορώ να παρακολουθήσω φανατικά μια αθλητική διοργάνωση οποιουδήποτε αθλήματος. Ανάλογα με τις συγκυρίες, έχει τύχει να έχω παρακολουθήσει ολόκληρα κάποια Μουντιάλ, αλλά δεν το κάνω κάθε χρόνο».
Κ.Ρ.: «Κάπως έτσι είμαστε όλοι. Οταν ο αθλητισμός γίνεται σε μεγάλο, παγκόσμιο επίπεδο, τα πάντα αποκτούν ένα τελείως διαφορετικό ενδιαφέρον – πέραν του ότι από μόνος του ο αθλητισμός έχει ενδιαφέρον. Αλλάζουν τελείως τα δεδομένα και αλλάζει τελείως το πλαίσιο. Μπαίνεις ακόμα και στη λογική να υποστηρίξεις ομάδες και χώρες που έχουν ίσως μεγαλύτερη ανάγκη, που τις αισθάνεσαι ή θεωρούνται αδύναμες – όπως ήμασταν εμείς όταν κερδίσαμε το Πανευρωπαϊκό. Ως Ελληνες έχουμε αυτή την αίσθηση να θέλουμε ο αδύναμος να τα καταφέρει και να ζήσει το όνειρο. Υπό αυτή την έννοια, ναι, εγώ παρακολουθώ και τις αφρικανικές χώρες φέτος, που είναι πρώτη φορά που προχωρούν πιο έντονα. Επίσης, σίγουρα με τραβάει και η αισθητική του πράγματος.
Εχει μία τρομακτική γοητεία η επανάληψη των φάουλ, των κόρνερ, των γκολ, όλων των στιγμιοτύπων που γίνονται σε ριπλέι, είναι μία κανονική σκηνική πράξη. Είναι κάτι μοναδικό, διότι υπάρχει μία καταπληκτική χορευτικότητα. Τα σώματα των ποδοσφαιριστών, η κίνησή τους είναι στην πλήρη τους ανάπτυξη. Και με το ριπλέι μπορείς να εστιάζεις σε μία πολύ μικρή λεπτομέρεια, σε κάτι πολύ ζωντανό, πολύ πυκνό. Ουσιαστικά το ποδόσφαιρο είναι μία περφόρμανς».

Π.Μ.: «Συμφωνώ απολύτως, Κωνσταντίνε. Μία παγκόσμια περφόρμανς. Ανθρωποι από όλον τον κόσμο, ανεξάρτητα αν έχουν τη δυνατότητα να κερδίσουν ή όχι, συμμετέχουν σε έναν διεθνή διαγωνισμό άμιλλας. Και δεν έχει να κάνει με το ποιος θα κερδίσει. Εχει να κάνει με την αξία της συμμετοχής σε ένα παγκόσμιο ποδοσφαιρικό γεγονός. Αυτό για εμένα είναι πολύ σημαντικό, ότι δηλαδή πρέπει να γίνονται διοργανώσεις που συμφιλιώνουν τους λαούς. Επίσης, σε τέτοιου είδους αθλητικά γεγονότα βρίσκω πολύ γοητευτικές τις ιστορίες των αουτσάιντερ, των ομάδων που δεν τις υπολογίζει κανείς και εκεί που δεν το περιμένεις κάνουν το θαύμα. Θυμάμαι ήμουν στο Λονδίνο, φοιτητής ακόμα, και παρακολουθούσα ένα Μουντιάλ όπου, για πρώτη φορά στην ιστορία τους, οι Ιάπωνες πέρασαν σε μία πολύ καλή θέση στις “16”. Ε, έγινε χαμός στο Λονδίνο! Βγήκαν στους δρόμους οι Ιάπωνες να κάνουν παρέλαση που κέρδισε η ομάδα τους και κατέβηκα και εγώ μαζί τους χωρίς δεύτερη σκέψη. Πάντα με συγκινούν οι ιστορίες των αουτσάιντερ που, εκεί που δεν τους υπολογίζει κανείς, κερδίζουν τις εντυπώσεις».

Κ.Ρ.: «Μα, πάρα πολύ συχνά αυτό δεν συμβαίνει και στα πολιτιστικά;».

