«Ψυχολόγος; Στο σχολείο μου είναι σαν να μην υπάρχει. Οι περισσότεροι από εμάς δεν γνωρίζουμε ούτε πώς μοιάζει, αλλά ούτε και το όνομά του» απαντάει αυθόρμητα ο 16χρονος Νικόλας. Εχει προηγηθεί η ερώτηση του «Βήματος» για το αν έχει συμβουλευτεί ως σήμερα τον ψυχολόγο του σχολείου του. Ο Νικόλας πηγαίνει σε δημόσιο σχολείο των νοτίων προαστίων. Δεν ξέρει καλά-καλά τι σημαίνει ψυχική υγεία, αλλά ξέρει πως όταν χρειάζεται βοήθεια πηγαίνει στον καθηγητή του της Ιστορίας, που είναι ο άνθρωπος που εμπιστεύεται περισσότερο από όλους. Είναι τυχερός που τον έχει. Αν δεν τον είχε; Σχολιάζει ότι είναι πραγματικά ό,τι χειρότερο μπορεί να φανταστεί το να νιώθεις μέσα σου πίεση και άγχος και να μην έχεις κάποιον να μιλήσεις.
Ωστόσο, τα αρμόδια υπουργεία της χώρας (Παιδείας και Υγείας) ως σήμερα δεν έχουν φτιάξει ένα γεροδεμένο πλέγμα υπηρεσιών ώστε να αντιλαμβάνονται και να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα ψυχικής υγείας των νέων στα σχολεία, σε περίοδο μάλιστα κατά την οποία καταγράφεται αύξηση των κρουσμάτων κατάθλιψης ή αυτοτραυματισμών.
Στο Καρπενήσι, η διευθύντρια του Επαγγελματικού Λυκείου της περιοχής Ροδοθέα Καρφή εξηγεί ότι ο πυλώνας αυτός της λυκειακής εκπαίδευσης απολαμβάνει πράγματι περισσότερο και αρκετά οργανωμένα τις υπηρεσίες ψυχολόγων μέσα στον σχολικό χώρο. «Εχουμε φτιάξει και γραφείο ψυχολόγου» λέει, περιγράφοντας τη διακόσμηση του χώρου και λέγοντας ότι το σχολείο διάλεξε προσεκτικά το ειδικό «χαλί του ψυχολόγου». Ακούγοντάς την σκέφτεσαι ότι πολλά σχολεία στη χώρα μπορούν πραγματικά να «λειτουργήσουν». Ωστόσο, στηριζόμενα κυρίως στον εθελοντισμό των μελών τους.
Η απάντηση του Νικόλα μάς επαναφέρει στην πραγματικότητα. «Δεν έχω πάει ποτέ στον ψυχολόγο και, για να πω την αλήθεια, δεν αισθάνομαι ότι μπορεί να με βοηθήσει…».
Oι προσλήψεις και οι απουσίες
Το υπουργείο Παιδείας απαντάει στα παραπάνω ανακοινώνοντας ότι έχει διορίσει μόνο την τελευταία χρονιά 3.005 αναπληρωτές ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς στα σχολεία της χώρας. Πού βρίσκονται; Οπως αποκαλύπτει το ρεπορτάζ, σε πολλές περιπτώσεις δεν γίνονται καν αντιληπτοί, καθώς ο καθένας από αυτούς έχει χρεωθεί έως και 5 σχολεία από τα οποία περνάει μια φορά μέσα στην εβδομάδα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποκτήσει πραγματική επαφή με κανένα από αυτά.
«Στο τέλος της χρονιάς με ρωτάνε πολλοί μαθητές που έχω δει αν θα είμαι και του χρόνου μαζί τους αλλά πραγματικά δεν έχω ιδέα τι να τους απαντήσω. Καλά-καλά, δεν είναι σίγουρο αν θα είμαι εκεί την επόμενη εβδομάδα» λέει στο «Βήμα» η σχολική ψυχολόγος Ευαγγελία Αδαμοπούλου.
