Η πορεία του σημερινού Πανεπιστημίου

Στον χώρο της έρευνας τα δημόσια πανεπιστήμια έχουν πετύχει πολλά τα τελευταία χρόνια. Ομως, το ερευνητικό οικοσύστημα των ΑΕΙ χρειάζεται ισχυρή διοικητική και διαχειριστική υποστήριξη, μεγάλες συνεργατικές ερευνητικές υποδομές, στενότερη διασύνδεση με τους παραγωγικούς τομείς.

Η πορεία του σημερινού Πανεπιστημίου

Το Πανεπιστήμιο έχει αποτελέσει έναν από τους βασικότερους πυλώνες της μεταπολεμικής συγκρότησης της κοινωνίας στην Ελλάδα και διεθνώς. Κατά τη μακρά περίοδο των τελευταίων ογδόντα περίπου χρόνων οι μετασχηματισμοί των πανεπιστημίων μόχλευσαν καίριες μεταβάσεις στον χώρο της έρευνας και της εκπαίδευσης, αλλά επίσης συνέβαλαν καταλυτικά στον εκδημοκρατισμό της γνώσης και της κοινωνίας. Η διεύρυνση της δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης και η σταδιακή είσοδος στις πανεπιστημιακές αίθουσες νέων ανθρώπων που προέρχονταν από τα ευρύτερα αστικά, εργατικά και αγροτικά στρώματα της χώρας και όχι μόνο από τις κοινωνικές ελίτ έδωσαν προοπτική σε νέους ανθρώπους που αλλιώς δεν θα την είχαν.

Σήμερα, το δημόσιο πανεπιστήμιο βρίσκεται σε μια κρίσιμη ιστορική στιγμή. Πολλά άλλαξαν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Η ενοποίηση του ακαδημαϊκού χάρτη των δημοσίων ΑΕΙ ακολουθήθηκε από την ανάδυση μιας νέας ετερογένειας με την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων κυρίως στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας (Αθήνα – Θεσσαλονίκη). Σε αυτό το νέο υβριδικό οικοσύστημα η τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση – πάγιο ζητούμενο και από την πλευρά των παραγωγικών φορέων της χώρας – παρέμεινε σε διαρκή εκκρεμότητα.

Η δημογραφική γήρανση του πληθυσμού και η συνακόλουθη μείωση του μαθητικού πληθυσμού της χώρας επηρεάζουν βέβαια κάθε σχεδιασμό για το μέλλον των δημοσίων ΑΕΙ. Αν όμως κρίνουμε από την αυξητική τάση των ιδιωτικών επενδύσεων τόσο στη δευτεροβάθμια όσο και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας, αντιλαμβανόμαστε ότι προφανώς αυτή εκφράζει μια σαφή προσδοκία για διαρκή αύξηση της ζήτησης για πρόσβαση σε δομές εκπαίδευσης στο άμεσο μέλλον. Ταυτόχρονα, και ενόσω ο εθνικός διάλογος για την αλλαγή του συστήματος εισαγωγής των νέων στα πανεπιστήμια συνεχίζεται, η ιδιωτική δαπάνη για τη δημόσια εκπαίδευση των παιδιών μας διαρκώς αυξάνεται και ανάγεται πια σε ένα από τα πιο δυσβάσταχτα οικονομικά βάρη των νοικοκυριών.

Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό των πανεπιστημίων μας το υφιστάμενο θεσμικό και νομικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία και τη διοίκηση των ΑΕΙ έχει εντείνει την υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων σε μονοπρόσωπα (π.χ., πρύτανης) ή ολιγομελή (π.χ., Συμβούλιο Διοίκησης) όργανα. Ετσι, αποστερείται η διοίκηση από τα απαραίτητα θεσμικά αντίβαρα, ενθαρρύνονται (π.χ., μέσω της ταξινομικής ψήφου) οι ευκαιριακές ομαδοποιήσεις, εντείνονται οι προσωποπαγείς καθαρά αντιπαραθέσεις, διαβρώνεται η συλλογικότητα των ιδρυμάτων και τελικά υπονομεύεται η οργανωμένη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη των ΑΕΙ.

