Το επετειακό ένθετο αφιέρωμα των «ΝΕΩΝ» (28/2/2026) για τη συμπλήρωση τριάντα χρόνων από τον θάνατο του Οδυσσέα Ελύτη, με τις αναφορές σε αυτό στη θεωρία της «πρισματικής ποίησης» που διατύπωσε ο ποιητής με το δοκίμιό του «Ρωμανός ο Μελωδός», δίνει την ευκαιρία να επανέλθει κανείς στην έννοια της οργανικής μορφής ως αναγκαίας προϋπόθεσης για τη δημιουργία του λογοτεχνικού ‒ και εν γένει του καλλιτεχνικού ‒ έργου. Και τούτο γιατί η προϋπόθεση αυτή έχει αμφισβητηθεί από τις μεταμοντέρνες θεωρίες της λογοτεχνίας (ο Τέρι Ιγκλετον μάλιστα επαινεί ένα λογοτεχνικό έργο γιατί «δείχνει την πρέπουσα αδιαφορία για τις απαιτήσεις της οργανικής μορφής και είναι πιο πλούσιο χάρη σε αυτή την αδιαφορία»).
Η άποψη ότι η λογοτεχνία μπορεί να υπάρξει και χωρίς οργανική μορφή εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ιστορία των λογοτεχνικών θεωριών στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα. Προέκυψε ως φυσική συνέπεια των πρωτοεμφανιζόμενων θεωριών του απείρου ερμηνευτικού ανοίγματος του λογοτεχνικού κειμένου (Αποδόμηση, Νεοπραγματισμός). Διότι η αμφισβήτηση της προϋπόθεσης της οργανικότητας για το λογοτεχνικό κείμενο, δηλαδή της ανάγκης της δόμησής του ως ενιαίου και αρμονικού όλου (με τους «πρισματικούς» όρους του Ελύτη: «γλώσσα όπου αποκορυφώνεται η οξύτητα του πνεύματος, όπου ο συνδυασμός ο ηχολογικός [των λέξεων] συμπίπτει με τον νοητικό [με το περιεχόμενο τους] σε τέτοιο σημείο που δεν ξέρεις αν η γοητεία προέρχεται από αυτό που λέει ο ποιητής ή από τον τρόπο που το λέει») σημαίνει την κατάλυση των ερμηνευτικών ορίων του κειμένου: υπέρβαση της πολυσημίας του προς όφελος μιας πανσημίας, αποδοχή κάθε ερμηνείας του ως νόμιμης. Δεν είναι τυχαίο ότι η βεβαιότητα για την κατάλυση αυτή διατυπώνεται από ανθρώπους που μιλούν για «λογοτεχνία μετά το τέλος της αισθητικής».
Οι άνθρωποι που το πρεσβεύουν αυτό πιστεύουν ότι, επειδή ο όρος αισθητική είναι δημιούργημα της εποχής του Διαφωτισμού, η έννοια – για την ακρίβεια: η αίσθηση – της αισθητικής δεν υπήρχε προηγουμένως· ότι «η λογοτεχνία με τη σημερινή της σημασία είναι ένα αρκετά πρόσφατο φαινόμενο που η εμφάνισή του ανάγεται στα τέλη του 18ου αιώνα»· και ότι «επιβάλλουμε αναδρομικά τη δική μας αίσθηση [περί λογοτεχνίας] στις αντιλήψεις των Αρχαίων περί τέχνης και ωραίου». Πρόκειται για το πλέον πρόσφατο – και αφελές – επεισόδιο της αρχαίας διαμάχης της φιλοσοφίας με την ποίηση.
Δύο ακόμη αφορμές για να γραφεί η ανά χείρας επιφυλλίδα ήταν αφενός το κύριο θέμα των «Νέων Εποχών» του «Βήματος» (22/2/2026) περί της «έννοιας του ωραίου» και αφετέρου η πρόσφατη εμφάνιση δύο μεταφράσεων του Περί Υψους του Διονυσίου Λογγίνου (1ος μ.Χ. αιώνας), ενός από τους κορυφαίους (αν όχι του κορυφαίου) θεωρητικούς και κριτικούς της λογοτεχνίας όλων των εποχών, ο οποίος περιγράφει την έννοια και τη λειτουργία της οργανικής μορφής με τον πλέον ευαίσθητο, οξύνοο και εναργή τρόπο. Η πρώτη μετάφραση (επανέκδοση της από καιρό εξαντλημένης – του 1990 – έκδοσης της Βικελαίας Βιβλιοθήκης) είναι του Μ. Ζ. Κοπιδάκη (περιέχεται στην «Ερμηνευτική» έκδοσή του, με εκτεταμένη «Εισαγωγή» και «Σχόλια» ‒ και τώρα με «Επίμετρο» του Β. Π. Βερτουδάκη, εκδ. Εποψ, 2025), ενώ η δεύτερη είναι σε μετάφραση και «Εισαγωγή» της Ευσταθίας Δήμου (εκδ. Κουκκίδα, 2024).