Η ίδια, για τη σχολική χρονιά 2025-2026, είναι υπεύθυνη σε πέντε διαφορετικά σχολεία, σε ένα κάθε μέρα της εβδομάδας, έχοντας καμιά φορά και ρόλο… κοινωνικού λειτουργού. Οπως λέει χαρακτηριστικά, «ο ρόλος μας θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι περισσότερο συμβουλευτικός, αφού δεν υπάρχει χρόνος να γίνει σωστά η δουλειά του ψυχολόγου».
Η Αννα, μαθήτρια Γ’ τάξης Λυκείου, δηλώνει ότι γνωρίζει μόλις δύο παιδιά από ολόκληρο το σχολείο της που έχουν απευθυνθεί στη σχολική ψυχολόγο. «Δεν πηγαίνουν εύκολα τα παιδιά, ούτε εγώ» παραδέχεται. Καταλαβαίνει όμως ότι μέσα στις σχολικές αίθουσες, πίσω από βαθμούς, απουσίες και πειθαρχικά, εξελίσσεται μια σιωπηλή κρίση ψυχικής υγείας που οι περισσότεροι βλέπουν αλλά λίγοι μπορούν πραγματικά να διαχειριστούν.
«Το πιο δύσκολο από όλα είναι η διαχείριση κρίσεων. Μέσα σε αυτές τις ελάχιστες ώρες, καλούμαστε να αξιολογήσουμε ποιες είναι οι σοβαρότερες καταστάσεις και να δώσουμε βάση εκεί» συνεχίζει η κυρία Αδαμοπούλου. «Πρέπει να έχουμε τεντωμένες κεραίες ώστε να μην ξεφύγει κάποιο παιδί που πιθανόν να μη φαίνεται ότι χρειάζεται βοήθεια».
Και κάπου εκεί, αυτή η αίσθηση ατελούς – ωστόσο διαρκούς – επιφυλακής κάνει την τραγωδία που συνέβη πριν από μερικές μέρες στην Ηλιούπολη να βαραίνει ακόμη περισσότερο πάνω από τη σχολική κοινότητα.
Καθώς περνούν οι ημέρες από την αυτοκτονία των δύο ανήλικων κοριτσιών, η συζήτηση για την ψυχική υγεία των εφήβων εξελίσσεται εκτός της εκπαιδευτικής κοινότητας.
«Δεν το συζητήσαμε στο σχολείο» λέει η 17χρονη Αννα. «Με τις παρέες το έχουμε συζητήσει, κυρίως για το ότι ήταν ένα τραγικό γεγονός». Σε πολλά σχολεία η υπόθεση δεν μπήκε ποτέ οργανωμένα μέσα στην τάξη. Εμεινε στους διαδρόμους, στα προαύλια, στις συνομιλίες μεταξύ καθηγητών και στις παρέες των μαθητών που προσπαθούσαν μόνοι τους να καταλάβουν πώς δύο κορίτσια της ηλικίας τους έφτασαν σε αυτό το σημείο.
Η Μαρία Καλογράνη, διευθύντρια σε σχολείο της Αττικής, περιγράφει ακριβώς αυτή την εικόνα. «Συζητήθηκε από μεμονωμένους συναδέλφους στην ώρα του μαθήματος και αρκετά σε πηγαδάκια μεταξύ καθηγητών – μαθητών, εκτός τάξης. Κάποια παιδιά αισθάνονταν την ανάγκη να μιλήσουν ή να ακούσουν, χωρίς να εκτεθούν στο σύνολο της τάξης τους».
Ωστόσο, πίσω από τις κλειστές πόρτες των σχολικών τάξεων, εκπαιδευτικοί και ειδικοί βλέπουν καθημερινά μια γενιά ψυχικά εξαντλημένη. Παιδιά που δυσκολεύονται να κοιμηθούν, που αποσύρονται, που συγκρίνονται ασταμάτητα με εικόνες στα social media, που νιώθουν ότι δεν είναι ποτέ αρκετά. «Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθησία, λόγω του ρόλου των κοινωνικών δικτύων. Σκοπός των παιδιών, που τελικά καταλήγει να τα βασανίζει, είναι το πόσο τους αναγνωρίζουν οι φίλοι τους. Να μοιάσουν, να ταιριάξουν, να γίνουν ένα με την παρέα. Αυτό βέβαια προκύπτει και από την αποστασιοποίηση που παρατηρείται μεταξύ γονέων – παιδιών, γιατί από εκεί ξεκινάνε οι ανασφάλειες» εξηγεί η Αθηνά Ντούρου, σχολική ψυχολόγος και συστημική ψυχοθεραπεύτρια.