Π.Μ.: «Απολύτως. Πολλοί σημερινοί καθιερωμένοι καλλιτέχνες ξεκίνησαν ως αουτσάιντερ. Και μια και συνδέουμε το ποδόσφαιρο με την τέχνη, τα στιγμιότυπα με τις καλύτερες φάσεις ενός αγώνα σε μεγάλες διοργανώσεις, όπως το Μουντιάλ, δεν είναι πραγματικά έργα τέχνης; Δηλαδή μία εκτέλεση κόρνερ, που είναι από τα πράγματα που αγαπάω στο ποδόσφαιρο, διότι χρειάζεται ένας συνδυασμός κινήσεων, δεν είναι μία χορογραφία; Το πώς θα τοποθετήσει το τέλεια γυμνασμένο κορμί του ο ποδοσφαιριστής, πώς θα εστιάσει την κίνησή του, με τι ταχύτητα θα την εκτελέσει, δεν θυμίζουν χορογραφία, Κωνσταντίνε;».

Κ.Ρ.: «Ναι, ναι, το ποδόσφαιρο ως θέαμα συχνά θυμίζει χορό. Αλλά και ο τρόπος με τον οποίο οι φίλαθλοι κινούνται στο γήπεδο είναι ένα είδος περφόρμανς. Κατ’ αρχάς, ας δούμε αυτό που κάνουν οι Σκανδιναβοί. Πώς συγχρονίζονται στις κερκίδες για να υποστηρίξουν ή να επευφημήσουν την ομάδα τους. Βλέπουμε τον απόλυτο συγχρονισμό, βλέπουμε κανονικό σωματοποιημένο θέατρο. Απλοί άνθρωποι που γίνονται περφόρμερ και δίνουν κανονική περφόρμανς στο γήπεδο. Επίσης, τα κρουστά, τα τύμπανα, οι ιαχές, όλη αυτή η συνθήκη θα μπορούσε να είναι η έναρξη ενός χορικού του Αριστοφάνη ή του Ευριπίδη ή οποιουδήποτε άλλου τραγικού συγγραφέα. Και φυσικά ο ρυθμός και ο συγχρονισμός, που είναι το βασικό στοιχείο του θεάτρου και του χορού, είναι ταυτόχρονα το βασικό στοιχείο και του ποδοσφαίρου και του αθλητισμού γενικότερα».

Π.Μ.: «Αλλά για να επιτευχθεί ο συγχρονισμός και το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα χρειάζεται προπόνηση και για τους ποδοσφαιριστές και για τους χορευτές. Και αυτό είναι άλλο ένα κοινό στοιχείο ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και την τέχνη».

Κ.Ρ.: «Ακριβώς, και οι μεν και οι δε χρειάζονται τεχνική. Και για να αποκτήσουν τεχνική, πρέπει να υπάρχει σκληρή προπόνηση, πρέπει να υπάρχουν πρόβες. Οπως στο κλασικό μπαλέτο ο χορευτής πρέπει να κάνει κάθε μέρα μάθημα και ασκήσεις, έτσι και ο ποδοσφαιριστής πρέπει κάθε μέρα να κάνει προπόνηση για να μπορέσει να τελειοποιήσει την τεχνική του. Ο πρωταθλητισμός είτε στον αθλητισμό είτε στην τέχνη έχει το στοιχείο του υπερφυσικού. Ομως, εκτός από τη φυσική κατάσταση, για εμένα πολύ σημαντική είναι και η έκφραση. Γιατί μέσα από την έκφραση αναδεικνύονται η δημιουργικότητα και η μοναδικότητα του κάθε αθλητή ή του κάθε περφόρμερ. Πώς δηλαδή λέμε “το χέρι του Θεού” και εννοούμε τον Μαραντόνα. Ή πώς είναι διακριτό και χαρακτηριστικό το παίξιμο του Μέσι ή του Πελέ. Ολοι οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές είναι σούπερ σταρ, όπως είναι σούπερ σταρ και κάποιοι πρώτοι χορευτές σε κλασικά μπαλέτα, αλλά κυρίως και οι μεν και οι δε είναι τρομακτικοί περφόρμερ».

Π.Μ.: «Και όλο αυτό σε ένα περιβάλλον καθαρά εικαστικό. Αναφέρομαι στο ορθογώνιο σχήμα του ποδοσφαιρικού γηπέδου και στο στρογγυλό της μπάλας, καθαρά αρχέγονα σύμβολα τα οποία παίζουν στο Μουντιάλ και γενικά στο ποδόσφαιρο. Επίσης, εικαστικά σκεπτόμενος, αναρωτιόμουν αν θα μπορούσαμε να πάρουμε το χορτάρι και να το κάνουμε κάτι άλλο. Αντί για τις συνήθεις παράλληλες χρωματικές λωρίδες σε αποχρώσεις του πρασίνου, να κάναμε ένα σχήμα σκακιέρας, για παράδειγμα, ή κάτι σε σχήμα Μπάουχαους. Αλλά μάλλον αυτό θα μπέρδευε και τους παίκτες και τους επόπτες, καθώς κάποιες συγκεκριμένες γραμμές μαρκάρουν τη μικρή περιοχή και τη μεγάλη περιοχή».

