Οι Γενίτσαροι και το ζωντανό φάντασμά τους

Το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν οικοδόμησε σημαντικό μέρος της πολιτικής του νομιμοποίησης στη συσπείρωση κοινωνικών στρωμάτων που τα μέλη τους αυτοπροσδιορίζονται ως συντηρητικοί και θρησκευόμενοι

Οι Γενίτσαροι και το ζωντανό φάντασμά τους

Το σώμα των Γενίτσαρων συγκροτήθηκε ως επίλεκτο, μόνιμο στρατιωτικό σώμα, πλήρως εξαρτημένο από την εξουσία του σουλτάνου, στις αρχές του 14ου αιώνα, αρχικά από αιχμαλώτους πολέμου και αργότερα μέσω της απάνθρωπης πρακτικής του «παιδομαζώματος». Τους πρώτους αιώνες, οι Γενίτσαροι αμείβονταν απευθείας από το κράτος και υπάγονταν σε αυστηρό καθεστώς πειθαρχίας, το οποίο περιόριζε τη συμμετοχή τους σε εμπορικές δραστηριότητες και τη δημιουργία οικογένειας, ώστε να διατηρείται ο αποκλειστικά στρατιωτικός χαρακτήρας του σώματος. Την ίδια περίοδο, αποτέλεσαν κρίσιμο μηχανισμό της εδαφικής επέκτασης και της στρατιωτικής υπεροχής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, κυρίως κατά τους 17ο και 18ο αλλά και στις αρχές του 19ου αιώνα, η σταδιακή αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας και η χαλάρωση της στρατιωτικής πειθαρχίας επέτρεψαν την αυξανόμενη οικονομική και πολιτική τους διείσδυση στα κέντρα λήψης αποφάσεων της Υψηλής Πύλης.

Πράγματι, από τον 17ο αιώνα, σε μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Θεσσαλονίκη, η Σμύρνη και το Κάιρο, πολλοί Γενίτσαροι εντάχθηκαν στις συντεχνίες (esnaf) τεχνιτών και εμπόρων, απέκτησαν εμπορικές δραστηριότητες, εργαστήρια και δίκτυα οικονομικής επιρροής, αξιοποιώντας συχνά τη στρατιωτική τους ιδιότητα τόσο για φορολογικά προνόμια όσο και για προστασία είτε των άμεσων οικονομικών τους συμφερόντων είτε των «πελατών» τους. Η αιματηρή κατάργηση του σώματος από τον σουλτάνο Μαχμούτ Β’ 200 χρόνια πριν, τον Ιούνιο του 1826, στο λεγόμενο «Αίσιο/Ευτυχές Γεγονός» (Vaka-i Hayriye), ωστόσο, μάλλον δεν εξάλειψε ουσιαστικά βαθύτερα πολιτικά και κοινωνικά πρότυπα συμπεριφοράς που είχαν αναπτυχθεί γύρω από αυτό: τη σύνδεση δηλαδή θρησκευτικού συντηρητισμού, κορπορατιστικών οικονομικών συμφερόντων και πολιτικής κινητοποίησης κατά των μεταρρυθμίσεων.

Στις ιστορικές αναφορές του 18ου, αλλά και των αρχών του 19ου αιώνα, οι Γενίτσαροι δεν λειτουργούσαν αποκλειστικά ως στρατιωτικό σώμα, αποτελούσαν σημαντικότατο παράγοντα της συντηρητικής μουσουλμανικής αστικής και λαϊκής κοινωνίας. Συμμετείχαν ενεργά σε μικρο-μεσαία επαγγέλματα και συντεχνίες (υποδηματοποιοί, ξυλουργοί, αρτοποιοί, φοροεισπράκτορες, τοκογλύφοι, κ.λπ.), ενώ πάντα αντιδρούσαν στις μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες των σουλτάνων που απειλούσαν την κοινωνική και οικονομική τους θέση. Η πρακτική του kazan kaldırmak – η ανατροπή των καζανιών, συμβολική πράξη ανταρσίας – εξέφραζε όχι μόνο στρατιωτική απειθαρχία αλλά και κοινωνική κινητοποίηση εναντίον μεταβολών που θεωρούνταν επικίνδυνες για την κοινωνική και πολιτική «παράδοση» και για τα υφιστάμενα δίκτυα προνομίων.