Δεν χρειάζεται να γνωρίζει την ιστορία της θεωρίας της λογοτεχνίας κάποιος που δεν διακατέχεται από τον φετιχισμό της θεωριακότητας για να αντιληφθεί ότι λογοτεχνία και οργανική γλωσσική μορφή είναι έννοιες ταυτόσημες· ότι αναγκαία συνθήκη της παραγωγής λογοτεχνικής γλώσσας είναι η συγχώνευση του ήχου των λέξεων με το νόημά τους σε ένα ενιαίο και αδιάλυτο κράμα. Με τους όρους του Λογγίνου: η «συνέμπτωσις [σύνθεση] του έπους [του ήχου της λέξης: του σημαίνοντος] τω πάθει [με το συναίσθημα: το σημαινόμενο]» σε ένα οργανικό όλον (η «εις αυτό συναίρεσις») τελούμενο «εν αξιώματι και διάρσει» (επιβλητικά και με έξαρση) από έναν άνθρωπο προικισμένο εκ φύσεως με ταλέντο («το πράγμα δωρητόν μάλλον ή κτητόν») και μεγαλόφρονα («ύψος μεγαλοφροσύνης απήχημα») – γλωσσική μορφή που, στην επαφή της με τον δέκτη της, «εις έκστασιν άγει» (τον οδηγεί σε μια διάσταση υπερβατική, αποκαλυπτική).
Αλήθεια, τι άλλο παρά οργανική, δηλαδή αρμονική, λειτουργία της γλώσσας, και μάλιστα τόσο ώστε να μην μπορεί να νοηθεί ως έργο ανθρώπινο, δηλώνει η αρχαϊκή αντίληψη περί θεϊκής εκπορεύσεως του ποιητικού λόγου («Μήνιν άειδε, θεά», όπου θεά είναι η Μούσα, κόρη του Διός και της Μνημοσύνης); Εξίσου παραστατική με την επίκληση αυτή είναι η περιγραφή του λογοτεχνικού κειμένου ως ζωντανού σώματος, την οποία δεν παύουν να επαναλαμβάνουν οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας και οι λογοτέχνες από τον Γοργία ως τον Σέιμους Χίνι. Για το «καλώς γράφειν», λέει ο Πλάτων (-Σωκράτης), «δει πάντα λόγον ώσπερ ζώον συνεστάναι σώμα τι έχοντα αυτόν αυτού, ώστε μήτε ακέφαλον είναι μήτε άπουν, αλλά μέσα τε έχειν και άκρα πρέποντ’ αλλήλοις και τω όλω γεγραμμένα» (Φαίδρος). Το ίδιο και ο Αριστοτέλης: «Το καλόν και ζώον και άπαν πράγμα ο συνέστηκεν έκ τινων, ταύτα τεταγμένα δει έχειν· […] το γαρ καλόν εν μεγέθει και τάξει εστίν» (Περί ποιητικής). Για τον Οράτιο δεν μπορεί να υπάρχει ποίημα αν «δεν υπάρχει ενότητα μορφής από τα πόδια ώς το κεφάλι» (Ποιητική τέχνη). Για τον Λογγίνο «καθάπερ τα σώματα η των μελών επισύνθεσις» κ.τ.λ., κ.τ.λ. – για να περιοριστούμε στους αρχαίους.
Η απήχηση των αισθητικών θέσεων του Περί Υψους, ήδη από την εποχή της πρώτης έντυπης έκδοσής του (1555), διαμόρφωσε καθοριστικά τους προσανατολισμούς της Δυτικής θεωρίας και κριτικής της λογοτεχνίας. Και καθοδήγησε και τις καθ’ ημάς ανάλογες αναζητήσεις ήδη από τον 16ο (Φρ. Πόρτος), τον 17ο (Λ. Αλλάτιος) και τον 18ο αιώνα (Ν. Μαυροκορδάτος, Ι. Κορνήλιος, Δ. Πασχάλης), ενώ ο 19ος, με τα εγχειρίδια Ρητορικής και Ποιητικής και τις Εκθέσεις των Πανεπιστημιακών Ποιητικών Διαγωνισμών αποδεικνύεται λογγίνειος. Ο Παλαμάς κρίνει τις «Ωδές» του Κάλβου μέσα από την οπτική του Περί Υψους, και το αίτημα του Σεφέρη για τον «συντονισμό της ευαισθησίας με το ποιητικό ρήμα» συνδυάζει προσφυώς τη λογγίνεια «συνέμπτωσιν» σημαίνοντος-σημαινομένου με τη διαδικασία της αριστοτελικής κάθαρσης.
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι ομότιμος καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
