Ηταν μόνο 17 ετών, είχαν όλη τη ζωή μπροστά τους, και όμως αυτό που τις «κατέτρωγε», δυστυχώς πιθανώς «αόρατο» στους γύρω τους, τις έκανε να βουτήξουν στο κενό. Το πρόσφατο τραγικό περιστατικό που έχει συγκλονίσει τη χώρα μας δεν είναι σπάνιο. Αποτελεί άλλη μία αποτύπωση μιας «πανδημίας» που μένει σε μεγάλο βαθμό εκτός της ορατότητας των κοινωνιών – μιας «πανδημίας» που δεν γνωρίζει ηλικίες, κοινωνικο-οικονομική και μορφωτική κατάσταση.
Περισσότεροι από 1 δισ. άνθρωποι παγκοσμίως – κοινώς περίπου ένα στα επτά άτομα – εκτιμάται ότι ζουν με κάποια ψυχική πάθηση, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Μόνο το άγχος και η κατάθλιψη πλήττουν περί τα 700 εκατομμύρια άτομα, ενώ κάθε χρόνο γύρω στους 700 χιλιάδες ανθρώπους γίνονται αυτόχειρες – περισσότεροι από τους μισούς εξ αυτών πριν από την ηλικία των 50 ετών.
Διαβάζοντας αυτά τα νούμερα και μόνο θα πίστευε κάποιος – και ευλόγως – ότι ένα τόσο σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας θα βρίσκεται στις προτεραιότητες των αρμοδίων ανά τον κόσμο, τόσο σε ό,τι αφορά την έρευνα όσο και την αντιμετώπισή του. Θα απογοητευόταν όμως. Και αυτό διότι τα κράτη δαπανούν μόλις το 2% κατά μέσο όρο των κονδυλίων τους για την υγεία στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας – και αυτό το ποσοστό αφορά μάλιστα μόνο τα πλούσια κράτη, καθώς είναι πολύ μικρότερο στις χώρες μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος.
Η εικόνα σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση για την έρευνα στην ψυχική υγεία είναι ακόμη πιο περίπλοκη. Μετά το 2020 η χρηματοδότηση παγκοσμίως πήρε την… κατηφόρα, όπως έδειξε πρόσφατη ανάλυση της Διεθνούς Συμμαχίας των Χρηματοδοτών για την Ερευνα στην Ψυχική Υγεία (IAMHRF). Ας ληφθεί επίσης υπόψη ότι το 80% της χρηματοδότησης για την έρευνα στην ψυχική υγεία προέρχεται από τις ΗΠΑ – άλλο ένα κακό νέο σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση Τραμπ απειλεί με «τσεκούρι» τον προϋπολογισμό του Εθνικού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας.
Τα πράγματα είναι πιο αισιόδοξα στην Ευρώπη, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστραλία, όπου η χρηματοδότηση για μελέτες που σχετίζονται με την ψυχική υγεία ανεβαίνει. Οπως όμως αποδεικνύει η πραγματικότητα, χρειάζεται παραπάνω προσπάθεια· απαιτείται η έρευνα που διεξάγεται να φτάνει σε εκείνους που την έχουν ανάγκη και να αγγίζει τις ζωές τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσφατη ανακοίνωση του βρετανικού Ιδρύματος Wellcome και του ομίλου Nature σχετικά με τη θέσπιση βραβείου που αφορά την έρευνα στην ψυχική υγεία αποτελεί ελπιδοφόρο βήμα. Το «Wellcome Prize for Mental Health Science with Nature» θα αφορά έρευνες ανάπτυξης καινοτόμων στρατηγικών, θεραπειών ή υποστηρικτικών μηχανισμών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ψυχικής υγείας. Ο μεγάλος νικητής θα λάβει 1 εκατ. δολάρια ενώ τρεις επιπλέον φιναλίστ από 250 χιλιάδες δολάρια ο καθένας. Οι νικητές θα ανακοινωθούν τον επόμενο Ιούνιο.
Το νέο αυτό βραβείο, το μεγαλύτερο του είδους του παγκοσμίως, είναι μια ομολογουμένως θετική κίνηση ώστε η έρευνα στην ψυχική υγεία να «συναντήσει» τους ανθρώπους που χρειάζονται τα αποτελέσματά της. Δεν είναι όμως αρκετή για τη λύση αυτού του παγκόσμιου προβλήματος, που ολοένα και γιγαντώνεται στον σύγχρονο αγχωτικό κόσμο μας. Πρέπει να υπάρξουν πολύ πιο ηχηρές δημόσιες πρωτοβουλίες για να αντιμετωπιστεί η λαίλαπα των ψυχικών παθήσεων, οι οποίες μένουν σε μεγάλο βαθμό αόρατες. Πρέπει εδώ και τώρα να τις θέσουμε στο πεδίο ορατότητάς μας, διότι διαφορετικά, ως κοινωνίες, πηγαίνουμε… για βουτιά στο κενό.