«Το παιδί μου δεν χαμογελάει πια»
Από την άλλη μεριά, ο διευθυντής λυκείου της Αθήνας, δρ Μιχάλης Πάτσης, περιγράφει εικόνες που, όπως λέει, τον προβληματίζουν όλο και περισσότερο. «Βλέπω παιδιά σε διαρκή ένταση. Μαθητές που φωνάζουν, που πετούν βιβλία στην τάξη, που δεν μπορούν να ηρεμήσουν. Αναρωτιέμαι πολλές φορές: είναι απλά αγένεια ή κρύβεται από πίσω κάτι βαθύτερο;».
Μιλά για εφήβους που μοιάζουν παγιδευμένοι μέσα σε ένα συνεχές άγχος. Για μητέρες που τον πλησιάζουν λέγοντας «το παιδί μου δεν χαμογελάει πια». Για παιδιά που ξυπνούν μέσα στη νύχτα και περπατούν ασταμάτητα μέσα στο σπίτι. «Ο εκπαιδευτικός σήμερα δεν κάνει μόνο μάθημα» λέει ο ίδιος. «Χωρίς να είναι ειδικός, γίνεται συχνά ο ψυχολόγος της τάξης». Κι όμως, οι ίδιοι οι ειδικοί ψυχικής υγείας απουσιάζουν τις περισσότερες ημέρες από το σχολείο.
Στα περισσότερα σχολεία οι σχολικοί ψυχολόγοι μοιράζονται ανάμεσα σε πολλές μονάδες και βρίσκονται σε κάθε σχολείο μία ή δύο φορές την εβδομάδα. Αν συμπέσει αργία, εκδρομή ή ασθένεια, η παρουσία τους απλώς χάνεται.
Ο Στέλιος Στυλιανίδης, ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ψυχίατρος-ψυχαναλυτής και ομότιμος πρόεδρος της Εταιρείας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ), έχει ξεκινήσει σειρά προγραμμάτων επιστημονικών ερευνών και παρεμβάσεων στα δημόσια σχολεία της χώρας. Μεταξύ αυτών, το πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής παρέμβασης «It’s up to youth», που χρηματοδοτείται ωστόσο από το υπουργείο Υγείας.
Ο ίδιος χαρακτηρίζει τις παρεμβάσεις της πολιτείας «σε μεγάλο βαθμό προσχηματικές».
Εξηγεί ότι «χρειάζεται ριζική αναδόμηση του εκπαιδευτικού συστήματος προς την κατεύθυνση της ενδυνάμωσης των συναισθηματικών και κοινωνικών δεξιοτήτων των μαθητών, της κριτικής σκέψης, της συνεργατικότητας, της ενσυναίσθησης και της ανάληψης ευθύνης». «Αυτό που μπορεί να γίνει άμεσα είναι η συγκρότηση διεπιστημονικών ομάδων που θα λειτουργούν πιλοτικά σε μόνιμη βάση, με λογοδοσία και αξιολόγηση και θα ενταχθούν στη συνέχεια οργανικά στη λειτουργία του σχολείου» αναφέρει.
Και όσο οι σχολικοί ψυχολόγοι συνεχίζουν να περνούν από τα σχολεία με ένα πρόγραμμα που τρέχει ανάμεσα σε τάξεις, γραφεία και «επείγοντα περιστατικά», οι μαθητές θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν με ένα παράξενο κενό, που δεν κάνει θόρυβο, αλλά υπάρχει μέσα στις μικρές στιγμές που κανείς δεν δίνει χρόνο για να ακούσει.
Μέσα σε αυτή την καθημερινότητα, η φράση του 17χρονου Νικόλα, δεν ακούγεται υπερβολή, αλλά σαν απλή περιγραφή της πραγματικότητας που ζει: «Σαν να μην υπάρχει ψυχολόγος στο σχολείο μου».