Μια προσεκτική συγκριτική ανάγνωση με την Τουρκία του 21ου αιώνα μπορεί να αναδείξει ενδιαφέροντες παραλληλισμούς ως επαναλαμβανόμενα πρότυπα πολιτικής κοινωνιολογίας. Το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, για παράδειγμα, οικοδόμησε σημαντικό μέρος της πολιτικής του νομιμοποίησης στη συσπείρωση κοινωνικών στρωμάτων που τα μέλη τους αυτοπροσδιορίζονται ως συντηρητικοί και θρησκευόμενοι (Μαύροι Τούρκοι), συχνά σε αντιπαράθεση με την παλαιότερη κεμαλική, κοσμική ελίτ (Λευκοί Τούρκοι). Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιούλιο του 2016 αποτέλεσε χαρακτηριστική στιγμή κατά την οποία κρατικοί θεσμοί, κομματικοί και θρησκευτικοί μηχανισμοί και λαϊκή κινητοποίηση συνδυάστηκαν για τη, με αυτοθυσία/προσωπικό κόστος, υπεράσπιση του υφιστάμενου καθεστώτος.

Παράλληλα, ορισμένοι μελετητές και επικριτές του καθεστώτος επισημαίνουν ότι, ενώ ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν περιόρισε την επιρροή του παραδοσιακού στρατιωτικού «βαθέος κράτους», δημιούργησε ή /και ενίσχυσε νέα δίκτυα πολιτικής και διοικητικής εξάρτησης μέσω της τοποθέτησης πιστών σε αυτόν στελεχών στη δημόσια διοίκηση, στη Δικαιοσύνη και στους μηχανισμούς ασφάλειας. Αντίστοιχα, οι ίδιοι τονίζουν ότι ο κρατικός καπιταλισμός της Τουρκίας του Ερντογάν στηρίζεται σε ένα δίκτυο συντηρητικών επιχειρηματικών ομίλων όπου οι συμμετέχοντες επωφελούνται από προνομιακή πρόσβαση στα μεγάλα κρατικά έργα («Η Συμμορία των Πέντε» – beşli çete) με αντάλλαγμα να (υπο)στηρίζουν οικονομικά αλλά και επικοινωνιακά τον κυβερνητικό μηχανισμό. Επιπρόσθετα, η συζήτηση γύρω από οργανισμούς όπως η SADAT (ιδιωτική εταιρεία στρατιωτικών συμβούλων και παροχής αντίστοιχων υπηρεσιών στον τομέα της ασφάλειας) έχει τροφοδοτήσει δημόσιες αντιπαραθέσεις ως προς τη σχέση μεταξύ πολιτικής εξουσίας, παροχής ασφάλειας και «άτυπων» μηχανισμών άσκησης επιρροής και εξαναγκασμού.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η πολιτισμική αναπαράσταση της οθωμανικής κληρονομιάς στη σύγχρονη Τουρκία. Ο Γενίτσαρος προβάλλεται συχνά ως σύμβολο εθνικής ισχύος, πειθαρχίας και αυτοκρατορικού μεγαλείου μέσω τηλεοπτικών σειρών (όπως το «Diriliş: Ertuğrul» ή το «Payitaht: Abdülhamid»), τελετουργικών αναπαραστάσεων και της αναβίωσης της μουσικής παράδοσης των Mehter. Ωστόσο, ιστορικά, οι Γενίτσαροι των τελευταίων αιώνων της αυτοκρατορίας υπήρξαν παράγοντας αντίστασης στον στρατιωτικό και διοικητικό εκσυγχρονισμό, γεγονός που αποκαλύπτει την επιλεκτική χρήση της ιστορικής μνήμης για πολύ συγκεκριμένους κοινωνικο-πολιτικούς σκοπούς.

Εν κατακλείδι, η σύγκριση μεταξύ της άσκησης πολιτικής στην εποχή των Γενίτσαρων και όψεων της σύγχρονης τουρκικής πολιτικής θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως αναλυτικό σχήμα κατανόησης επαναλαμβανόμενων σχέσεων/μοτίβων μεταξύ συντηρητικής κοινωνικής κινητοποίησης, πελατειακών οικονομικών δικτύων, πολιτικής νομιμοποίησης και συγκεντρωτικών μορφών κρατικής ισχύος. Υπό αυτή την έννοια, παρά την εξόντωση του σώματος των Γενίτσαρων πριν από 200 έτη, το φάντασμά τους φαίνεται να διατηρεί συμβολική και πολιτική λειτουργικότητα στη γείτονα χώρα, πρωτίστως ως εργαλείο εσωτερικής νομιμοποίησης και συλλογικής ταυτότητας, χωρίς ωστόσο να αποκλείει την αξιοποίησή του και στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής ή της νεο-οθωμανικής προβολής ισχύος.

Ο κ. Γεράσιμος Ν. Καραμπελιάς είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version