Αξίζει τρίτη θητεία ο κ. Μητσοτάκης;

Το βασικό ερώτημα που οι ερευνητές των διαθέσεων της κοινής γνώμης αποφεύγουν να θέσουν είναι αν οι επιδόσεις του κ. Μητσοτάκη είναι όντως εξαιρετικές, όπως προπαγανδίζει ο ίδιος, και αν με βάση αυτές αξίζει μια τρίτη κυβερνητική θητεία.

Αξίζει τρίτη θητεία ο κ. Μητσοτάκης;

Η χώρα έχει εμφανώς πλέον εισέλθει σε εκλογική τροχιά. Αν όχι σε τρεις μήνες, κατά πάσα βεβαιότητα σε εννέα μήνες θα στηθούν εθνικές κάλπες. Ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, διεκδικεί με αξιώσεις μια τρίτη συνεχόμενη κυβερνητική θητεία. Ο ίδιος θεωρεί τη μέχρι τώρα σχεδόν οκτάχρονη θητεία του αρκούντως αποτελεσματική, τα πεπραγμένα των κυβερνήσεών του ικανοποιητικά και τις προοπτικές της χώρας εξασφαλισμένες υπό την ηγεσία του. Επαίρεται ότι αποκατέστησε το κύρος της χώρας διεθνώς, σταθεροποίησε την οικονομία της, την απάλλαξε από τους κινδύνους της προηγούμενης μεγάλης κρίσης και επιπλέον δημιούργησε συνθήκες διαρκούς ανάπτυξης, οι οποίες, κατ’ αυτόν, μπορούν να εγγυηθούν την πορεία της σε τούτους τους σύνθετους και αβέβαιους καιρούς της τεχνολογικής έκρηξης, της κλιματικής αλλαγής και των πρωτοφανούς έκτασης γεωπολιτικών και γεωοικονομικών ανακατατάξεων στον πλανήτη.

Ωστόσο, έπειτα από δύο τετραετίες στο τιμόνι της χώρας οι αμφισβητήσεις περισσεύουν. Το βασικό ερώτημα που οι ερευνητές των διαθέσεων της κοινής γνώμης αποφεύγουν να θέσουν είναι αν οι επιδόσεις του κ. Μητσοτάκη είναι όντως εξαιρετικές, όπως προπαγανδίζει ο ίδιος, και αν με βάση αυτές αξίζει μια τρίτη κυβερνητική θητεία.

Το 2019 κέρδισε την εξουσία υποσχόμενος μεταρρυθμίσεις και μεγάλες αλλαγές. Οι πολίτες τον εμπιστεύθηκαν, του προσέφεραν χρόνο και ανοχή μοναδική και εκείνος εκμεταλλεύτηκε την προηγηθείσα από τους προκατόχους του ανάληψη όλης της ευθύνης και του βάρους των σκληρών μέτρων των μνημονίων. Οι προσδοκίες είχαν εκτοξευθεί στα ύψη, το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο είχε κυριαρχήσει και διαμορφώσει συνειδήσεις και συμπεριφορές συγκεκριμένες. Με άλλα λόγια, ήλθε στην εξουσία προικοδοτημένος με απεριόριστο πολιτικό κεφάλαιο και δυνατότητες να αλλάξει τα πάντα και να επιτύχει το διεκδικούμενο τότε αναπτυξιακό άλμα. Ετυχε δε πρωτοφανούς, σχεδόν προκλητικής, υποστήριξης από τα μέσα ενημέρωσης και τους πολλούς παράγοντες της δημόσιας ζωής. Επιπλέον, η ενσκήψασα από τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησής του πανδημία τον απάλλαξε από τους περιορισμούς του Συμφώνου Σταθερότητας και του προσέφερε υψηλούς βαθμούς ελευθερίας στη δημοσιονομική διαχείριση της υγειονομικής κρίσης.

Μεταξύ 2021 και 2022 διαχειρίστηκε κατά το δοκούν περίπου 60 δισ. ευρώ, τα περισσότερα των οποίων διαχύθηκαν στο ευρύ κοινό και στις επιχειρήσεις μέσω μεταβιβαστικών πληρωμών προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους περιορισμούς κινητικότητας των πολιτών.