Πώς φανταζόμαστε λοιπόν την πορεία των δημόσιων ΑΕΙ εντός αυτού του μεταβαλλόμενου οικοσυστήματος; Πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε στο έπακρο τις υφιστάμενες θεσμικές δυνατότητες που μας δίνονται, με σοβαρότητα, διαβούλευση, τεκμηρίωση και καθαρές προτεραιότητες, ώστε να στηρίξουμε ουσιαστικά το ακαδημαϊκό έργο, να υπερασπιστούμε τις ανάγκες των νέων ανθρώπων που η κοινωνία και η πολιτεία μας εμπιστεύονται; Αν κρίνουμε από τα παραπάνω, η μόνη επιλογή για τα δημόσια ΑΕΙ είναι η δυναμικά αναπτυξιακή.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ελλάδας, η κύρια αποστολή των πανεπιστημίων οφείλει να είναι η παροχή υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης στους νέους ανθρώπους της χώρας. Τα παιδιά που θέλουν και μπορούν, να έχουν το δικαίωμα να σπουδάζουν και να διασφαλίζουν τις προϋποθέσεις της επαγγελματικής τους πορείας στον τόπο τους και με τη στήριξη της πολιτείας. Σήμερα, η εκπλήρωση αυτή της αποστολής απαιτεί τη σταδιακή ανανέωση του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού, καθώς η χώρα διαθέτει ήδη μια τεράστια δεξαμενή νέων ερευνητών/ερευνητριών με υψηλά προσόντα, ικανών να στελεχώσουν τα ΑΕΙ στο άμεσο μέλλον. Απαραίτητη όμως είναι και ενίσχυση του ήδη υπηρετούντος προσωπικού, και ιδιαίτερα των νεότερων συναδέλφων, με στοχευμένη διάθεση πόρων των ΑΕΙ για την ενίσχυση και αναβάθμιση των μεθόδων διδασκαλίας (συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής νοημοσύνης), την ανανέωση των προγραμμάτων σπουδών, την ενίσχυση των ακαδημαϊκών μονάδων με εξειδικευμένο διοικητικό προσωπικό έτσι ώστε να μη βλάπτεται η διδασκαλία και η έρευνα λόγω του ασύμμετρου διοικητικού φόρτου.  Η εκπαίδευση όμως προϋποθέτει και την παρουσία και απρόσκοπτη πρόσβαση των νέων στο Πανεπιστήμιο ως φυσικό χώρο. Χωρίς την αναβάθμιση των γερασμένων πια κτιριακών και υλικοτεχνικών υποδομών μας δεν μπορεί να επιτευχθεί ο στόχος του υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης. Και βέβαια, το οξύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα χιλιάδες φοιτητές/τριες και οι οικογένειές τους είναι το στεγαστικό. Στο παρελθόν, τα δημόσια πανεπιστήμια και η πολιτεία δεν επένδυσαν ιδιαίτερα στη φοιτητική στέγη. Ισως γιατί η στέγη στην Ελλάδα ήταν στο παρελθόν συγκριτικά φτηνή. Αυτό όμως δεν ισχύει σήμερα. Χωρίς επίλυση του φοιτητικού στεγαστικού προβλήματος δεν μπορεί το Πανεπιστήμιο να υπηρετήσει ορθά τη συνταγματική του αποστολή, γιατί απλά οι φοιτητές/τριες αδυνατούν να ζουν στο Πανεπιστήμιο.

Στο ίδιο πλαίσιο χρειάζεται να ξανασκεφτούμε και τις δράσεις διεθνοποίησης, καθώς βασικός στόχος της τελευταίας οφείλει να είναι η ενίσχυση της τρέχουσας εκπαιδευτικής διαδικασίας προς όφελος των φοιτητών/φοιτητριών μας και όχι η ενδεχόμενη απίσχναση των ήδη περιορισμένων πόρων των δημοσίων ΑΕΙ προς όφελος μιας κατ’ όνομα εξωστρέφειας.

Στον χώρο της έρευνας τα δημόσια πανεπιστήμια έχουν πετύχει πολλά τα τελευταία χρόνια. Ομως, το ερευνητικό οικοσύστημα των ΑΕΙ χρειάζεται ισχυρή διοικητική και διαχειριστική υποστήριξη, μεγάλες συνεργατικές ερευνητικές υποδομές, στενότερη διασύνδεση με τους παραγωγικούς τομείς. Δεν έχουμε την πολυτέλεια αστοχιών που στέρησαν πρόσφατα τις ερευνητικές ομάδες και δομές από πολύτιμα χρηματοδοτικά εργαλεία όπως, για παράδειγμα, μέρος των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Το δημόσιο Πανεπιστήμιο βρίσκεται σήμερα σε μια κρίσιμη καμπή. Θα συνεχίσει να επιτελεί τον αναπτυξιακό, εκπαιδευτικό και συνταγματικό του ρόλο; Για να το πετύχουμε απαιτούνται θεσμικές αλλαγές αλλά και διοικητική δεινότητα και εμπειρία, βαθιά και συστηματική γνώση των προβλημάτων και των διαδικασιών και επιλογών επίλυσής τους, επίγνωση των δυσκολιών αλλά και των προοπτικών. Κυρίως όμως απαιτείται αμετακίνητη προσήλωση στις ανάγκες των νέων ανθρώπων και της κοινωνίας. Αυτά θα προσδιορίσουν την πορεία που θα ακολουθήσουμε. Αν βέβαια θέλουμε ν’ αφήσουμε στις επόμενες γενιές ένα δημόσιο Πανεπιστήμιο καλύτερο από αυτό στο οποίο σπουδάσαμε και από αυτό που υπηρετούμε. Το οφείλουμε.

Η κυρία Ιωάννα Λαλιώτου είναι καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version