Κ.Ρ.: «Το ποδοσφαιρικό γήπεδο διατηρεί καθαρές τις γραμμές του γιατί ουσιαστικά ορίζει έναν χώρο τελετής και μύησης».

Π.Μ.: «Πολύ σωστά, Κωνσταντίνε, γιατί, μια και το έθεσες, το ποδόσφαιρο αποτελεί το κατ’ εξοχήν λαϊκό θέαμα. Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι σε όλον τον κόσμο έχουν παρακολουθήσει κάποια στιγμή στη ζωή τους, έστω για λίγο, ποδόσφαιρο. Ποιος δεν έχει ακούσει για τον Πελέ, τον Μαραντόνα, τον Πλατινί, τον Μέσι; Για να αναφέρω παρά ελάχιστους από τους σύγχρονους μύθους του ποδοσφαίρου. Οι πιο μυημένοι, φυσικά, μπορούν να σου απαριθμήσουν ολόκληρες συνθέσεις ομάδων. Αλλά σχετικά με τον χώρο τελετής που έλεγες, Κωνσταντίνε, για εμένα ένας ποδοσφαιρικός αγώνας θυμίζει χορικό αρχαίας τραγωδίας. Η κοινωνία βλέπει το είδωλό της να συμμετέχει και παρακολουθεί από πρώτο χέρι. Οπως στα χορικά, έτσι και στον αγωνιστικό χώρο υπάρχει μουσική. Εχει ενδιαφέρον ότι το όργανο που χρησιμοποιήθηκε πρώτο στον αγωνιστικό χώρο για να συντονίζει τους φιλάθλους ήταν το πολεμικό νταούλι».

Κ.Ρ.: «Ναι, η μουσική συνδέει και συντονίζει τους φιλάθλους, αλλά πάνω στον χλοοτάπητα το “νήμα” που συνδέει όλους αυτούς τους παίκτες μεταξύ τους είναι η μπάλα. Πάει από άνθρωπο σε άνθρωπο, τη μοιράζονται, και αυτό δημιουργεί μια τρομακτική ομορφιά, ένα πολύ δυνατό “μαζί”. Γιατί αυτό είναι άλλο ένα σημείο όπου ταυτίζεται το ποδόσφαιρο με το θέατρο. Η έννοια της ομαδικότητας, του μοιράσματος, της από κοινού επίτευξης ενός στόχου. Ακόμα και η έννοια του αγώνα αυτού καθαυτόν, των δύο ομάδων που συναγωνίζονται, παραπέμπει ακριβώς στους αρχαίους θεατρικούς αγώνες».

Π.Μ.: «Και ο βασικός στόχος δεν ήταν να δώσουν ένα στεφάνι νίκης στον καλύτερο τραγικό ποιητή, αλλά να συμμετάσχουν όλοι όσοι το επιθυμούσαν και να παρακολουθούν όλοι όλους. Γιατί τελικά το ζητούμενο είναι, είτε παρακολουθεί κανείς ένα καλλιτεχνικό φεστιβάλ είτε το Μουντιάλ, να δει παραπάνω θέαμα. Και μια και μιλάμε για θέαμα, αν διοργανώναμε εδώ στην Ελλάδα το Μουντιάλ, δεν θα ήταν καταπληκτικό, πριν ξεκινήσουν οι αγώνες, οι αθλητές κάθε χώρας να χόρευαν έναν παραδοσιακό χορό τους; Οι έλληνες ποδοσφαιριστές να χόρευαν έναν καλαματιανό, για παράδειγμα».

Κ.Ρ.: «Ναι. Μαζί σου».

Π.Μ.: «Ή πώς θα σου φαινόταν οι ενδυμασίες των ποδοσφαιριστών να ήταν παραδοσιακές στολές που αλλάζουν κάθε χρόνο; Και ανάλογα να παίζουν και τα αντίστοιχα μουσικά θέματα για να εμψυχώνονται και οι ποδοσφαιριστές και οι θεατές».

Κ.Ρ.: «Ναι, σίγουρα. Κάποια στιγμή με είχαν καλέσει για να αναλάβω κάποιους αγώνες ώστε να δημιουργηθεί ένα στοιχείο εμψύχωσης του κοινού και των αθλητών. Θέλω να πω, υπάρχει το στοιχείο αυτό και στο ποδόσφαιρο, δηλαδή το πώς λειτουργεί ο ανιματέρ και πώς ανεβαίνει και πέφτει η ένταση της μουσικής, γιατί έχει μεγάλη σημασία για τον αγώνα».