Ωστόσο, το μόνο ίσως που έμεινε από εκείνη την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης και του προσέφερε μια βάση προόδου για το μέλλον ήταν η έναρξη ταχείας και αναγκαστικής, εκ των συνθηκών, ψηφιοποίησης του κράτους, η οποία, εξελισσόμενη στον χρόνο και συνδυαζόμενη με τη διατήρηση σε υψηλά επίπεδα των συντελεστών του φόρου εισοδήματος και του ΦΠΑ, ενίσχυσε τις εισπρακτικές δυνατότητες του κράτους και συνέβαλε τα μέγιστα στην εξασφάλιση ισχυρών πρωτογενών πλεονασμάτων, μέσω των οποίων υποστηρίζει σήμερα το κυρίαρχο, για αυτόν, πολιτικό επιχείρημα της δημοσιονομικής σταθερότητας.

Με τη διαφορά όμως ότι δεν αποδέχεται πως, επερχομένης της ουκρανικής κρίσης, αυτό το σχήμα πολιτικής τροφοδότησε τον πληθωρισμό και ενίσχυσε τα πολλαπλά μεταπανδημικά κύματα ακρίβειας, τα οποία έκτοτε εγκαταστάθηκαν για τα καλά στο σώμα της ελληνικής οικονομίας, περιορίζοντας συνεχώς τις εισοδηματικές δυνατότητες των ελληνικών νοικοκυριών.

Παρά ταύτα, εκείνη η διαχείριση της υγειονομικής κρίσης, σε συνδυασμό με τη νέα προίκα του Ταμείου Ανάκαμψης των δεκάδων δισεκατομμυρίων, τροφοδότησε εκ νέου τις προσδοκίες και έτσι, παρότι το σκάνδαλο των υποκλοπών κλόνισε τις συνειδήσεις και φανέρωσε πτυχές της προβληματικής διακυβέρνησης, κέρδισε με άνεση τις διπλές εκλογές του 2023, ανανέωσε την εντολή και τον χρόνο να επιτύχει το υποσχεθέν άλμα προόδου. Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά από εκείνη τη διπλή νίκη, το άλμα δεν ήλθε, η ανάπτυξη παρέμεινε αναιμική, οι επενδύσεις περιορίστηκαν στη ζώνη των ακινήτων και του τουρισμού, η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν επήλθε, η αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης δεν ήταν η καλύτερη, ούτε οι διαμοιρασθέντες πόροι σε λίγους και εκλεκτούς άλλαξαν τη φορά των πραγμάτων, παρά επέτειναν την ατμόσφαιρα ελλείπουσας διαχείρισης και ανισοκατανομής των πόρων. Μπορεί να βελτιώθηκαν οι μακροοικονομικοί δείκτες, πολλές επιχειρήσεις να βελτίωσαν τη θέση τους και η χώρα να επανήλθε στο διεθνές οικονομικό σύστημα, αλλά η ελληνική κοινωνία δεν είδε το αποτέλεσμα που ανέμενε, ούτε έλαβε μερίδιο για τους κόπους που κατέβαλε και τις θυσίες που σχεδόν αγόγγυστα αποδέχθηκε. Και επιπλέον ο νέος πόλεμος στον Περσικό Κόλπο φανέρωσε ακριβώς το έλλειμμα της παραγωγικής ανασυγκρότησης που δεν πέτυχε, αλλά και τη δέσμευση της χώρας σε σχήματα γεωπολιτικά και γεωοικονομικά χρεοκοπημένα, που δεν μπορούν να εγγυηθούν τίποτε πια.

Ο κ. Μητσοτάκης διεκδικεί τώρα άλλα τέσσερα χρόνια προκειμένου να επιτύχει το άλμα που δεν πέτυχε τα προηγούμενα οκτώ χρόνια. Τίποτε, ωστόσο, δεν βεβαιώνει ότι στη δωδεκαετία πια θα είναι σε θέση να φέρει την άνοιξη, να αλλάξει πραγματικά τη χώρα και να βελτιώσει τη ζωή των πολλών Ελλήνων.  Αντιθέτως, οι φθορές και τα πολλά κύματα διαφθοράς που συνοδεύουν τη διακυβέρνησή του καθιστούν τους πάντες επιφυλακτικούς, δύσπιστους και δημιουργούν τη βεβαιότητα στους περισσότερους πως ακόμη και αν κερδίσει τις επόμενες εκλογές, επειδή οι άλλοι φέρουν ακόμη ασήκωτα βάρη και δεν πείθουν ότι μπορούν πράγματι να φέρουν την αλλαγή, η κυβέρνησή του θα είναι εξαρχής υπονομευμένη και εν πολλοίς θνησιγενής, χωρίς ενέργεια και δυνατότητες αναγέννησης του τόπου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version