Π.Μ.: «Ή φαντάσου, Κωνσταντίνε, να δείχνουν βίντεο με mapping, με πληροφορίες από πού έρχεται η κάθε ομάδα, διάφορα στοιχεία της χώρας της, πόσο πιο ενδιαφέρον ακόμα θα ήταν το Μουντιάλ».

Κ.Ρ.: «Συμφωνώ απολύτως. Είμαστε έτοιμοι να το αναλάβουμε (σ.σ. χαμογελάει)».

Π.Μ.: «Αφού ολοκληρώσαμε με τις εικαστικές παρεμβάσεις στο θέαμα του Μουντιάλ, να πω εδώ ότι νομίζω πως πολλοί φίλαθλοι δεν ενδιαφέροντα μόνο για τον αγώνα, αλλά και για την κοινωνική συνεύρεση, για το μοίρασμα της εμπειρίας με άλλους συνανθρώπους τους, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο θέατρο. Επίσης, όταν πας να δεις έναν αγώνα, ποτέ δεν μπορείς να είσαι εντελώς σίγουρος για την έκβασή του, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το θέατρο, που ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις από πριν πώς θα προκύψει μία παράσταση. Γι’ αυτό λέω, παιδιά, στηρίξτε το θέατρο, όλοι μας θέλουμε να κάνουμε καλές παραστάσεις, δεν τις κάνουμε πάντα, δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν θέλει να κάνει καλή παράσταση, όλοι θέλουμε να γεμίσει το ταμείο, να γεμίσει και η δική σας η ψυχή και να γουστάρετε, αλλά, να, μερικές φορές δεν τα καταφέρνουμε. Οπως ακριβώς και στο ποδόσφαιρο. Η αγαπημένη μας ομάδα δεν γίνεται να κερδίζει πάντα. Εχει και καλές, αλλά και κακές στιγμές».

Κ.Ρ.: «Ναι, ναι, ισχύει. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις από πριν τι θα σου προκύψει με μια παράσταση ή με έναν αγώνα».

Π.Μ.: «Να πούμε επίσης ότι το να βγαίνεις από το σπίτι σου, να πληρώνεις εισιτήριο και να βρίσκεσαι μαζί με άλλους ανθρώπους, να έχετε μια κοινή εμπειρία, είτε λέγεται θέατρο είτε Μουντιάλ, είναι μία επαναστατική πράξη, τη στιγμή που όλοι μας είμαστε συνεχώς μόνοι μας μπροστά από μια οθόνη. Είναι επαναστατικό, όσο έχουμε σώμα δηλαδή».

Κ.Ρ.: «Ο κόσμος αποδεδειγμένα κυνηγά τις δραστηριότητες εκείνες που προσφέρουν κοινές εμπειρίες με άλλους και ίσως πολύ περισσότερο το ποδόσφαιρο παρά το θέατρο λειτουργεί ως αποσυμπιεστής συναισθημάτων, γιατί στην εξέδρα τα δίνεις όλα. Γιατί στο ποδόσφαιρο εκκρίνεται περισσότερο αδρεναλίνη και από τους ποδοσφαιριστές και από τους θεατές».

Π.Μ.: «Πάντως και οι ποδοσφαιριστές και οι καλλιτέχνες το ίδιο ρήμα χρησιμοποιούν για να περιγράψουν τη δραστηριότητά τους. Το ρήμα “παίζω”. “Παίξαμε τέλεια σήμερα” θα ακούσεις να λέει και ένας καλλιτέχνης και ένας ποδοσφαιριστής».

Κ.Ρ.: «Ναι, ναι. Εμένα μου έχει συμβεί πολλές φορές να μου λένε οι χορευτές “σήμερα παίξαμε τέλεια”, εννοώντας ότι χόρεψαν τέλεια».

Π.Μ.: «Και πάντα αυτό το συλλογικό “εμείς”, αυτός ο πρώτος πληθυντικός που τον ακούς μετά από μία παράσταση ή μετά από έναν αγώνα και κάνει πάντα τη διαφορά. Αυτό το “εμείς” που τείνει να χαθεί από τις κοινωνικές μας αναφορές και διεκδικήσεις».

Ο κ. Πάρις Μέξης είναι σκηνογράφος – ενδυματολόγος, σκηνοθέτης, Creative Director και ραδιοφωνικός παραγωγός (Τρίτο Πρόγραμμα, «Σήμερα με τον Πάρι Μέξη» 10.00-11.00 Δευτ. – Παρ.).

Ο κ. Κωνσταντίνος Ρήγος είναι σκηνοθέτης και χορογράφος.

Τη συζήτηση επιμελήθηκε η Ιωάννα Μπλάτσου

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version